Τα πρωινά άφηνε τον ανοιξιάτικο ήλιο να μπαίνει στο σπίτι, καθόταν σε ένα από τα δύο πιάνα που δεσπόζουν στο σαλόνι και ξανακοιτούσε με λαχτάρα τα μεγάλα έργα με τα οποία είχε αναμετρηθεί στο παρελθόν. Στις 6 το απόγευμα συντονιζόταν με το πάνελ των Τσιόδρα- Χαρδαλιά. Τα βράδια συνδεόταν μέσω Skype με την κόρη της στο Λος Άντζελες και νοσταλγούσε τις θρυλικές μουσικές βραδιές που έχει δώσει στα σπίτια της Αθήνας και της Αίγινας.


Πώς χώρεσε, άραγε, το καλλιτεχνικό πνεύμα της διάσημης πιανίστριας και κοσμοπολίτισσας πιανίστριας Ντόρας Μπακοπούλου στους τέσσερις τοίχους ενός διαμερίσματος; Η ξεχωριστή σολίστ με τη σπάνια καριέρα, η δεξιοτέχνις που σπούδασε πιάνο με την προτροπή και ενθάρρυνση του μαέστρου Δημήτρη Μητρόπουλου (εκείνος ήταν που την άκουσε να παίζει στη Νέα Υόρκη σε ηλικία 9 ετών), η αγαπημένη φίλη και συνοδοιπόρος του Μάνου Χατζιδάκι, του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και της Μάρτα Άργκεριχ, είδε τα καλλιτεχνικά της όνειρα (μεταξύ αυτών και το Διεθνές Μουσικό Φεστιβάλ Αίγινας που διευθύνει) να ματαιώνονται στον βωμό της πανδημίας. «Οι καλλιτέχνες βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση. Το υπουργείο Πολιτισμού οφείλει να συμπαρασταθεί. Πολιτισμός δεν είναι μόνο τα μουσεία και τα μνημεία. Το γνωρίζουμε όλοι! Ας το αντιμετωπίσουν έμπρακτα. Και πριν από την καραντίνα πολύ δύσκολα τα έβγαζαν πέρα ηθοποιοί και μουσικοί. Τώρα τι θα γίνει, θα βγάλουνε συσσίτια;».


Υπέροχη και κοκέτα, ευγενής και ακαταπόνητη, κάθεται στη βεράντα τυλιγμένη με μια κόκκινη κουβέρτα, μου δείχνει τα κλασικά μπλε μαθητικά τετράδια στα οποία κρατά σημειώσεις και θέλει να με κεράσει παγωτό για να γιορτάσουμε την άνοιξη. Στα γυαλιά της καθρεφτίζεται ο Λυκαβηττός και τα σύννεφα στον ουρανό. Πάνω στα πιάνα είναι ανοιχτές παρτιτούρες του Σούμαν. Από το μυαλό της δεν δραπετεύει λεπτό η ανησυχία για τους συναδέλφους και την ανασφάλεια στον καλλιτεχνικό κόσμο.


«Για άλλη μια φορά με έσωσε η μουσική, που με συντροφεύει. Επανέφερα στη ζωή μου παλιά έργα, ονειρεύτηκα ότι θα ξαναπαίξω μερικές σονάτες του Μπετόβεν και "κυκλοφόρησα" πολύ στην περιοχή του Σούμαν, καθώς ετοιμάζαμε δύο κύκλους τραγουδιών με τον Τάση Χριστογιαννόπουλο. Μου λείπει το γεγονός ότι δεν μπορώ να πάω στο εξοχικό μου στην Αίγινα, να δεχτώ φίλους στο σπίτι, το οποίο ήταν ανέκαθεν γεμάτο ζωή, να αγκαλιάσω κάποιον και να του δώσω ένα φιλάκι. Ο ιός αυτός μετατόπισε όσα θεωρούσαμε αυτονόητα: μας χτύπησε στον αυθορμητισμό, στη συνύπαρξη, και μας ζήτησε να γίνουμε κάποιοι άλλοι».

 

Είναι απίθανος άνθρωπος ο Σωτήρης Τσιόδρας, με γοητεύει ο τρόπος που ξεδιπλώνει γνώσεις και μνήμη. Δεν είναι μάτσο. Δεν είναι νάρκισσος, δεν είναι επιθετικός, δεν είναι πολιτικάντης, δεν είναι επιπόλαιος, δεν είναι ανυπόμονος, δεν είναι, αποδεδειγμένα, ανέραστος, δεν είναι κυνικός, δεν είναι άθεος. Για όλους αυτούς τους λόγους τον αγαπά η Ελλάδα και πρωτίστως οι γυναίκες.

