ΕINAI ENTYΠΩΣΙΑΚΟΣ Ο ΑΡΙΘΜΟΣ των ανθρώπων που ασχολούνται δημιουργικά με τη μαγειρική στο σπίτι τις μέρες του δεύτερου lockdown. Φαίνεται ότι το προηγούμενο ήταν απλώς η προθέρμανση για όσους ανακάλυψαν τότε τη χαρά της μαγειρικής και ξεκίνησαν να πειραματίζονται με άγνωστες συνταγές, δύσκολα φαγητά, εντυπωσιακά γλυκά και σπιτικά ψωμιά.

 

Τώρα λοιπόν επανέρχονται πανέτοιμοι, με περισσότερες γνώσεις, λιγότερη ανασφάλεια, λάθη και διλήμματα, και τα δίνουν όλα για όλα στις σπιτικές κουζίνες τους. Κάθε ανάρτησή τους στo Διαδίκτυο, με αφράτα ψωμιά, λαχταριστές μακαρονάδες και πολύχρωμες τούρτες, φαντάζει στα μάτια μας σαν ένα γαστριμαργικό κατόρθωμα κι ένα χαρούμενο διάλειμμα στη στερητική μονοτονία των ημερών, εσιπράττοντας πολλά likes και ακόμα περισσότερα σχόλια. Ο κόσμος φαίνεται να αγαπά τον πετυχημένο σπιτικό ερασιτέχνη μάγειρα τον καιρό του lockdown.


Οι σπιτικοί μάγειρες είναι οι καινούργιοι «σταρ του Διαδικτύου»; Οι ίδιοι δίνουν αμέτρητες ώρες τη μάχη της γεύσης από το δικό τους μετερίζι, κάνουν άπειρες δοκιμές, εκτιμούν κάθε like και share, διαβάζουν τα σχόλια στις φωτογραφίες, εξηγώντας και καλωσορίζοντας τον διάλογο, και διανέμουν τα αποτελέσματα των κόπων τους σε φίλους και γνωστούς, προσπαθώντας να καταλάβουν τι αρέσει περισσότερο ώστε να το προωθήσουν σε περίπτωση που κάποτε, όταν οι συνθήκες αλλάξουν, τολμήσουν να ασχοληθούν επαγγελματικά με τη μαγειρική.

 

Oι συνθήκες αυτής της εποχής ρίχνουν τον προβολέα του Facebook και του Instagram στον αυτοδίδακτο, τον ερασιτέχνη μάγειρα, αυτόν του οποίου οι δημιουργίες είναι δέκα φορές πιο όμορφες και πετυχημένες από τις δικές μας σπιτικές προσπάθειες.


Κακά τα ψέματα, άλλο ο σπιτικός μάγειρας, ο χομπίστας και ταλαντούχος μάγειρας της οικογένειας, και άλλο ο επαγγελματίας σεφ και το εστιατόριο. Όπως και να το κάνουμε, όμως, οι συνθήκες αυτής της εποχής ρίχνουν τον προβολέα του Facebook και του Instagram στον αυτοδίδακτο, τον ερασιτέχνη μάγειρα, αυτόν του οποίου οι δημιουργίες είναι δέκα φορές πιο όμορφες και πετυχημένες από τις δικές μας σπιτικές προσπάθειες.

 

Η Δέσποινα Μπιτζαράκη, για παράδειγμα, που από 17 ετών δουλεύει σε κέντρα διασκέδασης, τώρα που δεν λειτουργούν έχει μετατρέψει την κουζίνα της σε αρένα πειραματισμών όσον αφορά το ψωμί. Μαθημένη από μικρή στο καλό σπιτικό φαγητό, Κρητικιά γαρ, απολαμβάνει τη δημιουργικότητα της μαγειρικής και γοητεύεται από τις άπειρες επιλογές των υλικών και τις μυρωδιές, που της θυμίζουν τον πλούτο της κρητικής φύσης και του οικογενειακού μποστανιού, χωρίς να κοστίζουν ακριβά.

 

Επιλέγει, λοιπόν, ποιοτικά και εναλλακτικά άλευρα για τα ψωμιά της, μια και πιστεύει ότι «η πρώτη ύλη είναι πιο σημαντική ακόμα κι από έναν καλό σεφ για το τελικό αποτέλεσμα ».

 

Πώς ξεκίνησε όμως; «Στην πρώτη καραντίνα πειραματίστηκα με τη μαγιά στο ψωμί, αλλά μου φάνηκε αρκετά εύκολο, οπότε πήγα στο επόμενο και δυσκολότερο στάδιο, να φτιάξω δηλαδή το δικό μου προζύμι. Διάβασα, ρώτησα και μετά από καιρό τα κατάφερα. Τα social media και η επαφή με τον κόσμο με βοήθησαν πολύ, ρωτούσα τους ειδικούς τις απορίες μου και μου απαντούσαν. Η αναμονή, η επιμονή και η υπομονή που απαιτεί η διαδικασία του προζυμιού με μάγεψαν και με κέρδισαν. Μοιράστηκα όλο αυτό το ταξίδι στο Instagram γιατί έχω αγαπήσει από μικρή την επαφή με τον κόσμο, δουλεύοντας στον χώρο της εστίασης. Σαν... δέσποινα που είμαι, θέλω να κάνω τον κόσμο να περνά καλά, να ευχαριστιέται, έστω και στο Διαδίκτυο τώρα, αφού δεν μπορώ να βρίσκομαι στη σάλα. Μια δουλειά που θα συνδύαζε και τα δύο στο μέλλον θα ήταν ιδανική».


Και, όχι, δεν τα τρώνε όλα αυτά μόνοι τους! «Ούτε κατά διάνοια» μου λέει η διαδικτυακή chef pâtissier και παραδόξως fit Δώρα Κάππη, που κάθε της γλυκό ομορφαίνει και το πιο βαρετό timeline. Η Δώρα είναι μία ακόμα περίπτωση ερασιτέχνη μάγειρα που «της αρέσει να κλείνεται στην κουζίνα της και να χάνεται στον κόσμο της»:

 

«Η εντατική, σχεδόν καθημερινή ενασχόλησή μου με τη ζαχαροπλαστική είναι τα τελευταία 5-6 χρόνια, ενώ πριν έφτιαχνα πιο απλές, "οικιακές" συνταγές. Σε καμία περίπτωση δεν γνώριζα το εύρος, τη δυναμική και την πολυπλοκότητα του αντικειμένου, ούτε και τις τεράστιες γνώσεις που απαιτούνται. Στη ζαχαροπλαστική με γοητεύει ο τρόπος που απλά υλικά μετουσιώνονται με την επίδραση της θερμοκρασίας, την αλλαγή των δοσολογιών και την εφαρμογή συγκεκριμένων τεχνικών – τίποτα δεν είναι απλό και αυτονόητο. Απαιτείται πειθαρχία, προσήλωση, ακρίβεια, επιμονή, συγκέντρωση, γνώση, υπομονή και μαγειρική αντίληψη. Είναι μια συνεχής αναμέτρηση με τις δυνατότητές σου και όλο αυτό είναι μια πρόκληση για μένα. Επίσης, αισθάνομαι ότι η έμπνευση και η δημιουργικότητά μου είναι σε συνεχή εγρήγορση, πράγμα που μου συντηρεί το ενδιαφέρον και μου προκαλεί ευφορία και ενθουσιασμό.

 

Η κυρίως δουλειά μου δεν έχει καμία σχέση με τις κουζίνες. Ήμουν για πολλά χρόνια, για το μεγαλύτερο μέρος της επαγγελματικής μου ζωής, στενή συνεργάτιδα ενός υπουργού και τον τελευταίο καιρό εργάζομαι στην ΑΑΔΕ. Οπότε, ναι, η ζαχαροπλαστική, για ευνόητους λόγους, ήταν σαφώς κάτι που προτιμούσα μακράν να μοιράζομαι στο Διαδίκτυο. Είναι πολύ πιο ευχάριστο θέμα (και θέαμα) και δεν διαφωνείς με κανέναν. Εκτός ίσως από αυτούς που απειλούν να σε διαγράψουν επειδή τους ανοίγεις την όρεξη με αυτά που ανεβάζεις και τους κάνεις να τρέχουν στα ζαχαροπλαστεία!

