Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Η καθημερινή ζωή μου με τον Τσαρούχη. Από τον Γιώργο Ορφανό.

28 χρόνια μετά το θάνατό του, ο μεγάλος δάσκαλος παραμένει ένα γοητευτικό αίνιγμα. Σε αυτήν την σπάνια, αποκλειστική μαρτυρία που μας επέδωσε το 2000 ο πιστός φίλος και μαθητής του, Γιώργος Ορφανός, σκιαγραφεί με χαρισματική ενάργεια την καθημερινή του ζωή δίπλα στον μεγάλο στοχαστή και καλλιτέχνη
Ο Τσαρούχης στην οδό Φιλελλήνων, 1961... Φωτ.: Δημήτρης Παπαδήμος ΕΛΙΑ/ LIFO

Το κείμενο αυτό του 1990, απ' το οποίο παραθέτω ατόφια τα δύο μικρότερα –πρώτο και τρίτο-μέρη, ήταν μια παραγγελία του Θανάση Νιάρχου για τον Πέμπτο και τελευταίο τόμο των Απάντων Τσαρούχη από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Βρισκόταν ήδη επί του πιεστηρίου και είχε αναγγελθεί από τις εφημερίδες η έκδοση, όταν ματαιώθηκε ξαφνικά, την τελευταία στιγμή, έπειτα από βέτο που έθεσε η διευθύντρια του Ιδρύματος Τσαρούχη και ανιψιά του ζωγράφου κυρία Νίκη Γρυπάρη με τη δικαιολογία ότι δεν εξυμνούσε και δεν πανηγύριζε όσο θα 'πρεπε το θείο της, εκτός του ότι του τα 'σουρνε μάλιστα και ένα χεράκι εδώ κι εκεί αυτό μου το γραπτό, κατά την αντίληψή της.

Ασφαλώς θα εννοούσε, φαντάζομαι, το δεύτερο κυρίως μέρος, που δεν περιλαμβάνεται εδώ κι όπου μιλώ με ωμότητα και αλήθεια, αλλά και με ανατριχιαστική ακρίβεια –θα επιμείνω- για τις μεταξύ μας σχέσεις και συνεργασίες είκοσι τόσων ετών. Οπωσδήποτε όμως ούτε στιγμή δεν προσπάθησα να κάνω την αγιογράφηση του Γιάννη.

Πάντως, άρεσε στον εκδότη, που μου είχε πει απερίφραστα, θυμάμαι πολύ καλά, ότι θα μπορούσε να 'χε μπει ως ο μοναδικός πρόλογος και στους πέντε τόμους Τσαρούχη. Ο δε Νιάρχος πρόσθετε, ενθουσιασμένος κι αυτός, ότι είναι σαν να βλέπεις ολοζώντανο μπροστά σου το μεγάλο καλλιτέχνη, απ' όλες του ανεξαιρέτως τις πλευρές.

Γιάννης Τσαρούχης, Δύο Άγγελοι, 1965
Γιάννης Τσαρούχης, Δύο Άγγελοι, 1965

Γιάννης Τσαρούχης, Δύο Άγγελοι, 1965

Κι όπως το κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι αυτοί, επηρέασε ανάμεσα σε άλλους και το Χατζηκυριάκο-Γκίκα και το Διονύση Φωτόπουλο, που ετοίμαζαν βιβλία απ' τις ίδιες εκδόσεις εκείνη τη χρονιά: τον πρώτο η περί φιλίας παράγραφος, τον δεύτερο τα περίφημα εκείνα «σπαγκάκια» του πεπρωμένου.

Ήμουν οπωσδήποτε ένας πάρα πολύ στενός φίλος του Τσαρούχη, και μάλιστα ένας από τους καλύτερους «όλων των εποχών του», αρκεί βέβαια να διέθετε ποτέ τέτοιο πράγμα στην πολυτάραχη και θρυλική ζωή του ο Γιάννης. Και με την προϋπόθεση, φυσικά, να ήταν το ίδιο ή κάτι ανάλογο μ' αυτό που έψαχνα κι εγώ από τη δική μου μεριά. Φίλους ισχυρούς τάχα ή με επιρροή, έστω και παλιοπαρεούλες δηλαδή, ώστε να μπαλώνομαι στην ανάγκη ή να σκοτώνω τον καιρό μου ευχάριστα και νωχελικά μαζί τους, αν και πάντα μέτρια και χλιαρά, εξυπακούεται. Αλλά δε χρειάζεται, νομίζω, να σας διαβεβαιώσω, ούτε καν απλά –γιατί το «κατηγορηματικά» εδώ περισσεύει-, ότι δεν ήταν καθόλου μα καθόλου τέτοιου είδους η περίπτωση. Κι αν τελικά επί μία συναπτή εικοσαετία (1969-1989) γίναμε κολλητοί –τονίζω και υπογραμμίζω τη μόνη σωστή και ακριβή έκφραση των μεταξύ μας σχέσεων-, αυτό οφειλόταν προπάντων σε κάποιες κοινές και στους δύο ιερές μανίες καταδιώξεως κι άλλες έμμονες μεγάλες ιδέες. Πως αλλιώς να ονομάσω αυτά τα πράγματα; Ένθεα και καιόμενα ψώνια, που πιστεύαμε όμως ακράδαντα ότι γεννηθήκαμε «προορισμένοι» σε τούτη τη ζωή για τη σωτηρία της Ελλάδος πρώτα και κύρια, και κατ' επέκταση του κόσμου όλου.

