Πρόσφατα στη LifO ο Βασίλης Βαμβακάς αναρωτήθηκε: «Ποιος, τελικά, επιτρέπεται να κάνει χιούμορ στην Ελλάδα;». Αφορμή ήταν η κριτική που δέχεται εσχάτως ο Αρκάς, ιδίως για σκίτσα του με τα παιδικά χρόνια του πρωθυπουργού. Αυτονόητη η απάντηση: προφανώς ο καθένας επιτρέπεται να κάνει χιούμορ ή να νομίζει πως κάνει χιούμορ. Ειδικά ένας σκιτσογράφος καταξιωμένος σαν τον Αρκά. Αν αυτό το λύσαμε, ας αναρωτηθούμε ποιος επιτρέπεται να κάνει κριτική σε όποιον κάνει χιούμορ. Ή, γενικότερα, ποιος μπορεί να κάνει κριτική στα ιερά τοτέμ στην Ελλάδα.


Υπάρχουν άνθρωποι που κέρδισαν τον σεβασμό χάρη στη διαδρομή και το έργο τους. Χρωστάμε επιείκεια και συγκατάβαση στο στραβοπάτημά τους. Όμως κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής. Δεν νοείται «ασυλία για όλα τα αδικήματα» λόγω καλλιτεχνικού έργου, ιστορίας ή ταλέντου. Να είμαστε καθαροί: έχουν ευθύνη, την έχουν αποδεχτεί και την αναλαμβάνουν κάθε φορά που δημοσιολογούν. Με μια έννοια, πάνω σε αυτή την ευθύνη σταδιοδρόμησαν. Πρώτοι οι ίδιοι δεν θα έπρεπε να θέλουν να τους κάνουμε ζωντανές μούμιες.


Κριτική δεν σημαίνει απόπειρα περιορισμού της ελεύθερης έκφρασης. Εκ του πονηρού παρουσιάζεται έτσι. Η κριτική καταξιώνει την έκφραση, δεν την απειλεί. Ακόμα και η πιο έντονη, οξεία, θυμωμένη κριτική. Άλλο, βέβαια, η δημόσια κακοποίηση ή το διαδικτυακό λιντσάρισμα.

 

Μέγας και τρανός ο Μίκης Θεοδωράκης, «τάνκερ στη λίμνη Ιωαννίνων» αυτοχαρακτηρίστηκε κάποτε. Και λοιπόν; Όταν λέει από την εξέδρα «αδέλφια μου, ναζιστές», θα τον καμαρώνουμε και θα λέμε «βρε, τι είπε πάλι το τάνκερ»; Όταν μας μάλωνε «να πλένετε το στόμα σας προτού μιλήσετε για τον Χριστόδουλο», επειδή επισημαίναμε τις εθνολαϊκιστικές κορόνες του μακαριστού, έπρεπε να τον δικαιολογούμε;

 

«Είναι θλιβερό, άτομα που ξεκίνησαν με κάποιο ταλέντο, να καταλήγουν σε μια εξυπνάδικη χυδαιότητα για να καλύψουν έτσι τη ραθυμία τους και τη μουσική τους απραξία». Το είπε ο Χατζιδάκις το 1986.

 

Εκείνος, φυσικά, δικαιούται να κατατρύχεται από το σύνδρομο του παραγνωρισμένου, ό,τι και να κάνει η χώρα, όσες φορές κι αν τον τιμήσει. Πάντα για τον Μίκη λίγο θα είναι, πάντα σκοτεινές δυνάμεις θα τον πολεμούν. Κι εμείς δικαιούμαστε να λυπόμαστε για τα τσαλαβουτήματα στον αντισημιτισμό και τη συνωμοσιολογία που κάνανε τη Σπίθα παιδική χαρά κάθε ψεκασμένου εθνικιστή.


Δικαιούμαστε να δυσφορούμε με τον δημογέροντα Σαββόπουλο και τον κιτς διδακτισμό του. Μπορούμε να λυπόμαστε για το ξεθυμασμένο νέο κύμα που τον απόθεσε στη σκηνή με κωλαράκια, μπουτάκια και κοινοτοπίες. Κάποιοι βρήκαν την εξήγηση: η πρόσφατη κριτική είναι, λέει, αντίδραση επειδή τα έβαλε με τον Πολάκη. Ανέμπνευστη ερμηνεία.

 

Πάντως, προσωπικά καμιά διάθεση δεν έχω να υπερασπιστώ το κουτσαβάκικο ύφος κανενός Πολάκη. Άλλο αυτό, όμως, κι άλλο η σαββοπουλική τεθλασμένη που ορίζει ποιο «εμείς» τον βολεύει κάθε φορά: άλλοτε νεο-ορθόδοξος, άλλοτε συνασπισμένος, άλλοτε μητσοτακικός, άλλοτε με τον «εγγυητή της ενότητας» Τσοχατζόπουλο.

