Πέρυσι θανάτωσα τον σκύλο μου. Η Μίκα ήταν ένα αδέσποτο σκυλί από καταφύγιο, περίπου 10 ή 12 χρονών· δεν είμαι σίγουρος. Αυτή η ηλικία αντιστοιχεί σε 80 ανθρώπινα χρόνια, κάτι που θεωρείται ήδη αρκετό. Το πιο περίεργο όμως για κάποιον που ζει με έναν σκύλο είναι το πόσο γρήγορα μεγαλώνει σε σύγκριση με εμάς – στην αρχή είναι θεωρητικά νεότερός μας, στη συνέχεια συνομήλικος, και τελικά μας ξεπερνά, κατηφορίζοντας προς τη δύση της ζωής του, μέσα σε μόλις περίπου μια δεκαετία. Παρατηρώντας λοιπόν αυτόν τον επιταχυνόμενο ρυθμό, φαίνεται πως ο κάτοχος ενός σκύλου καλείται συχνά να τον συνοδεύσει στην τελική του πορεία μαθαίνοντας πολλά πράγματα για τον θάνατο στο μεταξύ. 

 

Η Μίκα ήταν ένα υπέροχο σκυλί. Εμφανώς κακοποιημένο πριν καταλήξει στο καταφύγιο και με ουλές στο κεφάλι όταν την έσωσα. Έτρεμε απ’ τον φόβο της κάθε φορά που κρατούσα σκούπα ή τσουγκράνα, και αναστατωνόταν πολύ εύκολα γρυλίζοντας αμυντικά κάθε φορά που άλλα σκυλιά πλησίαζαν να τη μυρίσουν. Μεγαλώνοντας όμως περιόρισε το άγχος της και έγινε σχεδόν «παθολογικά χαδιάρα», όπως όλα τα ζωάκια όταν απαιτούν να τα χαϊδέψει κάποιος που βρίσκεται δίπλα τους εκείνη τη στιγμή. Όσο ήμουν εργένης ήταν η καλύτερη συντροφιά στον καναπέ βλέποντας μαζί τηλεόραση, και με βοήθησε να κερδίσω την προσοχή μιας γυναίκας κτηνιάτρου, που τελικά έγινε η γυναίκα μου. Και πράγματι, πολλές φορές η γυναίκα μου αστειεύεται – μεταξύ σοβαρού και αστείου – λέγοντας πως ποτέ δε θα με είχε προσέξει αν δεν είχα σκύλο.

 

Όταν πλέον ήμαστε έτοιμοι, ρώτησα αν μπορούσα να πιέσω τη σύριγγα, και ο κτηνίατρος έβαλε το χέρι μου πάνω στο δικό του για να το κάνουμε μαζί. Ανησυχούσα μήπως η Μίκα διαμαρτυρηθεί, αλλά δευτερόλεπτα αφότου της χορηγήθηκε το φάρμακο, πήρε απλώς μια βαθιά και μεγάλη εισπνοή και εξέπνευσε για τελευταία φορά. 

«Καλό σκυλάκι» της ψυθίρισα. «Καλό σκυλάκι».

 

Δεν ξέρω γιατί, αλλά έχω συνδυάσει τον τρόπο που πεθαίνει ένας σκύλος με μια σκηνή από την ταινία του Ντίσνευ «Old Yeller» (1957): μετά από χρόνια σταθερής φιλίας, όταν ο πιστός σύντροφος του ήρωα δεν βρίσκει πλέον ευχαρίστηση στο να κυνηγά κουνέλια και μετά βίας σηκώνει το κεφάλι του από την αδιαφορία, ο ιδιοκτήτης του επιστρατεύει την καραμπίνα του για να τον βγάλει από τη μιζέρια. Η περίεργη αυτή βουκολική φαντασίωση για κάποιον που ζει στο Λος Άντζελες δε με εμπόδισε ωστόσο να διαμορφώσω χωρίς δεύτερη σκέψη τις απόψεις μου για τον θάνατο ως γιατρός. 