 

Προσωπικά, μου αρέσει να αναζητώ νέες, πρωτότυπες συνταγές και νέες τεχνικές, να παρεμβαίνω σε γνωστές συνταγές και να τους δίνω προσωπικό χαρακτήρα. Να χρησιμοποιώ ασυνήθιστα υλικά και να πειραματίζομαι με απαιτητικές παρασκευές. Να εξερευνώ τα όρια της δημιουργικότητάς μου. Η ζαχαροπλαστική παραμένει για μένα αυστηρά προσωπική υπόθεση. Με το "κοινό" μου, όμως, μου αρέσει να μοιράζομαι το αποτέλεσμα. Κυριολεκτικά να μοιράζομαι το αποτέλεσμα, μια και δίνω γλυκά παντού: στους συναδέλφους μου στη δουλειά, σε συγγενείς, σε φίλους, στις γειτόνισσες της μάνας μου, σε επισκέψεις, σε γιορτές, στα παιδιά της καφετέριας που μου φτιάχνουν τον πρωινό καφέ, στο μαγαζί στην Ευριπίδου απ' όπου αγοράζω υλικά ζαχαροπλαστικής, παντού!

 

Είναι μεγάλη η χαρά όταν χαρίζω απόλαυση στους γύρω μου και όταν εισπράττω τα εύσημά τους. Φυσικά, τρώω κι εγώ! Μου αρέσουν πολύ τα γλυκά, γι' αυτό άλλωστε άρχισα να ασχολούμαι με την παρασκευή τους. Προσπαθώ όμως να έχω μέτρο και πειθαρχία στην κατανάλωσή τους. Επίσης, γυμνάζομαι συστηματικά, με ένταση και με συνέπεια. Τίποτα δεν είναι τυχαίο και τίποτα δεν γίνεται χωρίς κόπο. Ομολογώ ότι η ισορροπία είναι δύσκολη και απαιτούνται ισχυρές αντιστάσεις, γι' αυτό και κατανοώ όλους αυτούς που με ρωτούν πώς τα καταφέρνω να παραμένω λεπτή. Έχω καταλάβει ότι οι περισσότεροι ούτε που θέλουν να ακούν για γυμναστική και εγκράτεια, οπότε σε αυτούς απαντάω απλώς ότι έχω καλό μεταβολισμό.

 

Δεν έχω δουλέψει ποτέ σε επαγγελματική κουζίνα. Είμαι καθαρά ερασιτέχνης, και μάλιστα αυτοδίδακτη. Περνάω πολλές ώρες διαβάζοντας, αμέτρητες ώρες στην κουζίνα μου δοκιμάζοντας νέα πράγματα, και αισθάνομαι ότι βρίσκομαι σε συνεχή εξέλιξη. Η σκέψη για κάτι δικό μου τριγυρίζει στο μυαλό μου συνεχώς, αλλά δεν έχει ωριμάσει επαρκώς μέσα μου ο τρόπος υλοποίησής της. Η ιδέα ενός blog μού φαίνεται ελκυστική και θα το τολμήσω όταν αισθανθώ ότι έχει να προσφέρει κάτι ξεχωριστό ή κάτι παραπάνω από τα χιλιάδες blogs και sites που υπάρχουν στο Διαδίκτυο.

 

Θα μου άρεσε επίσης να φτιάχνω γλυκά κατά παραγγελία, πράγμα που ήδη έχω κάνει κάποιες φορές, αλλά πιο οργανωμένα και πιο εντατικά. Μου αρέσει η ιδέα να αφοσιωθώ αποκλειστικά στη ζαχαροπλαστική και να βιοπορίζομαι από αυτήν, αρκεί να μην ισχύει αυτό που λένε, πως όταν ένα πάθος μετατρέπεται από ερασιτεχνική ενασχόληση σε επαγγελματική, από έρωτας καταντάει σκλαβιά».

 

Άνθρωποι που δεν μαγείρευαν έχουν αρχίσει να πειραματιζονται. Πολλές οικογένειες το έχουν βρει και ως δημιουργική απασχόληση με τα παιδιά τους. Και η πραγματικότητα είναι ότι είναι από τις πιο υγιείς και δημιουργικές ενασχολήσεις.


Ρώτησα την ψυχολόγο Μαρία Ρώτα γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι επιλέγουν να μετατρέψουν την κουζίνα τους σε χώρο δημιουργίας στα lockdowns και να επιδοθούν με τέτοιον ζήλο στη μαγειρική: «Όντως, η μαγειρική τα τελευταία χρόνια έχει πάρει διαστάσεις που δεν είχε π.χ. πριν από 20 χρόνια, τότε που το φαγητό ήταν μια καθημερινή υποχρέωση και συνήθως εξυπηρετούσε τις οργανωτικές ανάγκες μιας νοικοκυράς. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βοήθησαν πολύ σε αυτό, όπως και οι εκπομπές μαγειρικής και το διεθνές lifestyle του φαγητού. Τα εστιατόρια, οι σεφ, οι κουζίνες, έγιναν η αγαπημένη ψυχαγωγία στο Διαδίκτυο και το "θα πάμε για ποτό;" αντικαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από το "πού θα πάμε να φάμε;".