 

Γράφτηκε εύστοχα πως έβλεπε τις ιδεολογίες να περνούν σαν «κάρα σκουπιδιάρικα» και τις καβαλούσε όποτε το θεωρούσε σκόπιμο. Κι ακούγοντας τα παλιά του τραγούδια, δικαιούμαστε να θυμόμαστε τη φράση: «Είναι θλιβερό, άτομα που ξεκίνησαν με κάποιο ταλέντο, να καταλήγουν σε μια εξυπνάδικη χυδαιότητα για να καλύψουν έτσι τη ραθυμία τους και τη μουσική τους απραξία». Το είπε ο Χατζιδάκις το 1986. Ή μήπως ούτε κι αυτός είχε δικαίωμα να ασκεί κριτική;


Μπορούμε να κρίνουμε όσους ασκούν την ιερή τέχνη της σάτιρας. Δικαιούμαστε να απορούμε με τον κάποτε χαρισματικό Αρκά που καιρό τώρα μετεωρίζεται στο κακόγουστο κενό. Δεν είναι το πολιτικό σκίτσο το θέμα, κακώς εστιάζεται εκεί η συζήτηση. Αν το αισθητήριό του λέει ότι φτάσαμε στο ναδίρ, καλά κάνει και στηλιτεύει όποιον θεωρεί υπαίτιο. Με γεια του, με χαρά του. Είναι η ποιότητα της σάτιρας που κρίνεται.

 

Είναι και κάτι «σεφερλίδικα χωρατά» που γεννάνε θλίψη. Όπως, φυσικά, και ότι πουλάει τα σκίτσα του στο ρυπαρό «Πρώτο Θέμα» και προμοτάρει τα βιβλία του ο Άδωνις. Εξάλλου, και ο Πετρουλάκης σκιτσάρει πολιτικά, οξύτατα αντικυβερνητικά. Δεν αμφισβήτησε κανείς την ευστοχία της πένας του.


Πιο παλιά, δυσφορούσαμε με τα συριζαϊκά γινάτια του Λαζόπουλου που θέλησε να γίνει τηλευαγγελιστής στο «Αλ Τσαντίρι». Ένα ταλέντο που αναλωνόταν σε στανική καθοδήγηση, ρηχή κολακεία της νεότητας, τζάμπα αντιευρωπαϊσμό, συνωμοσιολογικές ανοησίες για κακούς Ευρωπαίους που μας ζηλεύουν.

 

Απαίσια αστεία με την αναπηρία του Σόιμπλε. Στοχοποίηση ευάλωτων ή αντιπαθών σε όλους προσώπων που κανιβαλίζονταν σε δημόσια θέα. Θυμώναμε με το τζογάρισμα στο εθνικό θυμικό, στο Μακεδονικό και στα Ίμια. Οργιζόμασταν όταν μαζί με τον Μίκη ανακύκλωναν τα πιο μεγάλα fake news, την κατασκευασμένη ρήση του Κίσινγκερ που οργάνωνε τάχα την καταστροφή της γλώσσας και του πολιτισμού μας.


Νιώσαμε θλίψη για τη διολίσθηση του Τζίμη Πανούση στον αντισημιτισμό, τη συνωμοσιολογία, την ομοφοβία. Δεν αμφισβητήσαμε το δικαίωμα έκφρασής του, ίσα ίσα. Το υπερασπιστήκαμε, παρ' ότι (ή ακριβώς επειδή) νοσταλγούσαμε την παλιά του βέβηλη σάτιρα.


Κανείς δεν αμφισβητεί το δικαίωμα όλων αυτών να μιλάνε, να αστοχούν, να αλλάζουν, να αυτοαναιρούνται. Όλοι μας, εξάλλου, είμαστε γεμάτοι αντιφάσεις και αυτοαναιρέσεις. Μεγαλώνουν οι άνθρωποι, αλλάζουν, γερνάνε, άλλοι όμορφα, άλλοι πιο στενόχωρα. Έχουν δικαίωμα ακόμα και να σπαταλάνε το ταλέντο τους, να το πετάνε απ' το παράθυρο. Και, βέβαια, δεν είναι ίδια πάντα η απογοήτευση.

 

Άλλοι υπήρξαν δάσκαλοί μας, πνευματικοί μας πατέρες. Αυτών τα φάλτσα και η καταβύθιση στην αντιδραστική κοινοτοπία πονάνε περισσότερο. Γι' αυτούς μπορούμε με αγάπη να λέμε: μα, δεν υπάρχει κάποιος τριγύρω, ένας δικός τους άνθρωπος, να τους συμβουλέψει, να τους φυλάξει από την τόση αυτοέκθεση;


ΥΓ.: Πριν από λίγες μέρες παρακολούθησα την παράσταση του Ξαρχάκου για τον Βαμβακάρη. Ήθος, αειθαλής έμπνευση, ενέργεια, αιρετική ματιά, μέτρο και διονυσιασμός μαζί. Ας πάνε να τον δούνε κάποιοι από τους προαναφερθέντες. Θα καταλάβουν τι σημαίνει τα στερνά να τιμάν τα πρώτα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη Lifo