 

Στην επιστήμη της ιατρικής, οι οποιεσδήποτε επεμβάσεις για τη σωτηρία μιας ζωής μέχρι την τελευταία στιγμή αποτελούν σύνηθες φαινόμενο. Ως ειδικευόμενος πριν από 20 χρόνια, θυμάμαι πως αναρωτιόμουν για τη ματαιότητα αυτών των προσπαθειών σε ασθενείς που πονούσαν και υπέφεραν από πολυοργανική ανεπάρκεια, και κρατιούνταν στη ζωή με τη βοήθεια μηχανημάτων και 30 ή 40 φαρμακευτικών αγωγών, χωρίς ελπίδα να βγουν ποτέ απ’ το νοσοκομείο. Ποιο το νόημα; Και η ποιότητα ζωής; Τί απέγινε; Παρά τις καταραμένες αυτές επιφυλάξεις όμως ποτέ δεν παραιτούμαστε. Όσο οι ειδικευόμενοι έριχναν τις ευθύνες ο ένας στον άλλον από βάρδια σε βάρδια, ένας ασθενής φώναξε «Δεν θα πεθάνω όσο είναι στο χέρι μου». Και γι’ αυτό ακριβώς βάλαμε όλοι τα δυνατά μας. 

 

Χωρίς εντολές «μη ανάνηψης» στο ιατρικό αρχείο που μας ανάγκαζαν να διακόψουμε τις «ηρωικές προσπάθειες», ούτε που μας πέρασε ποτέ από το μυαλό να κάνουμε  κάτι λιγότερο προκειμένου να παρατείνουμε τον χρόνο ζωής. Το οικονομικό κόστος δεν αποτέλεσε ποτέ παράγοντα αυτής της εξίσωσης και ούτε λήφθηκε ποτέ υπόψιν όσο εμείς αναχαιτίζαμε τον θάνατο. Όπως αναφέρει εξάλλου ο όρκος του Ιπποκράτη: «Ούτε θα δίνω θανατηφόρο φάρμακο σε κάποιον που θα μου το ζητήσει, ούτε θα του κάνω μια τέτοια υπόδειξη». 

 

Η Μίκα υπέφερε από ισχιομηριαία δυσπλασία εξ αρχής. Έτσι, όταν ξεκίνησαν οι ολοένα και αυξανόμενες κινητικές δυσκολίες, με εμφανείς πόνους τις περισσότερες φορές, εγώ και η γυναίκα μου τής ξεκινήσαμε τις φαρμακευτικές αγωγές. Στραφήκαμε ακόμα και στον βελονισμό, που τη βοήθησε αρκετά για ένα διάστημα. Όμως μια μέρα, καθώς ξεκινούσαμε την πρωινή μας βόλτα, η Μίκα περπάτησε μέχρι το τέλος της εισόδου, έκατσε κάτω και αρνήθηκε να συνεχίσει ακόμα κι αν της τραβούσα το λουρί. Το ίδιο συνεχίστηκε και τις επόμενες μέρες, οπότε σταμάτησα να προσπαθώ. Τότε η γυναίκα μου πρότεινε να της κάνουμε ευθανασία, αλλά κάτι τέτοιο μου φάνηκε γελοίο. Εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου κατακλύστηκε από τη σκηνή του Old Yeller και τις εμπειρίες μου ως γιατρός, και φαντάστηκα τη Μίκα να παλεύει με τους αφόρητους πόνους και να μάχεται για την τελευταία της πνοή μέχρι τέλους. Δε μου φαινόταν σωστό να την αφήσω να φύγει, γιατί δεν είχε υποφέρει ακόμα όσο θα ‘πρεπε. 

 

Η γυναίκα μου, ως κτηνίατρος, είχε μια εντελώς διαφορετική άποψη για τα πράγματα. Δεν έβλεπε την ενδεχόμενη ευθανασία του σκύλου μας ως παραίτηση όπως πίστευα εγώ, αλλά ως πράξη συμπόνοιας που θα προλάβαινε τον περιττό, αλλά αναπόφευκτο πόνο και τη μελλοντική ταλαιπωρία. Θεωρούσε πως οφείλουμε να μη στερήσουμε αυτή την επιλογή από τα κατοικίδιά μας εφόσον είμαστε υπεύθυνοι για τη φροντίδα τους, και ειδικότερα όταν τα ζώα δεν μπορούν να αντιληφθούν τί σημαίνει πόνος ή να καθορίσουν μόνα τους το πόσο θέλουν και αντέχουν να υποφέρουν.

  

Πράγματι, οι Κατευθυντήριες Γραμμές της Ευθανασίας των Ζώων της Αμερικανικής Κτηνιατρικής Ένωσης 2013 (American Veterinary Medical Association Guidelines for the Euthanasia of Animals) αναγνωρίζουν πως «δεν υπάρχει συναίνεση σχετικά με το πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για να αφαιρεθεί μια ζωή». Επισημαίνουν εξάλλου, ότι «η ευθανασία θεωρείται ο σωστός τρόπος για να συντομεύσουμε την προδιαγεγραμμένη πορεία ενός ζώου... σε περίπτωση που η ιατρική παρέμβαση μπορεί απλώς να επιμηκύνει ανίατες ασθένειες, ή σε περίπτωση που η τρέχουσα κατάσταση υγείας δεν μπορεί πλέον να βελτιωθεί».

 

Στα χρόνια πριν το γάμο μας, η γυναίκα μου επέστρεφε σπίτι μετά από μια κουραστική μέρα στη δουλειά και έλεγε: «σκότωσα έναν ασθενή μου σήμερα». Αργότερα κατάλαβα πως στην ουσία καταδίκαζε τον εαυτό της για μια τέτοια ήττα, αντικατοπτρίζοντας τη σκληρή πραγματικότητα να αφαιρείς τη ζωή κάποιου σκύλου ή γάτας με φάρμακα, ενώ  περιτριγυρίζεσαι από περίλυπους ιδιοκτήτες κατοικιδίων κι ένα τσούρμο παιδιών.

 

Αυτό το περίεργο κράμα ενοχής, λόγω της αποτυχίας σου να σώσεις μια ζωή, και αποφασιστικότητας, ότι δηλαδή εσύ είσαι αυτός που θα τελικά θα την αφαιρέσει, είναι γνωστό σε κάθε κτηνιατρική κλινική όπου η ευθανασία συνιστά καθημερινό φαινόμενο. Η λέξη ευθανασία σημαίνει «καλός θάνατος», ένας όρος που με ξενίζει  πολύ, παρά την εκπαίδευσή μου ως γιατρός. Οποιοσδήποτε ασκεί αυτό το επάγγελμα μπορεί ανά πάσα στιγμή να νιώσει ένοχος επειδή στο τέλος δεν κατάφερε να κρατήσει τον ασθενή του στη ζωή, όμως η αίσθηση ενοχής σχεδόν πάντα αντισταθμίζεται από τη σκέψη πως έκανε τα αδύνατα δυνατά, ακόμα κι αν τελικά έχασε τη μάχη με τον καρκίνο, τη φύση, το Θεό ή οτιδήποτε άλλο. Το να είναι κανείς γιατρός σημαίνει πως μερικές φορές πρέπει να αποδέχεται την ήττα του, αλλά όχι και τη σφραγίδα του θανάτου.

 

Με την πάροδο του χρόνου άρχισε να μειώνεται η επίδραση των φαρμακευτικών αγωγών και του βελονισμού στη Μίκα και να αυξάνεται η εξάντληση στα πίσω της πόδια τόσο, που περπατούσε για πολύ λίγο κι ύστερα κατέρρεε. Παραπατούσε πλέον συνεχώς, μέχρι που μια μέρα που λείπαμε απ’ το σπίτι έπεσε στην πισίνα και χρειάστηκε να τη σώσει κάποιος γείτονας. Το τρίχωμα στη μουσούδα της γινόταν όλο και πιο γκρι όσο ο χρόνος λιγόστευε γι’ αυτήν, και πολλές φορές αναστέναζε κοιτώντας μας από μακριά. Δεν μπορούσε πια να ελέγξει το έντερό της προκαλώντας αρκετά ατυχηματάκια στο σπίτι. 

 

 

Και τότε ήταν η στιγμή που η αμφιβολία για την ευθανασία έδωσε τη θέση της στον προγραμματισμό της: πότε τελικά θα να έπρεπε συμβεί.

