Για τον Jon Caramanica των «New York Times», οι 100 gecs, το ανεξάρτητο ντουέτο του Dylan Βrandy και της Laura Les που ξεπήδησε από το αχανές πεδίο του Διαδικτύου, ήταν μια αποκάλυψη. Και είναι ευτύχημα που έπεσαν στην αντίληψη κάποιων κριτικών μέσα από διάφορα ποστ που έπαιρνε το μάτι τους από δω και από κει στο Τwitter.


Ο Caramanica έγραψε μια ενθουσιώδη κριτική για το άλμπουμ τους «1000 gecs», που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό. Εκεί, όμως, που έπαθε παράκρουση, ήταν όταν τους είδε να παίζουν live. Η ένταση και το παραλήρημα του κοινού με το που ανέβηκαν στη σκηνή ήταν τέτοια που άρχισαν να πέφτουν σοβάδες από το ταβάνι, όπως περιέγραψε στο podcast που τους αφιέρωσε. Ήταν μόλις η δεύτερη ζωντανή τους εμφάνιση μπροστά σε κόσμο.

 

Η μουσική τους αναμειγνύει ένα σωρό μικροείδη που εμφανίστηκαν στα '00s: nightcore, deconstructive club, chillwave, witch house, vaporwave, cloud rap με τόνους autotune, noise παραμόρφωση, hardcore και heavy metal, ska, dubstep, και πάει λέγοντας.


Τελευταία, όπου και να διαβάσεις, τους αντιμετωπίζουν ως το μέλλον της ποπ μουσικής. Και είναι κάτι που δεν περιμένεις για ένα τόσο ιδιοσυγκρασιακό συγκρότημα, του οποίου η άγρια ενέργεια και το χαοτικό υβριδικό μουσικό στυλ το κατατάσσει περισσότερο στην πειραματική μουσική σκηνή. Κι όμως, ο ήχος τους είναι εντελώς 2019, με τον ίδιο τρόπο που είναι και της Billie Eilish. Όπως κι αυτή, επικοινωνούν άμεσα με τη γενιά του Διαδικτύου.


Τα 10 κομμάτια του «1000 gecs» μπορεί να διαρκούν συνολικά μόνο 23 λεπτά, αλλά κρύβουν μέσα τους «δισεκατομμύρια μικρο-στιγμές», όπως αναφέρει ο Caramanica. Αυτό το συνονθύλευμα ήχων σε χτυπάει τόσο απότομα, που μπορεί να σου κάψει τον εγκέφαλο με το εύρος των αναφορών του. Κάθε κομμάτι είναι ένα ηχητικό ντελίριο αποτελούμενο από χίλιους δύο διαφορετικούς ιντερνετικούς ήχους και είδη μουσικής, που στρίβει με 200 προς μια ακαθόριστη κατεύθυνση σε λιγότερο από τρία λεπτά. Η μουσική τους αναμειγνύει ένα σωρό μικροείδη που εμφανίστηκαν στα '00s: nightcore, deconstructive club, chillwave, witch house, vaporwave, cloud rap με τόνους autotune, noise παραμόρφωση, hardcore και heavy metal, ska, dubstep, και πάει λέγοντας. Κανένας ήχος δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται τυχαία και το τελικό αποτέλεσμα είναι 100% ομοιογενές.


Αν μπορούσε να περιγραφεί με εικόνες η αίσθηση που σου προκαλούν, θα ήταν ένα στιγμιότυπο από το τέλος του βίντεο για το «800db». Δείχνει τα δύο μέλη του συγκροτήματος, δυο ξανθές φιγούρες με μακριά μαλλιά, να κάνουν αλύπητο headbanging, μέρα μεσημέρι, έξω από ένα σινεμά που παίζει τη live-action βερσιόν του «Αλαντίν», ενώ τουρίστες τριγύρω τούς χαζοκοιτάνε. Με το που τελειώνει το κομμάτι, σταματάνε εμφανώς ζαλισμένοι από το χτύπημα και πιάνουν και οι δυο το κεφάλι τους. Είναι μια γελοία στιγμή που αποκλείεται να μη σε κάνει να βάλεις τα γέλια και ταυτόχρονα απαθανατίζει όλη την ηχητική παλαβομάρα του πρότζεκτ τους. Ακόμα πιο τρελό είναι το βίντεο για το «Money Machine», που έγινε viral.

 

 

Money Machine


Η μουσική τους είναι αναζωογονητική, παιχνιδιάρικη, γεμάτη χιούμορ και άκρως «κολλητική». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κάπου την έχεις ξανακούσει, αλλά σίγουρα όχι με αυτόν τον τρόπο. Αυτό είναι το βασικό στοιχείο που την κάνει τόσο συναρπαστική. Μπορεί να σου φέρνει στο μυαλό άπειρες αναφορές, που διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Απ' όποια πλευρά κι αν το δεις, είναι ποπ. Δεν ξέρω αν θα γίνουν ποτέ τόσο huge, αλλά δεν είναι τυχαίο που ανοίγουν πλέον για τους Brockhampton. Ίσως είναι ήδη huge για τον «αόρατο» κόσμο που ζει μέσα από τα πληκτρολόγια και τις μικρές οθόνες.

 

Όταν ένας φανατικός ακροατής τους ανακάλυψε τις συντεταγμένες του σημείου όπου φωτογραφήθηκαν για το εξώφυλλο του άλμπουμ τους, στο οποίο έχουν την πλάτη τους γυρισμένη στην κάμερα και τα κεφάλια τους γέρνουν στα κλαδιά ενός μεγάλου δέντρου, έγινε χαμός. Αν ψάξει κάποιος στο Google Maps θα δει ότι το δέντρο αναφέρεται πλέον σαν να ανήκει στα ιστορικά μνημεία του Des Plaines του Ιλινόις. Σε μια σελίδα στο charge.org μαζεύουν υπογραφές για να αναγνωριστεί το δέντρο ως το 8ο θαύμα του κόσμου. Βέβαια, το πιο εξωφρενικό είναι ότι, εκτός από memes, το Τwitter έχει γεμίσει με fan arts του εξώφυλλου, ενώ αρκετοί φωτογραφίζονται μπροστά του σαν να είναι οι σκάλες του «Τζόκερ». Μερικές φορές δεν βρίσκουν παρόμοια δέντρα, ωστόσο κάνουν την ίδια πόζα!

 

Ο Dylan άρχισε να ασχολείται πετυχημένα με την παραγωγή ‒ έχει συνεργαστεί με τους Bones και την Charli XCX, μεταξύ άλλων.
Ο Dylan άρχισε να ασχολείται πετυχημένα με την παραγωγή ‒ έχει συνεργαστεί με τους Bones και την Charli XCX, μεταξύ άλλων.
Η Laura, με το ψευδώνυμο Osno1, έγραφε μουσική για τους Night Lovell, Lil West κ.ά.
Η Laura, με το ψευδώνυμο Osno1, έγραφε μουσική για τους Night Lovell, Lil West κ.ά.


Ο Dylan και η Laura μεγάλωσαν σε δύο αντίπαλες πόλεις στα περίχωρα του Σεντ Λούις του Μιζούρι και γνωρίστηκαν στο σπίτι ενός κοινού τους φίλου το 2012. Ο Dylan έπαιζε τραγούδια που μόλις είχε γράψει και η Laura αισθάνθηκε τόσο ανταγωνιστικά, που σηκώθηκε και πήγε σπίτι της για να φτιάξει τη δική της μουσική. Τελικά έγιναν φίλοι, αλλά οι δρόμοι τους χώρισαν όταν η Laura έφυγε για να σπουδάσει ηχολοψία στο Σικάγο ‒ κράτησαν όμως επαφή. Το 2015 ο Dylan αποφάσισε να την επισκεφτεί κι έτσι γεννήθηκε το πρώτο ομώνυμο άλμπουμ τους. Δεν περίμεναν ποτέ ότι θα έκαναν και δεύτερο. Ο Dylan άρχισε να ασχολείται πετυχημένα με την παραγωγή ‒ έχει συνεργαστεί με τους Bones και την Charli XCX, μεταξύ άλλων. Η Laura, με το ψευδώνυμο Osno1, έγραφε μουσική για τους Night Lovell, Lil West κ.ά. και παράλληλα δούλευε ως σερβιτόρα σε ένα εστιατόριο που ειδικεύεται στις empanadas, τις λατινοαμερικάνικες πίτες.

 

Έγραψαν το «1000 gecs» από απόσταση. Το έφτιαξαν εξ ολοκλήρου ονλάιν χρησιμοποιώντας Logic Pro X και αντάλλαξαν άπειρα μέιλ με προσχέδια. Ο Dylan λέει ότι το άλμπουμ είναι επηρεασμένο από τους Breathe Carolina, John Zorn και I See Stars και η Laura τα δικά της, ότι το έγραψε έχοντας στο μυαλό της τη μουσική των Naked City, Playboi Carti, 3OH!3 και Cannibal Corpse, αλλά και διάφορους καλλιτέχνες της PC Music. Αυτό το τελευταίο ισχύει. Θυμίζουν αρκετά την κολεκτίβα της PC Music. Οι στίχοι τους είναι ό,τι να 'ναι, όπως και η μουσική τους. H Laura τραγουδάει με high-pitched φωνή για ένα ηλίθιο άλογο που την έκανε να πέσει από την Πόρσε της επειδή έχασε σε ένα στοίχημα που έβαλε ή για έναν γκρινιάρη τύπο που γνώρισε και μιλάει πολύ, παρότι έχει ένα πολύ μικρό φορτηγό. Σε ένα άλλο σημείο λέει ότι έχει τόσο μικρά και χαριτωμένα μπράτσα, που μοιάζουν με τσιγάρα τα οποία μπορεί να καπνίσει.

 

 


Ο Eli Enis γράφει: «Τα τραγούδια τους μιλάνε για την καθημερινή τους ζωή μέσα από τα κινητά τους. Η τέχνη τους δεν έχει κάποιο υψηλό νόημα για την online εποχή. Είναι απλώς υποπροϊόν της».


Είναι όμως απαραίτητο να υπάρχει κάποιο υψηλό νόημα; Δυστυχώς, η πλειοψηφία των ανεξάρτητων μουσικών που κάνουν πειραματική ηλεκτρονική μουσική κάπου έχει χάσει την μπάλα. Λόγω της εμμονής τους με την πρωτοπορία έστειλαν το έργο τους στο μουσείο, λες και η μουσική είναι κυριολεκτικά ένα έκθεμα με καθαρά ελιτίστικο χαρακτήρα, ξεχνώντας ότι μπορεί είναι και απόλαυση, χορός, ότι δεν χρειάζεται να παίρνει συνεχώς τον εαυτό της στα σοβαρά.


Βέβαια, αν συνέβη κάτι πραγματικά πρωτοποριακό στην ηλεκτρονική μουσική τα τελευταία 10 χρόνια είναι ότι απέκτησε ξανά πολιτική συνείδηση μετά από πολύ καιρό και ότι εστιάζει πλέον στη διαφορετικότητα, όχι συμβολικά και θεωρητικά αλλά αντιμετωπίζοντάς την ως μια πραγματικότητα ‒ και, μεταξύ μας, είναι ό,τι καλύτερο μπορούσε να της συμβεί. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι ηχητικά μπροστά, αν και υπάρχουν φωτεινά παραδείγματα, όπως οι 100 gecs.