Προσβλήθηκε από τον κορωνοϊό και πέθανε χθες, στο Παρίσι, στα 87 του, ο Manu Dibango, μία από τις μεγαλύτερες μορφές της αφρικανικής μουσικής. Συνθέτης, σαξοφωνίστας, βιμπραφωνίστας και bandleader βασικά, ο Mani Dibango ευθύνεται για ένα υπέρτατο παγκόσμιο hit – λέμε για το θρυλικό "Soul makossa", ένα κομμάτι τόσο δυνατό και επιδραστικό που άλλαξε δια παντός την dance music το 1973.

 

Δεν θα ήταν άστοχο αν προσθέταμε –και ας το σημειώσουμε αυτό από την αρχή– πως το "Soul makossa" έδωσε την πιο μεγάλη ώθηση, και στην Ευρώπη γενικότερα, και στην Ελλάδα ειδικότερα, μα και στην Αμερική σ' ένα μεγάλο βαθμό, στο «κίνημα» των ντισκοτέκ, που ακόμη τότε βρίσκονταν στα σπάργανα.

 

Ουσιαστικά ήταν το κομμάτι που έστησε χιλιάδες ντισκοτέκ εκ του μηδενός, σε όλο τον κόσμο, καθιστώντας τους DJs πρωταγωνιστές πια, και αφήνοντας τις ζωντανές ορχήστρες και τα γκρουπ, που μέχρι τότε κυριαρχούσαν, σ' ένα χορευτικό πίσω πλάνο (βασικά, εξαφανίζοντάς τα).

 

Αυτό ήταν μια επανάσταση, για την λαϊκή χορευτική διασκέδαση, στα πρώτα χρόνια του '70, και το "Soul makossa", του Manu Dibango, ήταν το πιο τρανό φιτίλι της.

 

Το 2007 είχε δημοσιευθεί μια συνέντευξη του Καμερουνέζου μουσικού στο booklet τού CD "Africavision / Le Cinema de Manu Dibango" [Buda Musique], που είναι πολύ κατατοπιστική σε σχέση με τα πρωταρχικά βήματά του – τουλάχιστον μέχρι την εποχή του "Soul makossa". Ας μεταφέρουμε, λοιπόν, από 'κει μερικές βασικές πληροφορίες.

 

Το "Soul makossa" έδωσε την πιο μεγάλη ώθηση, και στην Ευρώπη γενικότερα, και στην Ελλάδα ειδικότερα, μα και στην Αμερική σ' ένα μεγάλο βαθμό, στο «κίνημα» των ντισκοτέκ, που ακόμη τότε βρίσκονταν στα σπάργανα. Ουσιαστικά ήταν το κομμάτι που έστησε χιλιάδες ντισκοτέκ εκ του μηδενός, σε όλο τον κόσμο, καθιστώντας τους DJs πρωταγωνιστές πια.

 

Ο Manu Dibango γεννιέται στην Ντουάλα του Γαλλικού Καμερούν το 1933. Οι μουσικές που πρωτακούει είναι οι εκκλησιαστικοί ύμνοι (οι γονείς του ήταν προτεστάντες) και τα καμερουνέζικα παραδοσιακά, ενώ το πρώτο όργανό του ήταν ένας αυλός από μπαμπού. Γρήγορα, όμως, θα αρχίσει να ασχολείται όλο και πιο έντονα με τη μουσική, ξεκινώντας να παίζει σ' ένα πρωταρχικό στάδιο, αρμόνιο, φλάουτο, τρομπέτα και φυσαρμόνικα, ενώ στα 16 του (το 1949) θα βρεθεί για πρώτη φορά στη Γαλλία – ώστε να συνεχίσει το σχολείο, όπως και κάποιες πρώτες μουσικές σπουδές (είχε ξεκινήσει να μαθαίνει βιολί, αλλά γρήγορα θα έστριβε προς το πιάνο).

 

Στα 20 χρόνια του, το 1953, ο Manu Dibango βρίσκεται για πρώτη φορά στη σκηνή, στην πόλη Ρενς, σε κάποιο night-club, αρχίζοντας σιγά-σιγά να εντρυφεί και στην τζαζ (Louis Armstrong, Duke Ellington, Charlie Parker κ.ά.). Επαγγελματικά, όμως, θα αρχίσει να παίζει ακόμη πιο μετά, στις Βρυξέλλες το 1957, εκεί όπου το 1960, στο κλαμπ Le Tabou, θα συναντήσει τον Πατρίς Λουμούμπα, τον θρυλικό Κονγκολέζο ηγέτη της ανεξαρτησίας και πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο πρωθυπουργό της Δημοκρατίας του Κονγκό, που επισκεπτόταν τότε το Βέλγιο (και τον οποίο θα δολοφονούσαν οι εχθροί του στις αρχές του '61).

 

Με αφορμή την επίσκεψη του Λουμούμπα στο Βέλγιο θα βρεθεί εκεί και το κονγκολέζικο συγκρότημα African Jazz, το οποίο, και με την συμμετοχή του Dibango, θα ηχογραφήσει το περίφημο "Indépendance cha cha", ένα θρυλικό κομμάτι που θα αποτελούσε το πρώτο παναφρικανικό hit της ιστορίας. Μάλιστα ο Dibango θα τους ακολουθήσει αμέσως μετά και στο Κονγκό, παραμένοντας εκεί για δύο χρόνια – ηχογραφώντας και για την περιώνυμη δισκογραφική εταιρεία Ngoma, των αδελφών Ιερωνυμίδη (τεράστια η συμβολή των Ελλήνων, εκείνη την εποχή, στην κονγκολέζικη μουσική).

 

Το 1963 ο Manu Dibango επισκέπτεται την πατρίδα του, το Καμερούν, για πρώτη φορά μετά το 1949. Θα μείνει εκεί δυο χρόνια, θ' ανοίξει κι ένα χώρο, ο οποίος όμως δεν θα προκόψει, κι έτσι το 1965 θα γυρίσει ξανά στη Γαλλία. Το κύκλωμα των κλαμπ δεν έχει απλώς μεγαλώσει, αλλά έχει αποκτήσει κι άλλα χαρακτηριστικά, αφού είναι η ποπ πια που χαλάει κόσμο – και κάπως έτσι ο Manu Dibango θα αρχίσει να συνεργάζεται με μουσικούς αυτού του στυλ, όπως ήταν οι Dick Rivers και Nino Ferrer. Φυσικά, θα ηχογραφεί τακτικά και ο ίδιος τα δικά του, κυρίως EP στις 45 στροφές, με cha-cha, ρούμπες και άλλα διάφορα latin, που τότε ακόμη ακούγονταν από τον κόσμο.

 

Μετά το 1967 το στυλ τού Manu Dibango θα αρχίσει να αλλάζει. Να γίνεται πιο... soul, επηρεασμένος και αυτός από την μεγάλη άνθηση της μαύρης μουσικής. Και κάπως έτσι το 1969 κυκλοφορεί το LP του πια "Saxy-Party" [Mercury], στο οποίο διασκευάζει ποπ και άλλα hits της εποχής (ανάμεσα και τον «Μέτοικο» του Ζωρζ Μουστακί!), παρουσιάζοντας soul, afro και jerks, χορευτικά εν πάση περιπτώσει tracks, που ψιλο-φανέρωναν και εκείνο που θα ακολουθούσε.

 

Βασικά, η αλλαγή συμβαίνει με το κομμάτι "Salt pop corn" [Philips] του 1970, στο οποίο ο Dibango εμφανίζει αυτά τα heavy σαξοφωνικά παιξίματα (που θυμίζουν Gato Barbieri), ενώ στο background το ρυθμικό τμήμα τα χώνει άγρια.

 

Από την εμφάνιση του Manu Dibango στον Λυκαβηττό το 1996
Από την εμφάνιση του Manu Dibango στον Λυκαβηττό το 1996

 

Το 1971 βγαίνει στην γαλλική εταιρεία Fiesta το άλμπουμ "Manu Dibango", που έχει πολλά afro tracks, σ' ένα πιο smooth ύφος όμως, ενώ το 1972 είναι μια πολύ καθοριστική χρονιά για τον καμερουνέζο μουσικό.

 

Το afro-rock και το afro-funk βρίσκονται σε τρομερή έξαρση, με δεκάδες συγκροτήματα σε όλη την ηπειρωτική Ευρώπη (και στην Βρετανία) να δημιουργούν οργιώδεις καταστάσεις, καθώς ενώνονται σ' ένα σώμα το latin-rock των Santana, μαζί με το jazz-rock των Blood, Sweat and Tears και το progressive-afro των Osibisa. O Fela Kuti επίσης αναπτύσσει από τις αρχές του '70 το δικό του afrobeat, ενώ υπάρχει πάντα ο James Brown, οι War και οι Funkadelic – για να δώσουμε ένα χοντρικό περίγραμμα, του πανικού που επικρατούσε στα stages.

 

Μέσα σ' αυτό το σκηνικό μπαίνει λοιπόν και ο Manu Dibango, δίνοντας μέσα σε δύο χρόνια (1972-73) μερικά φοβερά LP, όπως ήταν το "O Boso" [Fiesta], το "Soul makossa" [Fiesta], το "Africadelic" [Mondiophone], το "African Voodoo" [Ψ/PSI] και το "Makossa Man" [Fiesta]. Όλα εξαιρετικά (το "Africadelic" είναι αριστούργημα), αλλά εκείνο που έσπασε τα σύνορα ήταν το "Soul makossa". Το κομμάτι με τον ίδιο τίτλο βασικά, που κόπηκε σε 45άρι σε όλον τον κόσμο, που πήγε μέχρι τη θέση 35 του Billboard Hot 100 (τον Ιούλιο του 1973), για να γίνει ακόμη πιο μεγάλη επιτυχία στην ηπειρωτική Ευρώπη και αλλού.

 

O Dibango πιάνει ένα βαθύ afrο ρυθμικό pattern, το οποίο περιγράφει με τη φράση "Mamako mamassa mako-makossa", πάνω στο οποίο τοποθετεί τα δικά του breaks στο σαξόφωνο, ραπάροντας σε τοπική (καμερουνέζικη) διάλεκτο και οδηγώντας, σταδιακά την μπάντα του σ' αυτό το funky παρανάλωμα. Στην ηχογράφηση του άλμπουμ είχαν πάρει μέρος διάφοροι μουσικοί και ανάμεσά τους και ο Ελληνογάλλος τζάζμαν Georges Arvanitas στο πιάνο (σημαντική και μάλλον αγνοημένη, στην δεύτερη πατρίδα του, μορφή).

 

Ας ακούσουμε το "Soul makossa" σ' αυτή την εξαιρετική live εκτέλεση από τα αρχεία του γαλλικού ΙΝΑ (Institut Νational de l'Αudiovisuel)...

 

Manu Dibango - Soul makossa

 

Στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα το "Soul makossa" κυκλοφόρησε το 1973 (ας γράφει επάνω το 45άρι 1972) και προωθήθηκε πολύ – κυρίως το δισκάκι, μα και το LP. Τη διαχείριση στα καθ' ημάς την είχε η MINOS, οι εκδόσεις της οποίας ήταν ωραίες, με ωραία χρώματα και εξώφυλλα, έχοντας αναγραμμένα πάνω τους και ελληνικά στοιχεία.

 

Εκείνο το «1η Εκτέλεση» βγάζει μάτι στο single, αλλά και στο LP πάλι διαβάζαμε «Πρώτη Εκτέλεση». Γιατί; Υπήρχε λόγος γι' αυτή τη... δήλωση; Ναι. Γιατί είχαν κυκλοφορήσει διάφορα "Soul makossa" τότε, και έπρεπε το πρωτότυπο να προστατευτεί.

  

Soul makossa - Το ελληνικό 45άρι
Soul makossa - Το ελληνικό 45άρι
Soul makossa - Τo ελληνικό LP
Soul makossa - Τo ελληνικό LP

 

Η EMI του Λαμπρόπουλου είχε ρίξει στην αγορά, λογικά την ίδιαν εποχή, την διασκευή του "Soul makossa" από τον σπουδαίο νιγηριανό ντράμερ Olatunji (είχε βγει και το LP του Olatunji "Soul makossa" στην Ελλάδα, σε ετικέτα Paramount, όπως και το 45άρι), ενώ κυκλοφορούσε κι άλλο "Soul makossa", στη χώρα, από κάποιον Rod Hunter. Όλοι επιχειρούσαν να επωφεληθούν...

 

Φυσικά, περισσότερα "Soul makossa" κυκλοφορούσαν στο εξωτερικό, καθώς το κομμάτι διασκευαζόταν συνεχώς, από γνωστούς και αγνώστους και πολλές φορές με επιτυχία. Από τους Αμερικανούς Afrique ας πούμε, τους σπουδαίους Lafayette Afro-Rock Band και πάρα πολλούς ακόμη, που δεν έχει νόημα, τώρα, να τους απαριθμήσουμε.

 

Επίσης το "Soul makossa" το έχωσε ο Όμηρος Ευστρατιάδης και στην ταινία του Ερωτισμός και Πάθος (Girl of Passion) με τον Νίκο Γαλανό και την Τούλα Γαλάνη (σε βασικούς ρόλους), το 1974, με σκηνές γυρισμένες μέσα σε ντισκοτέκ. Κι έτσι, όταν ένα μουσικό κομμάτι περνάει στο σινεμά, ή γίνεται ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία (το κομμάτι), ή θέλει να επωφεληθεί η ταινία από την ενσωμάτωση ενός τόσο δυναμικού hit.

 

Σε κάθε περίπτωση το "Soul makossa" του Manu Dibango", μαζί με το "The world is a ghetto" των War, τα κομμάτια των Barrabas "Woman" και "Wild safari", το "(Oh, no! not!) The beast day" της Marsha Hunt, το "I gotcha" του Joe Tex, το "Papa was a rollin' stone" των Temptations, το "Hey big brother" των Rare Earth και μερικά ακόμη έχτισαν τα πρώτα πυρακτωμένα DJ-sets στη χώρα... εκείνα τα μακρινά χρόνια.

 

Στην Ελλάδα, βεβαίως, βγήκαν και άλλα καταπληκτικά singles και LP του Manu Dibango, όπως ήταν το κομμάτι "Dikalo" (1973), τα LP "Makossa Man" (1973), "Africadelic" (1975), "Electric Africa" (1985) και άλλα διάφορα.

 

 

Manu Dibango - Panther (1973)

 

Φυσικά και μετά το "Soul makossa" ο Manu Dibango έδωσε κι άλλα καταπληκτικά άλμπουμ (ήδη αναφέραμε ορισμένα), επηρεάζοντας με το afro-funk του δεκάδες πρωτοκλασάτους μουσικούς και συγκροτήματα κάθε εποχής (από τους Kool and The Gang και τον Michael Jackson, μέχρι τον Jay-Z και την Rihanna).

 

Πολύ σημαντικό μεταγενέστερο κομμάτι τού Manu Dibango ήταν και το "Abele dance", ένα φοβερό funk από το 1984, ενώ πολύ δυνατό άλμπουμ του για τα 90s ήταν το "Wakafrika" (1994), εκεί όπου συνεργάστηκε με Youssou N'Dour, Geoffrey Oryema, Ladysmith Black Mambazo, Peter Gabriel, Salif Keita, Ray Lema, King Sunny Ade, Touré Kunda και δεκάδες άλλους. Χαμός!

 

Επίσης ο Manu Dibango είχε συνεργαστεί με τον Herbie Hancock και τον Bill Laswell στο "Electric Africa" (1985), ενώ δεν πρέπει να λησμονήσουμε (κάτι όχι πολύ γνωστό) την μεγάλη συνεισφορά του, ως συνθέτης soundtracks, σε αφρικανικές ταινίες. Στη βάση IMDb υπάρχουν 19 σχετικές αναφορές.

 

Επειδή έχω ακούσει ορισμένες από αυτές τις μουσικές του, όπως στην ταινία Ceddo (1976) του Σενεγαλέζου Ousmane Sembène και στην Le Prix de la Liberté (1978) του Καμερουνέζου Jean-Pierre Dikongué Pipa, λέω πως και αυτές είναι καταπληκτικές!

 

Ο Manu Dibango ήταν βεβαίως πολύ αγαπητός στην χώρα μας και γι' αυτό ερχόταν και ξαναρχόταν. Προσωπικά τον είχα δει στον Λυκαβηττό το 1996 (τον θυμάμαι να διασκευάζει σε afro το "Never on Sunday του Μάνου Χατζιδάκι!), στο Club 22 το 2003 και ακόμη πιο μετά στο Gazarte – στο οποίο ερχόταν σχεδόν κάθε χρόνο, την τελευταία δεκαετία.

 

Δυστυχώς, δεν θα τον ξαναδούμε.

 

 

Manu Dibango - Dikalo