Αναχώρηση με οβάλ καθρέφτη: Αυτό το εξαιρετικό έργο συνδυάζει δύο από τα αγαπημένα θέματα του Τσαρούχη - τους ναυτικούς και τις πολύχρωμες νεκρές φύσεις.
Αναχώρηση με οβάλ καθρέφτη: Αυτό το εξαιρετικό έργο συνδυάζει δύο από τα αγαπημένα θέματα του Τσαρούχη - τους ναυτικούς και τις πολύχρωμες νεκρές φύσεις.
Σας παραθέτω δύο αποσπάσματα, την αρχή και το τέλος συγκεκριμένα, από ένα όλως αποκαλυπτικό κείμενο του Γιάννη Τσαρούχη γραμμένο το 1937, το οποίο περιλαμβάνεται αυτούσιο στις σελίδες 92-93 των ποιημάτων του από τις εκδόσεις Άγρα. «Ο Θεός με εγέννησε ή εγεννήθηκα για να σώσω την Ελλάδα, επειδή ο Θεός εληπήθηκε τον κόσμο. Είμαι η μεγαλύτερη καμελώτα της εποχής αυτής και κάθε άλλης εποχής [...] ο μεγαλύτερος εκλαϊκευτής, ο εχθρός εν τούτοις της εκλαϊκεύσεως. Ο Θεός ας βοηθήσει το παρδαλό σύμβολον που είμαι, σύμβολον κατ' εκλογήν του της μόνης αλήθειας». «Καμελώτα» σημαίνει, αν δεν πέφτω έξω, όπως το βρίσκω στο γαλλικό λεξικό: ξεφτίλικο είδος, ευτελές εμπόρευμα και λοιπά. Κι αν διαβάσετε προσεκτικά όλο εκείνο το κείμενο τώρα, όπως θα σας παρακαλέσω, θα καταλάβετε αμέσως ότι, όσο επηρεασμένο –προφανώς- απ' το συρμό του φθίνοντος μεγαλοϊδεατισμού του Μεσοπολέμου και με τους σχετικούς απόηχους απ' τον Περικλή Γιαννόπουλο, όσο φοδραρισμένο πιθανώς από τα όλο πυρ και μανία αισθητικά και άλλα «μετανοείτε» του πολύ και βαρύ Φώτη Κόντογλου κι αν είναι, όσο κι αν ελαφρά «καβαφίζει», σουρεαλίζοντας γενικά και αόριστα, κατά «σαλβατορνταλικό» τρόπο κάπως ειδικότερα, σε ειρωνικό-κυνικό τόνο καθώς είναι διατυπωμένο, δεν παύει, επιμένω, ν'αποτελεί άλλο τόσο και περισσότερο ένα πρώτης τάξεως πεντακάθαρο, και ολοκληρωτικό μάλιστα, τσαρουχικό μανιφέστο, που 'μελλε να βάλει έκτοτε κιόλας μεθοδικά, με πείσμα και φανατισμό, σε εφαρμογή ο μεγάλος αυτός καλλιτέχνης.
Γιάννης Τσαρούχης, Νεοκλασικό σπίτι στον Πειραιά, 1967. Αυτό το μνημειώδες έργο είναι το πιο σημαντικό ονειρικό τοπίο του Τσαρούχη και συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα έργα που έχει ζωγραφίσει. Μια πολύ μικρότερη εκδοχή, χωρίς το άλογο και τον αναβάτη στο κέντρο, βρίσκεται στη συλλογή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας.
Γιάννης Τσαρούχης, Νεοκλασικό σπίτι στον Πειραιά, 1967. Αυτό το μνημειώδες έργο είναι το πιο σημαντικό ονειρικό τοπίο του Τσαρούχη και συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα έργα που έχει ζωγραφίσει. Μια πολύ μικρότερη εκδοχή, χωρίς το άλογο και τον αναβάτη στο κέντρο, βρίσκεται στη συλλογή της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας.