 

Η διαφορετικές στάσεις απέναντι στο ζήτημα της ευθανασίας στα ζώα και στους ανθρώπους είναι κατανοητή. Στο κάτω κάτω οι άνθρωποι πάντα σκότωναν χωρίς τύψεις τα ζώα για τροφή, προκειμένου να μη γίνουν οι ίδιοι τροφή γι’ αυτά, πολύ πρωτού φτάσουν στο σημείο να τα εξημερώσουν για να τους κρατούν συντροφιά. Παρόλο που  ιουδαιοχριστιανικές και ισλαμικές παραδόσεις περιλαμβάνουν απαγορεύσεις σχετικά με τη δολοφονία και την αυτοκτονία των ανθρώπων, πολλά θρησκευτικά δόγματα αμφισβητούν την ύπαρξη  ψυχής στα ζώα. Και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ευθανασία χρησιμοποιείται ως ηθικό μέσο πρόληψης του πόνου στον κλάδο της κτηνιατρικής, πολλοί προτιμούν απλώς να εγκαταλείψουν τα κατοικίδιά τους στο δρόμο ή τα κουτάβια τους στα σκουπίδια ή να μην ασχοληθούν καν με περιττά έξοδα για σωτήριες ιατρικές διαδικασίες. Δεν είναι να απορεί κανείς που η φράση «πέθανε σαν σκυλί» περιγράφει ιστορικά τον πιο θλιβερό τρόπο να πεθαίνει κανείς.

 

Παρόλο που ο «αξιοπρεπής θάνατος» υποστηρίζεται όλο και περισσότερο σε πολλά μέρη του κόσμου, συνήθως κανείς δεν καταφέρνει τελικά να «πιέσει τη σύριγγα»

 

Το 2009, η αμερικανική νομοθεσία που θα επέτρεπε στους ιατρούς να αποζημιωθούν από την Medicare για την εθελοντική παροχή συμβουλευτικής υποστήριξης στους ασθενείς σχετικά με την επιλογή τους να κλείσουν τον κύκλο της ζωής τους, νικήθηκε εξαιτίας των πολιτικών αντιδράσεων για τα «πάνελ θανάτου». Και όμως, όπως πραγματεύομαι στο Παγκόσμιο Περιοδικό Ψυχιατρικής (World Journal of Psychiatry) το 2015, το θέμα της ανθρώπινης ευθανασίας έρχεται τώρα όλο και περισσότερο στο προσκήνιο. Δεδομένου ότι η ιατρική πρόοδος που σχετίζεται με την επέκταση της ζωής τα τελευταία 50 χρόνια, πυροδότησε αυξανόμενες ανησυχίες για την παράταση του πόνου και την απώλεια της αυτοεξυπηρέτησης, το κίνημα της ευθανασίας της δεκαετίας του 1930 έχει αποκτήσει δυναμική και έχει εξελιχθεί μέσω κινημάτων για το «δικαίωμα θανάτου» και «θανάτου με αξιοπρέπεια», γεγονός που μας προκαλεί να εξετάσουμε καλύτερα το ερώτημα του τι τελικά συνιστά έναν «καλό θάνατο».

Σήμερα, οποιαδήποτε μορφή εθελοντικής ενεργού ευθανασίας -θάνατος με τη χορήγηση θανατηφόρου δόσης φαρμάκων για την αποφυγή πόνου και ταλαιπωρίας- είναι νόμιμη σε πολλά κράτη των Η.Π.Α., καθώς και στην Ιαπωνία και σε μέρη της Ευρώπης, όπως το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία. 

 

Ακόμα κι αν το ιστορικό χάσμα μεταξύ των στάσεων απέναντι στην ευθανασία για τον άνθρωπο και για τα ζώα συρρικνώνεται, ο διάβολος που κρύβεται στις λεπτομέρειες της πολιτιστικής κύρωσης σχετίζεται με το ποιος μπορεί στην πραγματικότητα να χορηγήσει ή να είναι διατεθειμένος να χορηγήσει τα φάρμακα που τερματίζουν τη ζωή. Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία, το άτομο στο οποίο επιβάλλονται κυρώσεις (είτε ιατρός, είτε μέλος της οικογένειας, είτε κάποιος τρίτος, είτε πρόσωπο που επιδιώκει να τερματίσει τη ζωή του) διαφέρει ανάλογα με τη δικαιοδοσία. Παρόλο που ο «αξιοπρεπής θάνατος» υποστηρίζεται όλο και περισσότερο σε πολλά μέρη του κόσμου, συχνά ούτε οι γιατροί ούτε οι ασθενείς που επιδιώκουν το θάνατο καταφέρνουν τελικά να «πιέσουν τη σύριγγα» και να αναλάβουν την ευθύνη για την αναπόδραστη έλευση του θανάτου. Σε αυτό το πλαίσιο, η ευθανασία παραμένει ένα από τα φλέγοντα ζητήματα της ιατρικής.

