Όταν η Ελλάδα της Κρίσης έγινε μόδα ανάμεσα στους Ευρωπαίους αριστερούς της σαμπάνιας (πράγμα που αργότερα θα οδηγούσε στα tours του επαναστατικού κλαυσίγελου στα Εξάρχεια!), συνέπεσε να γυρίσει και ο Μπουρντέν ένα επεισόδιο του «Parts Unknown» στη Νάξο. 

 

Περιμέναμε όλοι με ιδιαίτερη περιέργεια τι θα δείξει, δεδομένου ότι τον είχαμε (και έχουμε) σε εκτίμηση.

 

Σε γενικές γραμμές, το επεισόδιο ήταν κατώτερο του επιπέδου του (τα γράφει ο Μιχάλης Μιχαήλ εδώ) ‒ αλλά, προσωπικά, εκείνο που με εξέπληξε περισσότερο είναι ότι βασικές ελληνικές παρουσίες του επεισοδίου του ήταν ένα «επαναστατικό μουσικό σχήμα», oι επικαλούμενες «αντιφασίστριες με το ακορντεόν», «Αδέσποτες Σκύλες».

 

Με αυτές καθόταν να φάει, δήθεν τυχαία, στην ακρογιαλιά, με αυτές κουβέντιαζε για την κοινωνικοπολιτική κατάσταση, αυτές έδειξε επί το έργον ‒να τραγουδάνε ένα «αντιφασιστικό» τραγούδι ας πούμε απλοϊκό.

 

 

 

Έξυνα το κεφάλι μου: πού διάολο έψαξε ολόκληρος Μπουρντέν για να ανακαλύψει αυτά τα πρόσωπα που δεν ήξερε κανείς και μέσω αυτών να σκιτσάρει τη φάση μιας ολόκληρης κοινωνίας; Έψαξε πολύ; Ή του τις έφεραν πακέτο, χωρίς ρώτημα; Ποιοι;

 

Ψάχνοντας στο ελληνικό Ίντερνετ, είδα ότι οι Αδέσποτες Σκύλες αναφέρονταν ελάχιστα: βασικά, σε ένα προσωπικό τους μπλογκ (που έπαψε να ανανεώνεται από πρόπερσι) και μια σελίδα τους στο fb που υπάρχει ακόμη, όπου ανακοινώνουν τις αραιότατες παραστάσεις τους για 3-4 μέρες στο αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο Εμπρός. Πέραν τούτου, σιγή.

 

Αντιθέτως, το αγγλόφωνο Ίντερνετ ήταν πολύ πιο ενθουσιώδες: ο βαρύς κι ασήκωτος Paul Mason (που όταν ήμασταν γονατισμένοι μας ερωτεύτηκε μέσα στα γραφικά μας αίματα, ενώ τώρα μας βαρέθηκε λίγο, ως λιγότερο δραματικούς) παρουσίαζε τις Σκύλες περίπου σαν τις Σάρες Μπερνάρ των Αγανακτισμένων. Και όχι μόνο στην αμετροεπή «Guardian». Aλλά και στο Medium. Kαι στο Vimeo. Και στο Nation. Και στο πολύπλαγκτο ντοκιμαντέρ του «This is a coup». Και τι δεν έλεγε γι' αυτές!

 

Τις περιγράφει ότι μπουκάρουν σε δρόμους και μπαρ, ο κόσμος τις επευφημεί παραληρώντας, εκείνες βγάζουν λογύδρια για την Κρίση (άραγε πάνω στην μπάρα; ‒ δεν διευκρινίζεται) και ο κόσμος χειροκροτεί. «Αντιφασίστριες τα μεσάνυχτα, με ψηλά τακούνια + ακορντεόν»… «Παλαίμαχες του αγώνα ενάντια στη λιτότητα, που μετέτρεψαν τις συμπλοκές των δρόμων σε μορφή τέχνης…». Έτσι γράφει.

 

Μορφή τέχνης αυτό;! Ή κάτι πίνει ο Paul ή οι πολύχρονοι αγώνες του στα μετερίζια του εξωτικού προλεταριάτου τού στέρησαν κάθε αισθητική αγωγή.

 

Eίναι ο πλανήτης του fixer. Αυτού του υποτίθεται «δικτυωμένου» τύπου (υβρίδιο γραφέως, λεγάμενου και δημοσιοσχεσίτη), ο οποίος για ένα χαρτζιλίκι ξεναγεί τους απεσταλμένους δημοσιογράφους στην πόλη του ‒ακριβέστερα, τους σερφάρει από μαγαζάτορα σε influencer και από λιγδιάρικη φουφού σε απόρθητη γκαλερί, προσπαθώντας να τους εντυπωσιάσει με την ψαγμένη γνώση του ως χαριτωμένου παρταόλα‒, ενώ ταυτόχρονα κοιτάει να ικανοποιήσει και την ψοφοδεή ατζέντα του.