Πιάνοντας σαν την μοίρα εκείνα τα εκτός σχεδίου πόλεως ακόμα τότε, τα έρημα, παραμελημένα και περιθωριακά στενά για να στήσει το καραούλι του. Διωγμένος, περιφρονημένος και ταπεινωμένος όπως πράγματι ήταν ή όπως κατά φαντασία αισθανόταν έντονα να 'ναι κι ο ίδιος. Πράγμα που όμως, σε τελευταία ανάλυση, κάνει περίπου το ίδιο. Στενά απ όπου έμελλαν σιγά σιγά αλλά σταθερά να περάσουν σαν υπνωτισμένοι και μαγεμένοι όλοι ανεξαιρέτως οι ελλαδικοί, ημεδαπής και αλλοδαπής, έως τα σήμερα. (Ανηλεώς σφυροκοπημένοι απ' το μονότονο κι ατέλειωτο πες πες του Γιάννη. Για όλους και για όλα είχε πάντα έτοιμους στο τσεπάκι τους χειμάρρους εύστοχων συνήθως κι επιγραμματικών φράσεων και κρίσεων ν' αραδιάσει. Μια «φωνή βοώντος εν τη ερήμω» μέσα στην καρδιά της πιάτσας ο Τσαρούχης). Πριν ακολουθήσουν, όπως είμαι πεπεισμένος και προσωπικά από απτά δείγματα που έχω, κόσμος και ντουνιάς, από ανατολή και δύση. Μια πρωτοφανής κοσμοσυρροή που ανήγαγε τα έρμα εκείνα στενά και τις κακοτοπιές σε πλατιά λεωφόρο και βασιλικά διόδια. Γινόταν της κακομοίρας από το πατείς με πατώ σε, και προς απότισης φόρου τιμής πρωτίστως, βέβαια, και του άλλου όμως, του κουδουνιστού και ντάκα στο χέρι φόρου, εννοείται, αλλά κυρίως για να προλάβουν να αποσπάσουν κατιτίς κι αυτοί, έστω και «γραμμικό», από τη μυθική πια ικανότητα του Τσαρούχη να παράγει θησαυρούς. Καθιστώντας εαυτόν, ο πανταχού παρών μέσα στον «καλό κόσμο» αλλά και την παρακοινωνία-μπάστακας, μην τυχόν και του ξεφύγει τίποτα- και ταυτόχρονα βαθιά ερημίτης Γιάννης Τσαρούχης, ένα ζωντανό ανάμεσά μας «λίθο ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες εις κεφαλήν γωνίας εγεννήθη».

Αλλά μήπως, μόλις πιτσιρικάς ο «Γιαννάκης» στο Πασαλιμάνι, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, όταν τ' άλλα παιδιά της γειτονιάς έπαιρναν δρόμο, όπου φύγει φύγει, για να μην κάτσουν και ξαναδούν για πολλοστή το κουκλοθέατρο που 'φτιαχνε και έπαιζε μόνος του επί καθημερινής βάσεως, δεν έπιανε το μικρότερό του αδερφό Μάριο, που κοίταζε απεγνωσμένα να την κοπανήσει κι αυτός, και δεν τον υποχρέωνε με το στανιό να κάτσει σε μια καρέκλα δένοντάς τον σφιχτά με ένα σχοινάκι; Ώστε να 'χει έναν και μοναδικό τουλάχιστον θεατή έτσι; Γεγονός, που, μαζί με άλλα, μικρομεγαλίστικα μάλλον, καμώματα, έκανε τη θεία του, τη μεγάλη και τρανή Μεταξού, να λέει κουνώντας θλιβερά το κεφάλι της: «Καλέ, αυτό δεν είναι απ' τα δικά μας παιδιά!» Ως γνωστόν, η μάνα του Τσαρούχη κι η μάνα των κονιάκ Μεταξά ήσαν αδερφές. Το γένος Μοναρχίδου, από τα Ψαρά...

Στη στοά του Brazilian. Φωτ.: Δημήτρης Παπαδήμος ΕΛΙΑ/ LIFO
Στη στοά του Brazilian. Φωτ.: Δημήτρης Παπαδήμος ΕΛΙΑ/ LIFO
 ΣΤΗ ΣΤΟΑ ΤΟΥ BRAZILIANΦωτ.: Δημήτρης Παπαδήμος ΕΛΙΑ/ LIFO

Υπήρξε ασφαλώς ένα δημιούργημα του πεπρωμένου ο Γιάννης Τσαρούχης. Αλλά, σωστό βασανάκι, δεν καθόταν με σταυρωμένα χέρια περιμένοντας μακαρίως αν και πότε θα ευαρεστηθεί αυτό να ασχοληθεί και μαζί του. Τι με σπαγκάκια το 'δενε για να το καθηλώνει σούζα κοντά του. Τι με υφάσματα από τσουβάλι, τσαντίλα και τσίτι το 'ντυνε για να το προσελκύσει και να το καλοπιάνει. Τι με χαρτί του μέτρου και χασαπόχαρτο του 'φτιαχνε «τον ουρανό με τ' άστρα» για να το ενθουσιάζει και να το τέρπει. Τι με χαρτί, ακόμα, τουαλέτας του σκάρωνε λουλούδια και στεφάνια για να το στολίζει και να το κανακεύει. Τι πάνω σε κεραμίδια, πάνω σε χαρτόνια και κάμποτο –ή πάνω σε κάτι ξύλινες εσωτερικές πόρτες να- του ξεπέταγε στο άψε σβήσε πράματα και θάματα ώστε να το κάνει να παραμιλάει. Αμ, οι κάθε λογής μεταμφιέσεις και οι κατ' οίκους ιδιωτικούς πλαιές εκείνες παραστάσεις και φάρσες που του λίγωναν το πεπρωμένο κάνοντας το να ξεκαρδίζεται στα γέλια; Τι με ό,τι τέλος πάντων, πιο φτηνό και πρόστυχο και τιποτένιο υλικό το περιποιόταν και το χάιδευε ώσπου να το τιθασεύσει και να το εξημερώσει. Με ό,τι έβρισκε μπροστά του και με τόσο ευτελή συχνά μέσα, επειδή ακριβώς αφοσιωνόταν με τόσο μεγάλη πίστη και μανία στην αποστολή του. Εκτός του ότι ήταν, βέβαια, και θέμα ιδιοσυγκρασίας η τάση του προς τα ευτελή και παραπεταμένα, επαναλαμβάνω.

Κατορθώνοντας όμως να αντισταθμίσει τη σαν επίτηδες έλλειψη «του πολυτελούς και λουξ», ας λέμε, στα υλικά και στη θεματική του με την εξωφρενική επίτευξη του αχειροποίητου στην τέχνη του. Καθώς έφτασε έτσι να παραγάγει το μοναδικό και πρωτοϊδωμένο απ' το πιο κοινό και καθημερινό, το μοντέρνο απ' το πιο παλιό και παραδοσιακό, το απίθανο και μυθικό απ' ό,τι πιο «του δρόμου» και τετριμένο. Λες κι όλος αυτός ο θαυμαστός κόσμος του από στρατιώτες, εσατζήδες, ναύτες και ξανά ναύτες, αγόρια ως αγγέλους και ερωτιδείς, τσογλάνια, εφήβους και άντρες συνήθως και επιμόνως γυμνούς –ο παροξυστικός ανθρωπομορφισμός του Γιάννη Τσαρούχη παίρνει μανιωδώς ανδροκεντρική έκφραση, γι αυτό ταιριάζει σαν το γάντι και ισούται τελικά με την ελληνοκεντρικότητα-, λες και, για να επανέλθω και να συνεχίσω τα θέματα, πεταλούδες, μπλε και φούξια, αναρριχώμενα χωνάκια, ζεϊμπέκικα, Ερωφίλες κι όλα τα υπόλοιπα προϋπήρχαν της κατασκευής τους. Λες και ήταν υπαρκτά από πάντα, πριν κι από μόνα τους μέσα στα διάφορα αυτά υλικά, και σαν αυτός απλώς να τα έβγαλε στην επιφάνεια, τόσο φυσικά δένουν κι είναι απολύτως ενσωματωμένα μεταξύ τους. Σε σημείο τέτοιο, μάλιστα που να μοιάζουν σαν από αιώνων προερχόμενα, και άρα αχειροποίητα. Εκτός πια κι αν έφτασε στο σημείο, μ' ένα είδος μαγικού τρικ στην τεχνική του, να ενσωματώνει προκαταβολικά μες στη ζωγραφική του και το «πατινάρισμα του χρόνου». Που παίρνει όμως, όπως το λέει ρητά κι ο όρος, και πάρα πολύ χρόνο για να καταλήξει και να οριστικοποιηθεί, κι είναι πάντα εξάλλου απρόβλεπτο το αποτέλεσμα.
Tρίπτυχο με σκίτσα κουστουμιών για τις Όρνιθες του Sir Peter Daubeny, 1964
Tρίπτυχο με σκίτσα κουστουμιών για τις Όρνιθες του Sir Peter Daubeny, 1964

Κι ό,τι πέτυχε στη ζωή του, το κατάφερε μέσα σ' έναν κυκεώνα από αναρίθμητα μεροκάματα και δώστου μεροκάματα. Τα περισσότερα πληρωμένα με ψίχουλα ή και τελείως απλήρωτα, έτσι, «για την ψυχή της μάνας του», που λένε. Καμωμένος όπως ήταν άλλωστε από φυσικού του να ρίχνεται ή και να αφήνεται, πιθανώς επί τούτου, να τον εκμεταλλεύονται, φτάνει να 'βρισκε κανείς το κουμπί του. Και πόσο εκτός του κυρίως θέματος, αλλά και κάθε σοβαρού θέματός του, ήσαν, επί παραδείγματι, τα άπειρα μεροκάματα για τις τόσες άσχετες ταινίες και για τις διακόσιες από τις διακόσιες πενήντα και βάλε παραστάσεις που 'κανε σαν «επαγγελματιστής» σκηνογράφος-ενδυματολόγος στο θέατρο! Ο μεγαλοαστός από καταγωγή, βιώματα και συνήθειες Τσαρούχης κατάντησε, και ένεκα των σκληρών βιοτικών αναγκών της ζωής του αφενός, αλλά και πληρώνοντας πολύ ακριβά την κατεξοχήν μοραΐτικη πατρική προτροπή «Μάθε τέχνη κι άσ'τηνε, κι άμα πεινάσεις πιάσ' τηνε» αφετέρου, προλεταριάτος. Εκτός του ότι ήτανε όμως και καθαρά θέμα ταμπεραμέντου να συμβεί αυτό, θα επιμείνω. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός είναι ότι μόνο κάνοντας –από ανάγκη ή τέχνασμα, άσχετο- καταδίκη του την τρέχουσα ρήση «Η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά» ο Γιάννης Τσαρούχης κατόρθωσε να αρθεί ταυτόχρονα και εκτός των ανυπόφορων και πληκτικά παρακμιακών αστών και εκτός των χαζοχαρούμενων και ηρωικών με το δελτίο προλεταριάτων, ώστε να καταταγεί επιτέλους στην εντελώς ολιγάριθμη τάξη, που ΄ναι μια κάστα φυσικής διαλογής, των αληθινών ποιητών και των επιφανών ανδρών.