 

— Σας ζόρισε η μοναξιά;

Δεν με ζόρισε όσο άλλους ο κατ' οίκον περιορισμός, καθώς η ζωή μου ανέκαθεν εμπεριείχε την πολύωρη μελέτη, που μπορεί να θεωρηθεί ένα είδος εγκλεισμού. Εμένα τα μέτρα με βρήκαν σύμφωνη. Το γεγονός ότι ζήσαμε τον θλιβερό απολογισμό στο εξωτερικό μάς τρομοκράτησε και συνέβαλε στο να παραμείνουμε συνεπείς στις συστάσεις. Πολύ γρήγορα αισθάνθηκα ευγνωμοσύνη και ασφάλεια που υπήρξε ετοιμότητα και τα κατάλληλα πρόσωπα στη διαχείριση της κρίσης. Ένα μόνο πράγμα με πείραξε: η έμφαση που δόθηκε στην τρίτη ηλικία. Όχι γιατί μας στοχοποιούσαν αλλά, να, ένιωσα μια ενοχή ότι ο κόσμος μπαίνει σε καραντίνα για να σωθούμε εμείς. Η αίσθηση ότι ήμασταν ο λόγος που στερούσαν την ελευθερία από τους νεότερους μού ήταν δυσάρεστη. Με τον διάλογο και τον καιρό κατάλαβα ότι το δίχτυ υπερπροστασίας που απλώθηκε ήταν για να σωθούμε εμείς αλλά και το Εθνικό Σύστημα Υγείας. Σίγουρα η επιλογή ήταν σωστή, προκειμένου να μην ξέρει το κράτος πού να στριμώξει τα φέρετρα.


— Συντονιζόσασταν στις 6 με τη συνέντευξη Τύπου της επιτροπής διαχείρισης;

Φυσικά, με κούραζε λίγο η αρχή με τους αριθμούς και το πρωτόκολλο, αλλά μετά παρακολουθούσα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Είναι απίθανος άνθρωπος ο Σωτήρης Τσιόδρας, με γοητεύει ο τρόπος που ξεδιπλώνει γνώσεις και μνήμη. Μάλιστα, έχω γράψει ποια χαρακτηριστικά δεν έχει και τον εκτιμάμε τόσο. Λοιπόν, ιδού τι δεν είναι ο άνθρωπος αυτός: δεν είναι μάτσο. Δεν είναι νάρκισσος, δεν είναι επιθετικός, δεν είναι πολιτικάντης, δεν είναι επιπόλαιος, δεν είναι ανυπόμονος, δεν είναι, αποδεδειγμένα, ανέραστος, δεν είναι κυνικός, δεν είναι άθεος. Για όλους αυτούς τους λόγους τον αγαπά η Ελλάδα και πρωτίστως οι γυναίκες.


— Αν επρόκειτο να του παίξετε κάτι στο πιάνο τι θα διαλέγατε;

Μακάρι να βρεθεί η ευκαιρία να τον ευχαριστήσω, ερμηνεύοντάς του το τελευταίο μέρος από τη Σονάτα για Πιάνο No32 του Μπετόβεν, που είναι σαν προσευχή.


— Σταθήκατε σε δύο χαρακτηριστικά του. Ας ξεκινήσουμε από την πίστη.

Πιστεύω στην αφοσίωση, η οποία δεν υφίσταται χωρίς την πίστη. Προσωπικά, η αφοσίωση που έδειξα στην τέχνη μού ανταπέδωσε ευτυχία. Ήμουν πάντα ερωτευμένη με τα μεγάλα έργα, αλλιώς δεν τα κατακτούσα. Ξέρετε, στην αρχή είχα τη φόρα, την ανεμελιά και τον ενθουσιασμό των νιάτων. Μεγαλώνοντας, κατέληξα πιο συνειδητά σε μία πίστη. Όταν ακούω φράσεις των Μπαχ, Σοπέν και Μότσαρτ, δεν θέλω να τις εξηγήσω με τη λογική. Είναι σαν να υπάρχουν κάπου και ο συνθέτης να τις έκανε δώρο στην ανθρωπότητα. Δεν είμαι άνθρωπος που τρέχει στην εκκλησία, αν και έχω μια μεγάλη πίστη στο πρόσωπο του Χριστού, αλλά δεν αποδέχομαι τον κυνισμό. Η φύση μου κλοτσάει, όταν της αφαιρείς το μυστήριο, τη μαγεία.


— Και ο έρωτας; 

Πολύ σημαντικό στοιχείο. Ήμουν ερωτικό πλάσμα. Δεν υπήρχε περίπτωση να ερωτευτώ χωρίς συναίσθημα. Δεν ήμασταν της περιπέτειας οι γυναίκες της γενιάς μου. Χαίρομαι με την ελευθεριότητα που απολαμβάνει το γυναικείο φύλο σήμερα, αλλά για μένα όλα ξεκινούσαν από την καρδιά. Δεν ζηλεύω τη σύγχρονη πραγματικότητα, τη βρίσκω επιδερμική και νιώθω ότι ο ένας μεταχειρίζεται τον άλλον. Είναι επιδερμικός ο έρωτας χωρίς καρδιοχτύπι, προσμονή, ανίχνευση του συντρόφου. Άλλωστε, δεν μου αρέσουν τα εύκολα. Θυμάμαι μια φορά έναν φίλο, που χορεύαμε μαζί στα πάρτι, έπειτα χαθήκαμε και όταν, άπειρα χρόνια μετά, ξανασυναντηθήκαμε και μιλήσαμε στο τηλέφωνο (έμενε στην Αμερική πια), άρχισε να με ρωτά: «Τι φοράς;», «Πού είσαι τώρα; Τι κάνεις;». Μου φάνηκε τόσο απεχθές, που κόπηκαν μαχαίρι τα τηλεφωνήματα.

 

— Η τεχνολογία, ωστόσο, μας έσωσε την περίοδο της καραντίνας.

Βεβαίως, κι εμένα, όπως όλους. Ωστόσο, μου θύμισε ότι τίποτα δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη φυσική παρουσία, τη μαγεία του φυσικού ήχου. Ξέρετε, μέχρι τώρα, αν αξιολογούσα τους τρόπους ακρόασης, θα τοποθετούσα στην πρώτη θέση τη ζωντανή συναυλία, έπειτα το CD και τρίτο ένα βίντεο. Μετά την καραντίνα και καθώς στερηθήκαμε την επαφή με το πρόσωπο, ένιωσα πως ο κόσμος θέλει να σε βλέπει ακόμα και αν η ποιότητα της μαγνητοσκόπησης δεν είναι άρτια. Άρα, ίσως οι ηχογραφήσεις να πέφτουν πλέον στην τρίτη θέση. Επίσης, σε ό,τι με αφορά, συνειδητοποίησα πως δυσκολεύομαι να παίξω χωρίς το κοινό. Δεν είναι η μοναξιά αλλά ο κόσμος που επιβάλλει τη συγκέντρωσή μου. Όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, δεν καθορίζει η απομόνωση το αποτέλεσμα, αλλά οι θεατές που προκαλούν αυτό το θετικό άγχος που με προστατεύει και με καθοδηγεί εκεί όπου πρέπει.


— Υπάρχει τέχνη μακριά από το κοινό; 

Δεν υπάρχει ούτε τέχνη ούτε αγάπη, αν δεν απευθύνεσαι κάπου.

 

— Σας εξέπληξε η συνέπεια των Ελλήνων; 

Ναι, πολύ, κυρίως των νέων, που υπήρξαν τόσο πειθαρχημένοι. Αναρωτήθηκα πού πήγε όλη αυτή η οργή τους. Πώς και δεν εξέφρασαν τον κακό τους εαυτό; Υπάρχει, όμως, και κάτι άλλο που φανέρωσε η πανδημία: βγήκε στην επιφάνεια το χαμηλό IQ κάποιων ανθρώπων. Τα πράγματα που δεν θέλεις να δεχτείς ή που σε ζορίζουν να τα αποδεχτείς πολύ εύκολα τα αποδίδεις σε θεωρίες συνωμοσίας.


— Κάποιοι αποκάλεσαν «χούντα» τα μέτρα περιορισμού της καραντίνας.

Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να θεωρείς ότι είναι το ίδιο η πράγμα η επιτήρηση που σκοπό έχει να σε σώσει και εκείνη, η απεχθής, που θέλει να σε φιμώσει και να σε απομονώσει από την κοινωνία. Πολύ τσάμπα μάγκες μού φαίνονται όλοι αυτοί. Υποτιμούν τον αγώνα που δώσαμε όλοι μαζί και, κυρίως, υποβαθμίζουν τη σοβαρότητα μιας χούντας.


— Για τον εαυτό σας τι μάθατε από την καραντίνα;

Στον πόλεμο οι άνθρωποι τρέχουν στα καταφύγια για να σωθούν. Εμείς μείναμε στα σπίτια μας και ήμασταν τυχεροί που τα είχαμε.


— Μετά από τόσο μεγάλη καριέρα, η οποία, όπως καταλαβαίνω, θα συνεχιστεί μόλις βγούμε από την καραντίνα, έχετε κάποιο απωθημένο; 

Ο ανταγωνισμός που κάποτε οδηγεί στον φθόνο με τρομάζει. Μια φρικτή ανάμνηση ήταν απ' όταν επρόκειτο να παίξω στην Πάτρα ένα κοντσέρτο του Σοπέν με τη Συμφωνική της Βαρσοβίας με μαέστρο τον Μενουχίν. Τελειώνοντας την πρόβα, είπα στον υπεύθυνο «κλείδωσε, σε παρακαλώ, το σκαμνί του πιάνου στο ύψος που το θέλω». Μου απάντησε: «Μην ανησυχείτε». Το βράδυ, όταν μπήκε η ορχήστρα και βγήκα στη σκηνή, διαπίστωσα πως κάποιος είχε αλλάξει το ύψος και καθόμουν απρόσμενα ψηλά. Έζησα έναν εφιάλτη εκείνη τη στιγμή. Ευτυχώς, κατάφερα να παίξω καλά.


— Σας λείπει η ζωή στο εξωτερικό;

Όχι, πόσο μάλλον τώρα! Άλλωστε, δεν κατάφερα να ζήσω για μεγάλο διάστημα έξω. Το νευρικό μου σύστημα δεν άντεχε μακριά. Είχα λατρεία για την Ελλάδα.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO