ΕΜΟΙΑΖΕ ΕΘΙΜΟΤΥΠΙΚΗ και υποτονική για πολλά χρόνια η πορεία του Πολυτεχνείου, σα να έχει σταδιακά ενσωματωθεί στα συλλογικά ήθη και έθιμα, αποκτώντας έναν παραδοσιακό και ανώδυνο χαρακτήρα (άλλης μιας) εθνικής επετείου που δεν της ταίριαζε καθόλου. Ακόμα και τα επεισόδια που κατά καιρούς συμβαίνανε στην αρχή ή στο φινάλε της, εθιμοτυπικά έμοιαζαν, στους απέξω τουλάχιστον, σα να βλέπεις αντίπαλους οπαδούς (εν προκειμένω, τα ΜΑΤ και μια μερίδα διαδηλωτών) μετά από ντέρμπι που λήγει 0-0, να πετάνε έτσι κι αλλιώς τα καπνογόνα ή τις μολότοφ που κουβαλούσαν τόση ώρα αλλά η νωθρή εξέλιξη του αγώνα δεν τους επέτρεψε να ξεφορτωθούν.

 

Πάνω από μία φορά μέσα στα χρόνια έχω δει ως παρατηρητής της κατάληξης της πορείας μπροστά από την Αμερικανική Πρεσβεία (που κοντεύει με τις διαρκείς επεκτάσεις της να φτάσει στον Λυκαβηττό) να σκάει ξαφνικά, εκ μέρους της αστυνομίας, «προληπτικό» δακρυγόνο έτσι ώστε να συμβεί και να λήξει το αναμενόμενο μπάχαλο μια ώρα αρχύτερα.


Την τελευταία δεκαετία όμως η πολυδύναμη και υπερβατική εκ της φύσεως και του χαρακτήρα της επέτειος απέκτησε νέα πνοή μετά την δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, τα έκρυθμα χρόνια της Κρίσης, τη Χρυσή Αυγή, την απενοχοποίηση του φασισμού, τις έντονες κοινωνικές αναταράξεις, εσωτερικές και διεθνείς. Εν μέσω, μάλιστα, μιας κλιμακούμενης παραφιλολογίας που είχε στόχο την υπονόμευσή της.

 

Κάποτε, αυτοί που έκαναν λόγο, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, για τον «μύθο του Πολυτεχνείου» ήταν κάποια γνωστά και γραφικά χουντικά και ακροδεξιά απομεινάρια. Στην τελευταία όμως μακρά και ζοφερή περίοδο της πολιτικής και κοινωνικής ζωής μας, έχουν βρεθεί και αρκετοί άλλοι πρόθυμοι αναθεωρητές, αμφισβητίες και αποδομητές της ιδέας που εκπροσωπεί η εξέγερση του Πολυτεχνείου, οι οποίοι εσχάτως προέρχονται και από την αφρόκρεμα του μεσαίου χώρου.

 

Άλλο η επιθυμία όμως και άλλο η απαίτηση που εκφράζουν ορισμένοι παράγοντες να μην απαγορευτεί η πορεία παρά την πρωτοφανή επιδημική κρίση που βιώνουμε αυτόν τον καιρό, εμείς κι ο υπόλοιπος κόσμος.


Δεδομένων όλων των παραπάνω, και αρκετών άλλων που έχουν να κάνουν και με την πολιτεία αυτής της κυβέρνησης, μπορώ να κατανοήσω εν μέρει την επιθυμία κάποιων ανθρώπων να βγουν στον δρόμο και να λυτρωθούν για λίγο λαμβάνοντας όπως κάθε χρόνο μέρος στην πορεία του Πολυτεχνείου.

 

Άλλο η επιθυμία όμως και άλλο η απαίτηση που εκφράζουν ορισμένοι παράγοντες να μην απαγορευτεί η πορεία παρά την πρωτοφανή επιδημική κρίση που βιώνουμε αυτόν τον καιρό, εμείς κι ο υπόλοιπος κόσμος. Και μάλιστα στην κορύφωσή της, αυτές τις μέρες, με ένα σκοτεινό πέπλο να μας σκεπάζει, με τον κόσμο να κυνηγά την ουρά του κλεισμένος μέσα και με έναν κρατικό μηχανισμό που μοιάζει να έχει χάσει την μπάλα.


Ειλικρινά, αυτό δεν μπορώ να το συλλάβω, μου καίει το μυαλό και στη συνέχεια με κάνει έξω φρενών. Πιστεύουν δηλαδή αληθινά, βαθιά μέσα τους, ότι πρέπει σώνει και καλά να γίνει και φέτος η πορεία, ασχέτως της πανδημίας; Είναι μήπως προληπτικοί; Εάν ματαιωθεί μια φορά δηλαδή, τι έγινε; Συνιστά κακό οιωνό; Ή συμβιβασμό και ήττα του κινήματος; Δεν καταλαβαίνουν δηλαδή ότι αυτή η επιμονή εκλαμβάνεται ήδη, και δικαίως σε μεγάλο βαθμό, όχι ως απλά παραβατική (αυτό μικρή σημασία έχει), αλλά ως αγρίως αντικοινωνική, αν όχι εγκληματική, συμπεριφορά;

 

Μπορούν να διανοηθούν να επιμένει για κάτι ανάλογο κάποιο αντίστοιχο ριζοσπαστικό κίνημα στην Ευρώπη ή στην Αμερική (ή οπουδήποτε); Δεν καταλαβαίνουν ότι στην τρέχουσα συγκυρία, μια τέτοιου είδους συμπεριφορά αποξένωσης από το κοινό αίσθημα, βλάπτει, εκτός των άλλων, τους όποιους μακροπρόθεσμους στόχους τους; Ή μήπως αυθυποβάλλονται από τη φαντασίωση ότι η πορεία μπορεί να εξελιχθεί σε μαζική και επικών διαστάσεων διαδήλωση ευθείας αμφισβήτησης της κυβέρνησης;


Η πορεία του Πολυτεχνείου μπορεί να περιμένει. Εξάλλου, όπως δείχνουν τα πράγματα, η διαχρονική επικαιρότητα, η δυναμική και η υπερβατικότητα αυτής της επετείου, θα μοιάζουν ακόμα πιο καίριες τα επόμενα χρόνια, αυτό είναι περίπου βέβαιο.