Μάλιστα! Με τα περίφημα εκείνα «σπαγκάκια» που σας έλεγα ο Γιάννης κατόρθωσε τελικά όχι απλώς να ξεγελάσει αλλά σαφώς να εξουθενώσει και κυριολεκτικά να αλυσοδέσει το πεπρωμένο, σέρντονας το διαρκώς μες στα πόδια του. Και υποχρεώνοντας το με το ζόρι, ή και νταηλίδικα ακόμη, να συμμεριστεί και να υπερψηφίσει, με τα δυο του χέρια μάλιστα, τη δική του αποκλειστικά υπόθεση.

Ώστε από τον «Τσαρούχην φυγείν αδύνατον το πεπρωμένο» να μπορούμε να λέμε ανεπιφύλακτα. Αφού άδραξε το διάολο από τα κέρατα, θα 'λεγα, εφόσον τίποτα γι' αυτόν δεν ήταν άνετο και ουρανοκατέβατο, μιας και δε διέθετε καμία από τις ευκολίες και δεξιοτεχνίες των άλλων. Άσε που από γεννησιμιού του δεν έβλεπε καθόλου απ' το ένα μάτι, όπως μάθαμε έκπληκτοι στα τελευταία πριν πεθάνει χρόνια. Ναι, στα σίγουρα υπήρξε ένα δημιούργημα του πεπρωμένου ο Τσαρούχης. Ενός πεπρωμένου όμως ντουμπλαρισμένου, αναγκαστικά και οπωσδήποτε, με το σκληρό μεροκάματο. Πεπρωμένο και μεροκάματο στο Γιάννη Τσαρούχη μια ζωή χεράκι χεράκι και ενωμένα εις σάρκα μία. Αιτία που τον έκανε να φαντάζει ταυτόχρονα σαν ο οποιοσδήποτε κοινός και άθλιος μικρός τεχνίτης και σαν ο πιο σπάνιος και ιδιοφυής μεγάλος καλλιτέχνης.

Καικίας και Ζέφυρος, 1966
Καικίας και Ζέφυρος, 1966

Καικίας και Ζέφυρος, 1966.

Ο Τσαρούχης ανήκε όμως επίσης, χωρίς καμία απολύτως αξιολόγηση ή ιεράρχηση άλλη από την καθαρά χρονική βέβαια, και στη χορεία όλων εκείνων των καλλιτεχνών και δημιουργών που, όπως, για παράδειγμα, οι Μιχαήλ Άγγελος, Τσελίνι, Μάρλοου, Σαίξπηρ πιθανώς, Βίκελμαν, Ουίτμαν, Λουδοβίκος ο Β, μαικήνας βασιλεύς της Βαυαρίας, Τσαϊκόφσκι, Βερλέν, Ρεμπό, Μάλερ, Ουάλντ, Μπέρστλεϊ, Έσε, Προυστ, Ντιαγκίλεφ, Καβάφης, Μουρνάου, Ζιντ, Χέμινγουεϊ, Λόρκα, Κοκτό, Μητρόπουλος, Πουλένκ, Μπεράρ, Κουν, Βισκόντι, Ουίλιαμς, Μοντερλάν, Ζενέ, Παζολίνι, Ταχτσής και πλήθος άλλων, χαρακτηρίζονται ομοφυλόφιλοι. Κατά τον όλως ιδιότυπο και εντελώς προσωπικό τρόπο που έζησε, «έκρυψε» ή λάνσαρε και υπέστη ο καθένας απ' αυτούς ξεχωριστά την περίπτωση της ομοφυλοφιλίας του, εννοείται. Και ο Τσαρούχης, που αποκλειστικά μας ενδιαφέρει εδώ, ανήκε στην εξαιρετικά δύσκολο να ισορροπηθεί και επιτευχθεί κατηγορία των λιγοστών εκείνων που, από κάποια έστω στιγμή και πέρα της ζωής τους, τάχθηκαν φανερά και ξάστερα, με φυσικό και αβίαστο τρόπο, υπέρ αυτής, βλέποντας τη κι από πάνω σαν μια «πηγή μεγαλείου», κατά το καβαφικό παροιμιώδες υπόδειγμα. Τόσο συμπαγής και αλληλένδετη είναι αυτή με τον άνθρωπο και το έργο του. Μην έχοντας όμως καμία πρόθεση να επεκταθώ καθόλου εδώ και τώρα επί του λεπτού και καυτού και πολύπλοκου αυτού θέματος, θεωρώ καλό να κάνω μία και μοναδική παρατήρηση. Ότι είναι δηλαδή, αν μη τι άλλο, τουλάχιστο γελοίο ν' ακούς όλους αυτούς τους πράγματι απλοϊκούς –ή, ακόμα χειρότερα, εκείνους που προσποιούνται από πονηρία και ζηλοφθονία- να σου αραδιάζουν το θέμα αυτό κατά εμφανώς λανθασμένο τρόπο και επί μιας καθαρά παραπειστικής βάσεως λέγοντας: «Ο μεγαλύτερος μας ζωγράφος, ο κορυφαίος μας σκηνογράφος σίγουρα, ένας βαθύς στοχαστής και σοφός άνθρωπος, ναι, δε λέω, μπορεί, αλλά τι κρίμα να ΄ναι ομοφυλόφιλος!».

Ενώ η μόνη σωστή και μ' όλους τους δυνατούς νόμους της διαλεκτικής κυρίως τεθειμένη ερώτηση δεν μπορεί να 'ναι άλλη από την εξής: «Γιατί ο Γιάννης Τσαρούχης, ένας από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της εποχής μας και κορυφαίος άνθρωπος του θεάτρου της, ένας τόσο βαθύς στοχαστής και σοφός άνθρωπος, έπρεπε, και μάλιστα αναγκαστικά, να 'ναι και ομοφυλόφιλος;».

Άμα κάποιοι περισπούδαστοι καλλιτεχνίσκοι, ενώ ζωγράφιζε αυτός, του ΄λέγαν, άλλοι μελιστάλαχτα, άλλοι με σπουδαιοφάνεια: «Εγώ τι μπορώ να κάνω, δάσκαλε;», τους έλεγε καμία φορά ο Τσαρούχης, έτσι ανέμελα και άνευ ουδενός σνομπισμού: «Σκούπισε το ατελιέ προσεκτικά ή πλύνε καλά τα πιάτα όπου φάγαμε το μεσημέρι». Πράγμα που θα είχε υποστεί άλλωστε και ο ίδιος τω καιρώ εκείνο δίπλα στον Κόντογλου, που φαίνεται να 'ταν μάνα σε κάτι τέτοια. Το αποτέλεσμα ήταν να μην ξαναπατούν το πόδι τους εκεί κάμποσοι από δαύτους. Γεγονός που δεν πάει να πει καθόλου πως όσοι υπάκουαν στις εντολές του αυτές ήταν και μεγάλοι καλλιτέχνες.

Ο Γιώργος Ορφανός με τον δάσκαλο στο Παρίσι  © LIFO
Ο Γιώργος Ορφανός με τον δάσκαλο στο Παρίσι © LIFO
 ΣΤΟ ΠΑΡΙΣΙΟ Γιώργος Ορφανός με τον «δάσκαλο». © LIFO

Κάποια πλούσια Αθηναία κυρία, άρτι αφιχθείσα εις Παρισίους το 1971-1972 για διακοπές και ψώνια, τον πίεζε καθημερινώς με επισκέψεις ή του γινόταν φορτική από τηλεφώνου για να της πουλήσει «όσο, όσο, θα ΄χετε, δεν μπορεί, ξέρετε, κάποιο κεφάλι αγοριού έτσι κι έτσι, εποχής 1965-τόσο, κύριε Τσαρούχη μου». Είμαστε στο σπίτι και ατελιέ του στο χωριό Villeneuve –les-Sablons», όταν, άγρια χαράματα, με ξυπνάει ο Γιάννης μ' ένα τραγουδιστό «Άντε, εργασία και χαρά τώρα». Τον βοήθησα να κόψει το μουσαμά στα ακριβή μέτρα, να τον τελαρώσει, να περάσει ένα δυο χέρια την προετοιμασία, να τυπώσει τα χνάρια, προπλασμούς και τέτοια, και να ετοιμάσει την παλέτα μου. Στην οποία έβαλε όμως εκτός από υπερβολικά μπόλικο στεγνωτικό εκείνη τη μέρα, μαζί και το βερνίκι λαδιού του τέλους ανάκατο με τα χρώματα, ώστε να μπορέσει να πει κατά την αυθημερόν παραλαβή, το απόγευμα, του έργου: «Και προσοχή, μην το πιάνετε καθόλου από μπροστά, γιατί του 'βαλα μόλις σήμερα το βερνίκι». Και τσουπ, με τα πολλά, «ένα μικρό αριστούργημα», επί του οποίου εναπόθεσε κάτω κάτω και δίπλα στην υπογραφή ένα φαρδύ και πλατύ «1965». Το εμβρόντητο και φανατικό έως την πιο αυστηρή εικονοκλαστικότητα εκείνη την εποχή ύφος μου το αντιμετώπισε ο Γιάννης μ' ένα απλώς φιλοσοφημένο και σχεδόν τρυφερό: «Γιωργάκη μου, το 2500 μετά Χριστόν ποιός θα νοιάζεται; Τι του 1965 να λέμε, τι του 1972 να λέμε, θα ΄ναι και τα δυο τους έτσι κι αλλιώς παμπάλαια».

Ανηλεής είρων του εαυτού του στα τελευταία χρόνια της ζωής του, έλεγε πότε πότε στους μανιακούς για το εύκολο και σίγουρο κέρδος εμπόρους των έργων του, καθώς και στους ανυπόμονους και απαιτητικούς τζαμπατζήδες της ζωγραφικής του, για να τους εκδικείται: «Έκοψε το αυγό σήμερα» ή «Δεν έδεσε καλά το σιρόπι» ή «Δεν πέτυχε καλά η συνταγή, συμβαίνουν κι αυτά, βλέπετε». Μάλλον για τη σχολαστική ψιλοδουλειά που 'χει η ζωγραφική του Χατζηκυριάκου-Γκίκα έλεγε συχνά: «Ο Γκίκας; Θα 'λεγε κανείς ένας ζωγράφος που είναι καταδικασμένος σε ισόβια δεσμά».

Μου 'λεγε παλιότερα: «Με το τέλος κάθε πολέμου κερδίζει η ζωγραφική μου σε εκτίμηση και ακριβαίνω σαν ζωγράφος. Το πρώτο μεγάλο βήμα έγινε ήδη με το τέλος του πολέμου στο Βιετνάμ. Το επόμενο θα 'ναι σίγουρα όταν σταματήσουν οι εχθροπραξίες και οι σκοτωμοί στο Ιράν. Άμα πάρει τέλος κάποτε με το καλό κι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή (το παλαιστινιακό πρόβλημα εννοούσε), ε,τότε θα θριαμβεύσω».

Ο ζωγράφος και το μοντέλο του
Ο ζωγράφος και το μοντέλο του

Μια μέρα βρισκόμαστε σ' ένα μπιστρό του Σεν Ζερμέν με την Ντε Νόμπιλι και το Μενότι. Ο Τσαρούχης ήταν, όπως πάντα, ντυμένος με ναυτικό αμπέχονο, με παντελόνι κοτλέ φτηνιάρικο, πέδιλα και γαλλική τραγιάσκα, απ' όπου ανέμιζαν δεξιά κι αριστερά τα μακριά κι αχτένιστα μαλλιά του και μια κάτασπρη πια μακριά γενειάδα εντελώς απεριποίητη. Σωστός χίπις δηλαδή. Και μήπως η Λίλα πήγαινε πίσω; Τα ίδια και χειρότερα κι αυτή. «Βρε Γιάννη τι περιβολή είν' αυτή; Επιτρέπεται;» του 'πε ο Μενότι, ασφαλώς θέλοντας να πετύχει μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. «Άκου να σου πω, Τζιανκάρλο» του απάντησε αυστηρά ο Γιάννης «ο καθένας φοράει τα ρούχα της εποχής στην οποία πέτυχε. Εσύ είσαι ντυμένος 1950-55. Εγώ είμαι ντυμένος 1968, γιατί μόλις τώρα άρχισαν να με παίρνουν στα σοβαρά». Και πραγματικά, ήταν ένας δυναμικός νεός μόλις 65 ετών.

Έλεγε συχνά, κοιτώντας έξω από το παράθυρο του συνοδηγού όταν ταξίδευε σε γιωταχί γνωστών και θαυμαστών του: «Η Ελλάδα! Τι ωραίο σκηνικό, πράγματι!Αλλά πόσο κακή παράσταση. Θεέ μου!».

Θα' ταν, φαίνεται, γύρω στο 1960, όταν βρισκόταν στο Λονδίνο για το ανέβασμα της Μήδειας με τη Μαρία Κάλλας στο Κόβεν Γκάρντεν, όταν απάντησε στους άναυδους Άγγλους δημοσιογράφους που του είχαν θέσει την καυτή και επίκαιρη ερώτηση για την αυτοδιάθεση της Κύπρου: «Η Κύπρος; Η τελευταία μας αγγλική αποικία, και πάει, τη χάσαμε και αυτή, δυστυχώς».
Κάποιο βράδυ του 1987 τον επισκέφθηκε ο τότε υπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων Αντώνης Τρίτσης. Θα 'μεινε δύο ώρες περίπου, συνομιλώντας και κρατώντας σημειώσεις. Ήμουν παρών σαν ένα είδος διερμηνέα, να επαναλαμβάνω δυνατά και καθαρά αυτά που ο Τσαρούχης θα ψέλλιζε και μόνο. Δε θα ξεχάσω την έκφραση του τότε υπουργού όταν πέταξε ξαφνικά ο Γιάννης τη φράση: «Η χειρότερη κατοχή που υπέστη ποτέ η Ελλάς ήσαν οι Έλληνες μετά το 1821», για να συμπληρώσει αμέσως μετά: «Ρωμαϊκή, τουρκική, γερμανική και άλλες κατοχές ωχριούν μπροστά στην ελληνική κατοχή της Ελλάδας». Χρειάστηκε να τα επαναλάβει άλλη μια φορά, πιο δυνατά, και ο Τρίτσης, μην πιστεύοντας μάλλον στ' αυτιά του, με κοίταξε έκπληκτος, αν και μέσα του βαθιά συνταραγμένος.