 

Τι συμβαίνει; Πώς αυτοί οι δύο, κατά τα άλλα ευφυείς ξένοι δημοσιογράφοι επέλεξαν ως ελληνικό σύμβολο κάτι που ο κόσμος αγνοεί, όχι επειδή είναι πολύ πρωτοποριακό αλλά επειδή μάλλον δεν τον αφορά;

 

Πού πάνε οι ποικίλες Αδέσποτες Σκύλες, όταν φεύγουν τα ξένα συνεργεία;

 

Απάντηση: εκεί που ήταν πάντα. Στο ημίφως όπου χιλιάδες καλλιτέχνες προσπαθούν να υπάρξουν. Μέχρι να τις αποθεώσει πάλι ένας νέος αμετροεπής σταρ της διεθνούς δημοσιογραφίας, ο οποίος έρχεται να ακτινογραφήσει μια ολόκληρη κοινωνία μέσα σε ένα τετραήμερο, κάνοντας μπαρότσαρκες με έναν fixer στο ιστορικό κέντρο. 

 

Και το χαβιάρι κατάμαυρο.

 

Αφότου παγκοσμιοποιήθηκαν τα media και άρχισε να συνομιλεί πυκνότερα ο κόσμος, δίπλα στα καλά του πράγματος γεννήθηκε κι ένα κακό: Το παγκόσμιο χωριό γέννησε παγκόσμιους χωριάτες: μια νέα τάξη της δημοσιογραφίας που μιλά ως ψαγμένος ειδήμων και για την τελευταία τρύπα του πλανήτη. 

 

Πώς συνάζεται τόση ποικίλη και χωνεμένη γνώση; Ε, δεν συνάζεται!

 

Απλώς υπάρχει ένα παρεάκι, ας πούμε, εγκυκλοπαιδιστών της καθημερινής ζωής που αλληλοστηρίζεται και αλληλοκαλύπτεται, στον πόλεμο και στην ειρήνη, συχνά ανταλλάσσοντας την ίδια βαρετή λίστα που βρίθει από κλισέ «για μυημένους» και hot μέρη και tips για να φάει ο Μάρκο Πόλο το ανεκλάλητο σουβλάκι του.

  

Eίναι ο πλανήτης του fixer. Αυτού του υποτίθεται «δικτυωμένου» τύπου (υβρίδιο γραφέως, λεγάμενου και δημοσιοσχεσίτη), ο οποίος για ένα χαρτζιλίκι  ξεναγεί τους απεσταλμένους δημοσιογράφους στην πόλη του ‒ακριβέστερα, τους σερφάρει από μαγαζάτορα σε influencer και από λιγδιάρικη φουφού σε απόρθητη γκαλερί, προσπαθώντας να τους εντυπωσιάσει με την ειδική γνώση του ως χαριτωμένου παρταόλα‒, ενώ ταυτόχρονα κοιτάει να ικανοποιήσει και την ψοφοδεή ατζέντα του.

 

Με όλα όσα του φέρνει ο καιρός: 

  • την υπνοβασία του ίδιου σουρομαδημένου itinerary 
  • τον παραγοντισμό που πουλάει στους ντόπιους 
  • το χαρτζιλίκι που ενίοτε διακονεύει «για να σε βάλει στο Τάδε Ξένο Μέσο»
  • την προώθηση των φίλων του 
  • την προώθηση του εαυτού του 
  • ακόμη και τη χάρη να γράφει πού και πού ένα μονόστηλο στο μέσο που τον μίσθωσε

 

Θλιβερό; Θλιβερότατο. 

 

Διότι έτσι, μεγάλα, σπουδαία μέσα του εξωτερικού αναπαράγουν ανισόρροπες πληροφορίες που ενίοτε αγγίζουν τα fake news ― με βούλα!

 

Θα μου πεις, τι σημασία έχει αν οι Αδέσποτες Σκύλες είναι κάτι άγνωστο και το τάδε μπαρ δεν είναι το Τέμενος του στυλ ‒ αλλά το μπαράκι της Λουκίας που κερνάει μπόμπες στον fixer Αφροκαμήλα;

 

Εδώ που τα λέμε, δεν έχει σημασία. Την επόμενη μέρα ο καθένας είναι ο εαυτός του! Και η μόνη ουσιώδης διαπίστωση του άρθρου τούτου είναι ότι η έκρηξη της κοσμοπολίτικης δημοσιογραφίας (είτε πολιτικής, είτε lifestyle) είναι εν πολλοίς κούφια, αν όχι fake, και σίγουρα αστεία εν τη εαυτής πατρίδι.

  

Δεν μπορώ να μη θυμηθώ, κλείνοντας, κάτι ακριβώς αντίθετο: τον Robert Fisk.