 

Τα εστιατόρια έγιναν προορισμοί και οι φωτογραφίες των ωραίων πιάτων παίρνουν τα πιο πολλά likes. Δεν υπάρχει, νομίζω, κάποιος που να μην έχει ανεβάσει ένα ωραίο φαγητό από κάπου όπου έφαγε όμορφα. Το φαγητό είναι πια εικόνα, επιβεβαίωση, αισθητική, καταξίωση. Τα εστιατόρια και οι σεφ είναι σαν τις γκαλερί και τους καλλιτέχνες. Αυτό φυσικά έχει δώσει πολύ δημιουργική ώθηση στα σπιτικά μαγειρέματα.

 

Τα lockdowns έχουν ενισχύσει και βοηθήσει πολύ σε αυτό. Όλοι κάτι μαγειρεύουν και η κοινωνικότητα του φαγητού απ' έξω έχει μεταφερθεί μέσα στο σπίτι. Άνθρωποι που δεν μαγείρευαν έχουν αρχίσει να πειραματίζονται. Πολλές οικογένειες το έχουν βρει και ως δημιουργική απασχόληση με τα παιδιά τους. Και η πραγματικότητα είναι ότι αποτελεί από τις πιο υγιείς και δημιουργικές ενασχολήσεις. Η μαγειρική έχει όρια, κανόνες, αρχή-μέση-τέλος, συγχρόνως ενισχύει τη φαντασία, περιλαμβάνει σχεδόν όλες τις αισθήσεις, είναι κάτι που μπορείς να μοιραστείς... και τη διαδικασία και το αποτέλεσμα. Στην εποχή που ζούμε, κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ίσως είναι από τα λίγα πράγματα που περιλαμβάνουν ό,τι ακριβώς χρειαζόμαστε».

 

Ο Θωμάς Κοντογιάννης, δάσκαλος δημοτικού, είναι ο... μακαρονάς του Διαδικτύου. Νομίζω ότι κανείς άλλος δεν μαγειρεύει (και δεν τρώει) τόσο συχνά μακαρονάδες και σίγουρα όχι τόσες μακαρονάδες με κιμά όσες μαγειρεύει ο κ. Κοντογιάννης. (Προσωπικά, ζήτησα και μαγείρεψα τη συνταγή του, όπως και τη συνταγή για σπιτικό φύλλο της μαμάς του, μια και, όπως φαίνεται, ο δάσκαλος έχει γευτεί πολλές νοστιμιές στο σπιτικό τραπέζι.)

 

Ξεκίνησε να μαγειρεύει στην ηλικία των 27 χρόνων, όταν έφυγε από το πατρικό του και αποφάσισε να ζήσει μόνος του. «Η επαφή μου με τη μαγειρική μέχρι εκείνη την περίοδο ήταν κυρίως οπτική, μου άρεσε να βλέπω πώς μαγείρευαν οι άλλοι, χωρίς να θέλω να ανακατευτώ στα πόδια τους. Μένοντας μόνος μου, όμως, έπρεπε κάτι να φάω, οπότε άρχισαν τα τηλέφωνα στη μαμά Πηγούλα, ζητώντας της συνταγές και οδηγίες χρήσης. Τα μακαρόνια με κιμά τα έχω συνδέσει με τα παιδικά και μαθητικά μου χρόνια, τότε που γυρνώντας από το σχολείο άνοιγα την πόρτα και ερχόταν στα ρουθούνια μου η μυρωδιά της κανέλας και του γαρίφαλου. Ξεχνούσα όλη την κούραση της ημέρας, γι' αυτόν τον λόγο είναι το φαγητό που μου αρέσει να μαγειρεύω περισσότερο, και μάλιστα πάντα με τον ίδιο τρόπο – δεν πειραματίζομαι ποτέ με τη σάλτσα του κιμά, τη φτιάχνω πάντα έτσι όπως μου την έγραψε σε ένα χαρτί η μαμά.

 

Είμαι από τη φύση μου μακαρονάς, οπότε στη σκέψη "τι να μαγειρέψω;" το μυαλό μου πηγαίνει κατευθείαν στα ζυμαρικά. Είναι το φαγητό που μου θυμίζει τη μητέρα μου, τη γιαγιά μου, καλοκαίρια μετά τη θάλασσα στο νησί.


Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αν χρησιμοποιηθούν σωστά, μπορούν να προσφέρουν πολύ ευχάριστες στιγμές χαλάρωσης. Έτσι κι εγώ, στην αρχή δειλά και στη συνέχεια με εντατικούς ρυθμούς, άρχισα να ανεβάζω φωτογραφίες με φαγητά στο Διαδίκτυο. Ο λόγος που προτιμώ να ανεβάσω μια φωτογραφία με φαγητό παρά μια selfie μου ή μια φωτογραφία στο γυμναστήριο είναι γιατί με το φαγητό έχω ασχοληθεί πολλή ώρα. Βλέπω κάθε υλικό, κάθε λαχανικό, κάθε φρούτο σαν έναν καλλιτέχνη που του αξίζει να φωτογραφηθεί πριν και μετά το μαγείρεμα και είναι τόσο μεγάλη η χαρά μου μόλις τελειώνει η διαδικασία αυτή, που θέλω να τη μοιραστώ με τους διαδικτυακούς μου φίλους.

 

Το επάγγελμά μου είναι δάσκαλος, ένα λειτούργημα αφιερωμένο στα παιδιά και στις ανάγκες τους, οπότε αυτό το κομμάτι το κρατώ μακριά από το Διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πολλές φορές, όμως, μέσα στην τάξη, τρώμε μαζί μακαρόνια με κιμά (τα οποία, φυσικά, έχω μαγειρέψει εγώ). Δεν έχω ασχοληθεί ποτέ επαγγελματικά με τη μαγειρική, δεν ξέρω και αν θα ήθελα να το κάνω.

 

Η μαγειρική για μένα είναι χαλάρωση, είναι ψυχοθεραπεία, εκεί καταφεύγω για όσο χρόνο θέλω, χωρίς άγχος, για να αποφορτιστώ, εκεί τα κάνω όλα με την ησυχία μου, χωρίς να με ενοχλεί κανείς. Μου αρέσει να μαγειρεύω για τους ανθρώπους μου, τους φίλους μου, την οικογένειά μου. Οπότε δεν ξέρω αν θα μπορούσα να δουλέψω ως επαγγελματίας μάγειρας, γνωρίζοντας και τις δυσκολίες και τους περιοριστικούς χρόνους και το άγχος του επαγγέλματος. Ίσως να άνοιγα κάπου ένα μικρό παντοπωλείο, ντελικατέσεν, στο οποίο θα σέρβιρα και 4-5 πιάτα με ζυμαρικά μόνο (ένα εξ αυτών τα μακαρόνια με κιμά).

 

Με μια φίλη και συνάδελφο, την Ιωάννα, έχουμε σκεφτεί να ανοίξουμε ένα είδος καντίνας στην οποία θα πουλούσαμε μόνο χειροποίητες πίτες, αλλά όλα αυτά προς το παρόν είναι μόνο σκέψεις. Πολλοί φίλοι, αρκετά συχνά, μου στέλνουν inbox μηνύματα ή σχολιάζουν κάτω από τις φωτογραφίες με τα φαγητά μου, είτε για να μου ζητήσουν τη συνταγή [δική μου ή του μπαμπά (επαγγελματία ζαχαροπλάστη) ή της μαμάς (που όλη μέρα κάτι μαγειρεύει)] είτε απλώς για να μου πουν "πάλι τρως;" ή "μας άνοιξες την όρεξη!".

 

Κατά τη γνώμη μου, τη μαγειρική την ευχαριστιόμαστε περισσότερο όταν είναι να μοιραστούμε το φαγητό με κάποιον, είτε αυτός είναι η σχέση μας, είτε η οικογένειά μας, είτε οι φίλοι μας. Γι' αυτό μου αρέσει να κοινοποιώ φωτογραφίες και συνταγές στους διαδικτυακούς μου φίλους. Γιατί όταν μοιράζεσαι πράγματα, συναισθήματα, ακόμα και φωτογραφίες, νιώθεις πιο όμορφα».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.