Γιάννης Τσαρούχης, Τοπίο
Γιάννης Τσαρούχης, Τοπίο

Γιάννης Τσαρούχης, Τοπίο

Όταν οι άλλοι γύρω του, είτε από αγάπη είτε από τάση αυλικότητας ένεκα του συμφέροντος, και μάλλον και από τα δύο μαζί ορμώμενοι, τον προέτρεπαν να επισκεφθεί και κάποιους άλλους, πιο «ειδικούς» γιατρούς ακόμη, να κάνει την τάδε γυμναστική για το πάρκινσον ή να ακολουθήσει τη δείνα θεραπεία για το ζάχαρο, όσο και να το επιζητούσε, βέβαια, κάπως όλα αυτά να τα ακούει, κάποια στιγμή δε βάσταγε πια και έλεγε: «Ο θάνατος δεν είναι διορισμένος στο δημόσιο. Δεν ισχύουν σε αυτόν ούτε κομπίνες ούτε μέσα».

Κάποτε που συζητούσαμε για κηδείες και τέτοια, είπε: «Καλοκαίρι δε σου πετυχαίνει ποτέ κηδεία». Και τις τελευταίες εβδομάδες πριν πεθάνει έβαζε τους ανθρώπους πλάι του να του διαβάζουν τη νεκρική ακολουθία. Όταν αυτοί, όπως ήταν φυσικό, δυσανασχετούσαν, τους έλεγε: «Διαβάστε τη να την ακούσω καλά, γιατί οι παπάδες πηδάνε, δεν τα λένε όλα». Και ελάχιστες μόνο μέρες πριν από το μοιραίο απαίτησε και του φέρανε την επισκοπική του στολή, με την οποία τις παλιότερες μέρες είχε ζωγραφίσει μια ολόσωμη αυτοπροσωπογραφία του, και τον ντύσανε με αυτή, σωστό ράκος και με πυρετό, ξαπλωμένο πάνω στο κρεβάτι του. Ένα χούφταλο πια ο μέχρι χθες ακόμη σωστό ζιζάνιο ή αυταρχικός συχνά έως τον τύραννο του εαυτού του και των άλλων «για το καλό σκοπό», ιδιοφυής παντοτινά Γιάννης Τσαρούχης.

Εμείς σχετιστήκαμε στενά, δουλέψαμε μαζί, κατανοηθήκαμε σχετικά και αλληλοεκτιμηθήκαμε, ελπίζω. Και όσο με αφορά προσωπικά, πάντα μου τον σεβάστηκα, αδιαλείπτως και μέχρι τέλους. Έμαθα πάρα πολλά κοντά του, αλλά του έδωσα κι εγώ πολλά, δεν πήρα μόνο. Και ποιός ξέρει; Ίσως να αγαπηθήκαμε κιόλας, με τον απάνθρωπο όμως και αλύπητο δικό μας τρόπο. Τρόπο αγριμιών που αλαφροΐσκιωσαν από μια ολόκληρη ζωή σε χείλη γκρεμών να φυλάνε τα έρημα και τα απάτητα.

 

© LIFO 2008

 

 

_______________

Ο Γιώργος Ορφανός Απόφοιτος της Σχολής Μιχαηλίδη, το '69 πήγε στο Παρίσι, όπου παρέμεινε 8 χρόνια. Εκεί συνδέθηκε με τα «ιερά τέρατα» της εποχής. Τον Σάμουελ Μπέκετ, παίζοντας με τη Χριστίνα Τσίγκου στις «Ευτυχισμένες μέρες» του, τη Λίλα ντε Νόμπιλι, τον Βισκόντι (του οποίου ήταν βοηθός στην τελευταία του όπερα), τον Τζεφιρέλι (έπαιξε στο «Αδελφός Ηλιος, αδελφή Σελήνη», ενώ εγκατέλειψε τα γυρίσματα του «Ιησού»). Τον σημάδεψε ο διά βίου δεσμός, σχέση ισόβιας μαθητείας, με τον Γιάννη Τσαρούχη. Για την ερμηνεία του Ετεοκλή στους «Επτά επί Θήβας» που ανέβασε ο ζωγράφος το '82, ο ηθοποιός δέχτηκε σφοδρή κριτική. «Δεν υπερασπίζομαι μια καριέρα που δεν έκανα», είπε σε μια σπάνια συνέντευξή του στον Χρήστο Παρίδη, μοιραία την τελευταία, στις 20 Νοεμβρίου στη «Βιβλιοθήκη» της «Ε». Στην Ελλάδα δεν έπαιξε σχεδόν καθόλου στο θέατρο. Προτίμησε το περιθώριο και τη σιωπή. Εκεί μετέφρασε τον «Εδουάρδο» του Μάρλοου. (Στοιχεία Εφ. Ελευθεροτυπία)

Νεαρός άνδρας με κράνος (Πορτρέτο του Alain), 1975
Νεαρός άνδρας με κράνος (Πορτρέτο του Alain), 1975
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή