Ήταν ένα από τα αγαπημένα μου εστιατόρια. Χαθήκαμε για λίγο καιρό, παρέα ωραία και αγαπημένη μαζεύτηκε, δώσαμε εκεί ραντεβού.

 

Όλη μέρα μια γλυκιά προσμονή ως τις γεύσεις του δείπνου. Καρδιοχτύπι, έφαγα μόνο ένα γιαουρτάκι όλη μέρα, να βιώσω όπως πρέπει, πεινασμένη, τη συγκίνηση, να μεταφέρω και σε σας εδώ στη LiFO κατόπιν την εμπειρία. Την οποία και σας μεταφέρω, αν και με ανάποδη στροφή και τροπή.


Μια σκιά της νοστιμιάς του το μαγαζί, μια πείνα να μας κολλά στα χείλη με κάθε πιάτο, ένα ανευχαρίστητο, να παραγγέλνουμε ξανά και ξανά, όλο το μενού δοκιμάσαμε -ανεπιτυχώς- μπας και μας κάτσει κάτι της προκοπής. Από αυτά τα ελληνικά παράδοξα, που μια ζωή σ' αυτή τη δουλειά δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω.

 

Ίδια αφεντικά, ίδιο μενού, ίδιο ντεκόρ, ίδιο χέρι στην κουζίνα, κι όμως, μια άλλη γεύση: ανάλατη, κουτσή, στραβή, ανόρεκτη, ατελής, σαν οργασμός που σε κυκλώνει αλλά τελικά αποφασίζει να το στρίψει στη γωνία. Το ίδιο πρωί, θα σας το είχα συστήσει ανεπιφύλακτα. Ώρες μετά, παίζει στα trash/delete.

 

Κι εδώ ο κριτικός/παρουσιαστής εστιατορίων σηκώνει τα χέρια και ουδεμία ευθύνη φέρει. Εγώ, πάλι, λέω να μην τα σηκώσω και να επιχειρήσω μια εξήγηση, καθώς με δύο εστιατόρια στο παρελθόν μου έχω βιώσει και την αντίπερα, την πίσω από τα φώτα όχθη.

 

Με τα χρόνια κατάλαβα αυτό το ανεξερεύνητο που λένε οι εναλλακτικοί: την αύρα, την ενέργεια. Που μπορεί να είναι και Φυσική, δεν είμαι αρμοδία να κρίνω. Το μαγαζί συλλαμβάνει την πιο αδιόρατη στραβομάρα και την προδίδει στο κοινό, σαν μεγεθυντικός καθρέφτης. Καθ' ότι το εστιατόριο είναι πρωτίστως μια ιστορία ανθρώπων: ιδιοκτητών, μαγείρων και σερβιτόρων.

 

Κάθε εστιατόριο έχει κάτι το μεταφυσικό. Κάτι το άλεκτο, το πέρα από σένα που είσαι το αφεντικό του, μια δική του άποψη και μια δική του ζωή, πέρα από τις λέξεις. Σαν κωφός ζωντανός οργανισμός, που κάτι θέλει να σου πει αλλά δεν μπορεί.

 

Εκείνη τη μικρή στιγμή της κάθε μέρας όπου όλα είναι έτοιμα στα πόστα τους και ξεκλειδώνεις το «ανοίξαμε και σας περιμένουμε», έχω δει το μαγαζί να αντιδρά. Όλα να είναι εντάξει, στην τελειότητα, αλλά ολόγυρα να νιώθεις σαν υγρασία στο δέρμα, μια ανεξήγητη σκοτεινιά.

 

Εκείνη τη μέρα, το φαγητό βγαίνει κακομούτσουνο, οι πελάτες θα γκρινιάζουν για τις πιο σουρεαλιστικές κουλαμάρες, θα πέσουν τα φώτα, θα χαλάσουν οι τουαλέτες, θα γίνει σεισμός, θα μπει η Εφορία και λίγο μετά το Υγειονομικό.

 

Άλλες μέρες πάλι, από μόνο του το μαγαζί γελά σαν ήλιος, τα φώτα σαν να φωτίζουν αλλιώς και πιο μαγικά, το ίδιο φαγητό σερβίρεται θεσπέσιο και στην ώρα του, η μουσική σαν να μαγεύεται από μόνη της, βλέπεις τους πελάτες να φλερτάρουν πάνω από ψητές σαρδέλες και την αστερόσκονη να λαμπυρίζει πάνω στα βρόμικα, άδεια πιάτα.


Με τα χρόνια κατάλαβα αυτό το ανεξερεύνητο που λένε οι εναλλακτικοί: την αύρα, την ενέργεια. Που μπορεί να είναι και Φυσική, δεν είμαι αρμοδία να κρίνω. Το μαγαζί συλλαμβάνει την πιο αδιόρατη στραβομάρα και την προδίδει στο κοινό, σαν μεγεθυντικός καθρέφτης. Καθ' ότι το εστιατόριο είναι πρωτίστως μια ιστορία ανθρώπων: ιδιοκτητών, μαγείρων και σερβιτόρων.

 

Για να μεταφέρεις σωστά μια άποψη, πρέπει να έχεις πάει πολλές φορές και για πολύ χρόνο σε ένα μαγαζί.
Για να μεταφέρεις σωστά μια άποψη, πρέπει να έχεις πάει πολλές φορές και για πολύ χρόνο σε ένα μαγαζί.

 

Ένα γκομενικό τηλέφωνο που δεν χτύπησε στην ώρα του, ένας φουσκωμένος λογαριασμός της ΔΕΗ, ένα καυγαδάκι, μια γρίπη, μια μούντζα που έφαγες στα φανάρια, μια δήλωση του Τσίπρα, μια τόση δα στενοχώρια, μια αναποδιά προσωπική κάποιου εκεί μέσα, και πάει το πάρτι για σήμερα. Τώρα, ποια μέρα θα τύχει να σε επισκεφτεί ο μπλόγκερ/κριτικός/δημοσιογράφος είναι θέμα τύχης και ανάλογων εντυπώσεων.

 

Για να μεταφέρεις σωστά μια άποψη, πρέπει να έχεις πάει πολλές φορές και για πολύ χρόνο σε ένα μαγαζί. Και τα δύο αποκλείονται στατιστικά, αν μετρήσεις τον αριθμό των ρεστοπαρουσιάσεων στα ελληνικά μίντια. Με ελάχιστες εξαιρέσεις που αφορούν το αγαπημένο στέκι του καθενός.

 

Αφετέρου, η κριτική κάνει ακόμη ένα μεγάλο λάθος. Στο εστιατόριο πρέπει να πας πεινασμένος, αλλιώς υπάρχουν και τα μπαρ, αλλά όχι μόνο γιατί πεινάς, αλλιώς υπάρχουν και τα φαστ/ορθάδικα/περίπτερα/ντελιβεράδικα/τυροπιτάδικα/το ψυγείο σου. Πεινασμένος για φαγητό αλλά και για χαρά, επικοινωνία, γέλιο, καλοπέραση εν γένει. Το εστιατόριο είναι μια συνολική εμπειρία και όχι μόνο μια ξερή κουζίνα.

 

Ο πελάτης που πάει κάπου για να βυθιστεί αυτιστικός σε ένα πιάτο, μου κάνει κάπως σαν το χειρούργο που συγκεντρώνεται πάνω σε ένα σώμα. Κι αυτό δεν είναι χαρά της ζωής.

 

Όσο μιλάμε για το φαγητό, θα έπρεπε να μιλάμε για το ντεκόρ, τη μουσική, τις ιστορίες ζωής πίσω από τον μάγειρα ή τον επιχειρηματία, τις τουαλέτες, τον κόσμο τριγύρω, αναλύοντας διεξοδικά την κάθε λεπτομέρεια που κεντά τον καμβά του «επεράσαμε όμορφα» ή «χάλια».

 

Το αν η μελιτζανοσαλάτα σερβίρεται με μαϊντανό ή με φέτα, εδώ δηλαδή που εστιάζει ο κάθε παρουσιαστής, είναι μια λεπτομέρεια, για την οποία εξάλλου θα με ενημερώσει το μενού.

 

Θα προτιμούσα να ακούσω για τι πράγμα μιλούσαν οι διπλανοί και τι φορούσαν στο απέναντι τραπέζι, με ποιο χιτάκι συνοδευόταν το τηγανητό μπαρμπούνι.


Και κάπως έτσι, για να επανέλθω στην αρχή, τρώγοντας ανοστίλες, αποφασίσαμε να βάλουμε στη μέση του τραπεζιού το ερώτημα «πες ποιο είναι το πιο αξέχαστο δείπνο της ζωής σου, χωρίς να το σκεφτείς!». Στις 12 απαντήσεις, δεν εντοπίστηκε ούτε ένα αστέρι Michelin, ούτε ένας επώνυμος σεφ, κανένα πανάκριβο εστιατόριο.

 

Ήταν μια στάση στη μέση του πουθενά στον Ταΰγετο, σε μια πανσιόν για έρωτες με την ώρα, όπου το αφεντικό τηγάνισε πατάτες και λουκάνικα από το σούπερ μάρκετ. Ήταν ένα σάντουιτς με κονσέρβα τόνο, μια μαύρη νύχτα, σε ένα σκονισμένο μπακάλικο της ερήμου, στο Μαρόκο. Ήταν η γραβιέρα με το παξιμάδι της κρητικιάς γιαγιάς σε έναν καφενέ στα Ανώγεια. Ήταν μια ομελέτα με Σβαν και άμμο σε μια παραλία στην Αμοργό. Ήταν ο ήχος του φλοίσβου και τα πουλάκια κάτω από ένα αρμυρίκι στη Σκύρο όπου «δεν θυμάμαι τι φάγαμε», ήταν μια μακαρονάδα μεθυσμένη μετά από καλοκαιριάτικο ξεσάλωμα στην Πάτμο, με ντοματίνια κλεμμένα από μποστάνι στη διαδρομή.


Ήταν, τελικά, ο διονυσιασμός. Που λείπει από κάθε κριτική.