 

Συνεπώς, βρισκόμαστε πλέον στη θέση να συζητάμε για μια σειρά πιθανών επιλογών περίθαλψης στο τέλος του κύκλου ζωής: Παθητική ευθανασία (λιγότερες παροχές για να διατηρηθεί η ζωή, συμπεριλαμβανομένης της τροφής ή του νερού), υποβοηθούμενη από γιατρό αυτοκτονία (με την παροχή μέσων για τον ασθενή ώστε να τερματίσει τη ζωή του) και ενεργή εθελοντική ευθανασία (χορήγηση ενός θανατηφόρου φαρμάκου σε έναν ασθενή).

Μια ολοένα πιο δημοφιλής επιλογή στην ιατρική, συνίσταται στη χορήγηση φαρμάκων που ανακαουφίζουν από τον πόνο, μέχρι το σημείο της πιθανής απώλειας συνείδησης. Παρόλο που ο θάνατος αποτελεί πιθανή παρενέργεια, η παρηγορητική καταστολή παραμερίζει τις ηθικές αντιρρήσεις της αυτοκτονίας και της ευθανασίας μέσω του ήθους της λεγόμενης «διπλής επίδρασης», η οποία υποστηρίζει ότι ο θάνατος αποτελεί αποδεκτό επακόλουθο, σε περίπτωση που δεν είναι σκόπιμο, σε ασθενείς που βρίσκονται στο τελευταίο στάδιο. Φτάνοτας στα άκρα της ευρύτερης σημασίας του «καλού θανάτου» για τους ανθρώπους, οι συνάδελφοί μου στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια του Λος Άντζελες ερευνούν εδώ και καιρό τη χρήση ψυχεδελικών φαρμάκων όπως η ψιλοκυβίνη, προς ανακούφιση του άγχους και των συμπτωμάτων κατάθλιψης, προσπαθώντας να ανιχνεύσουν το νόημα του τέλους της ζωής.

 

Μετά από εβδομάδες διστακτικότητας, η γυναίκα μου κι εγώ αποφασίσαμε να ορίσουμε την ημερομηνία της ευθανασίας της Μίκα. Ζητήσαμε από έναν φίλο κτηνίατρο να κάνει την ευθανασία στο σπίτι. Όταν έφτασε η μέρα, η γυναίκα μου ανέβαλλε συνεχώς το μοιραίο τηλεφώνημα, μέχρι που εγώ ο ίδιος την παρότρυνα να το κάνει επειδή δεν άντεχα άλλο. Ο κτηνίατρος ήρθε στο σπίτι και χορήγησε Euthasol ενδοφλεβίως στη Μίκα όσο καθόμασταν δίπλα της στο πάτωμα, δίνοντας της αμέτρητα χάδια και αποχαιρετώντας τη με δάκρυα στα μάτια.

 

Όταν πλέον ήμαστε έτοιμοι, ρώτησα αν μπορούσα να πιέσω τη σύριγγα, και ο κτηνίατρος έβαλε το χέρι μου πάνω στο δικό του για να το κάνουμε μαζί. Ανησυχούσα μήπως η Μίκα διαμαρτυρηθεί, αλλά δευτερόλεπτα αφότου της χορηγήθηκε το φάρμακο, πήρε απλώς μια βαθιά και μεγάλη εισπνοή και εξέπνευσε για τελευταία φορά.

 

«Καλό σκυλάκι» της ψυθίρισα. «Καλό σκυλάκι».

 

Ήταν όντως ένας καλός θάνατος. Και είμαστε τυχεροί γι’ αυτό.

 

________

Die like a dog. Toυ Josef Pierre, καθηγητή ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας  και επικεφαλής της Διεύθυνσης Νοσοκομειακής Ψυχιατρικής του Συστήματος Υγείας του Λος Άντζελες.

Δημοσιεύτηκε στο ψηφιακό περιοδικό Aeon και αναδημοσιεύεται με την άδειά του.

Μετάφραση για το LIFO.gr: Ντένια Τζουανάκη