«Γιατί απαγορεύτηκε το νέο single της Madonna από το BBC;» αναρωτιόταν ο Μ. Hulot στο άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο LIFO.gr, αναφερόμενος και στην κατάσταση που επικρατεί στο ελληνικό ραδιόφωνο.

 

Ο/Η 14:17 σημειώνει: «Λογικό είναι να ψοφάει το ελληνικό ραδιόφωνο, γιατί ακόμα και οι σημερινοί 30, 40άρηδες, που αποτελούν την πλειοψηφία των ακροατών, πόσες φορές να ακούσουν το "This Love" των Μaroon 5, το "It ain't over till it's over", το "Black Velvet", το "Torn", τους Scorpions, τις απέθαντες επιτυχίες των '80s; Δεν καταλαβαίνω τι σκέφτονται αυτοί οι διευθυντές προγράμματος. Σοβαρά, τώρα, θεωρούν διασκεδαστικό να παίζουν τα ίδια 100 τραγούδια 15ετίας κάθε, μα κάθε μέρα;

 

Όποτε τυχόν βάλουν κανένα καινούργιο, το κάνουν με το σταγονόμετρο και συνήθως με ειδική προειδοποίηση ότι ακολουθεί καινούργιο τραγούδι, μην τυχόν και φύγετε, αγαπητοί ακροατές, επειδή θα ακούσετε κάτι νέο, σε λίγο θα επιστρέψουμε με Red Hot Chili Peppers! Η αλήθεια είναι ότι ακόμα και trap να έπαιζε κάποιος σταθμός, μάλλον δύσκολα θα μάζευε νέους (σε ηλικία) ακροατές, μια και όντως ο τρόπος να ακούς μουσική έχει αλλάξει. Κάποιοι σταθμοί, πάντως, που τολμούν να παίζουν διαφορετικά κομμάτια διατηρούν ένα πιστό κοινό. Είναι απελπιστικά λίγοι όμως».


«Όχι, δεν πρέπει να είμαστε όλοι αυτάρκεις και δυνατοί» δήλωσε, μεταξύ άλλων, ο Αντίνοος Αλμπάνης στη συνέντευξη που παραχώρησε στον Αλέξανδρο Διακοσάββα.

 

Ο/Η mouxoumou στάθηκε στις πολιτικές απόψεις του ηθοποιού: «Στην κατά τα άλλα ωραία συνέντευξη ομολογώ ότι με λύπησε η αναφορά στη συνειδητή αποχή από τις εκλογές και βρίσκω την αναλογία με το φαγητό λίγο ρηχή. Ξέρω ότι σε πολλούς της γενιάς μας (30-40) τέτοιες απόψεις είναι πολύ συνηθισμένες. Υποψιάζομαι ότι το μεγαλύτερο, αν και κρυφό, κίνητρο είναι να αποφύγουμε τον στιγματισμό του "κομματόσκυλου" που πολύ εύκολα δίνεται αριστερά και δεξιά. Έτσι, είναι πιο εύκολο να είναι κανείς απολιτίκ και αυτό θεωρείται και cool.

 

Ωστόσο, έτσι καταλήγουν να καθορίζουν τις ζωές μας άτομα από άλλες γενιές, με απαρχαιωμένες αντιλήψεις. Δεν νομίζω ότι έχουμε αυτή την πολυτέλεια. Πιστεύω ότι πάντα η δημοκρατία στηρίζεται κατά πολύ στην αρχή "το μη χείρον βέλτιστο". Αυτό μπορεί να μην είναι ωραίο, αλλά είναι ρεαλιστικό. Και για να ξανάρθω στην αναλογία με το φαγητό, ε, άμα είναι να πεθάνω από την πείνα, δεν βαριέσαι, τρώω και κουκιά».


Ο διακεκριμένος καθηγητής του MIT Κωνσταντίνος Δασκαλάκης μίλησε στον Γιάννη Πανταζόπουλο στο προηγούμενο τεύχος της LiFO.

 

O/H άτιμο αυτονόητο σχολιάζει: «Αν δεν προωθήσουμε την αριστεία, την ευρυθμία και την αξιοκρατία και στις τρεις εκπαιδευτικές βαθμίδες, το παιχνίδι είναι χαμένο. Ο ισχυρισμός ότι αυτή η άποψη είναι ελιτίστικη είναι ιδεοληψία, χαζομάρα, λαϊκισμός ή, πολύ απλά, κοροϊδία. Πρέπει να επιδιώκουμε να βάζουμε στο τιμόνι, σε θέσεις ευθύνης, παντού και πάντα τους άριστους. Ανθρώπους καλύτερους από εμάς, πιο άξιους από εμάς, πιο σωστούς από εμάς.

 

Αυτό θα δώσει τέτοιο όφελος σ' εμάς τους ίδιους, που μια φαινομενικά αλτρουιστική πράξη θα αποδειχτεί ότι ήταν κυρίως και για το δικό μας καλό. Αλλά είπαμε, εμείς ζούμε στην εποχή των συμβούλων στρατηγικών σχεδιασμών και των άλλων. Ας ακούσουμε έναν τέτοιον λαμπρό, πολυβραβευμένο επιστήμονα και άνθρωπο μια φορά. Κάτι θα ξέρει, δεν μπορεί».


☛ O Μ. Hulot παρουσίασε στο LIFO.gr το «1800», ένα graphic novel φουστανέλας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα.

 

Ο AthanBXL αναφέρει: «Μια παρατήρηση σχετικά με την κουλτούρα του φαγητού που αναφέρεται στο κείμενο: στον ελλαδικό χώρο, από την εποχή της καθόδου των Ελλήνων μέχρι και το τέλος της ελληνιστικής περιόδου, οι άνθρωποι καθόντουσαν στα ανάκλιντρα για να φάνε (συμπόσια) και ποτέ καταγής. Εξαίρεση αποτελούσαν οι Σπαρτιάτες, που έτρωγαν σε τάβλες, καθισμένοι σε πάγκους.

 

Τις συνήθειες των Ελλήνων μιμήθηκαν οι Ρωμαίοι και τις κληροδότησαν στους Βυζαντινούς. Αυτοί έτρωγαν καθισμένοι σε τραπέζια με μαχαιροπίρουνα, όπως μαρτυρούν δεκάδες αγιογραφίες. Η συνήθεια, μάλιστα, των Βυζαντινών να μη λερώνουν τα χέρια τους όταν τρώνε πέρασε και στη Δύση.

 

Φυσικά, την περίοδο της Τουρκοκρατίας οι άνθρωποι μιμήθηκαν τις συνήθειες των κατακτητών τους και έτρωγαν από ντορβάδες με τα χέρια. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν στην παράδοσή τους. Άλλωστε, για τον λόγο αυτόν δεν διατηρήθηκε αυτή η συνήθεια όταν δημιουργήθηκε η νέα ελληνική κοινωνία. Κύρια αιτία είναι και το είδος του φαγητού και η κουλτούρα του».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO