Είχε εκφράσει κατά καιρούς ο μεγάλος Χάρολντ Μπλουμ που πέθανε χθες στα 89 του, την αδυναμία του σε κάποια από τα πιο εκλεκτικά δείγματα ροκ μουσικής, ειδικά αν διέκρινε μια βαθιά σύνδεση με την πλούσια αμερικανική μουσική παράδοση. Ο πιο επιφανής εκπρόσωπος της λογοτεχνικής κριτικής και ανάλυσης και επίσης Sterling Professor (ο κορυφαίος ακαδημαϊκός βαθμός στην Αμερική) των Ανθρωπιστικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Yale, είχε δηλώσει κάποτε ότι σταμάτησε να ασχολείται πολύ με το ροκ γύρω στα μέσα της δεκαετίας του '70, όταν διαλύθηκε το θρυλικό γκρουπ των Band, για κάποιους (και για τον ίδιον) η αρχετυπική Μπάντα, όνομα και πράγμα. Πριν από τέσσερα χρόνια επανήλθε όμως στο αγαπημένο του συγκρότημα, γράφοντας ένα μικρό κείμενο για το μεγαλείο του τραγουδιού τους "The Weight". Το κείμενο είχε δημοσιευτεί στην Wall Street Journal.

 

Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί οι Band έχουν ταξινομηθεί ως ροκ συγκρότημα. Πήγα σε πολλές από τις ζωντανές εμφανίσεις τους στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές της επόμενης, και το γκρουπ μου έδινε πάντα την αίσθηση ότι ανήκει στην country ή στην παραδοσιακή [roots] μουσική. Και το τραγούδι τους "The Weight" αποτελεί ένα ιδανικό υπόδειγμα.

 

Άκουσα για πρώτη φορά το "The Weight" σε μια συναυλία των Band στη Νέα Υόρκη το 1968, λίγο αφότου είχε κυκλοφορήσει ως single. Το τραγούδι με είχε συναρπάσει άμεσα, ειδικά αυτή η δερμάτινη αυθεντικότητα του και η ώριμη επεξεργασία της αμερικανικής μουσικής παράδοσης που το διέκρινε. Αλλά είναι κάτι πολύ παραπάνω απ' αυτό.

 

Το κομμάτι ανοίγει με την αφήγηση ενός κουρασμένου ταξιδιώτη που φτάνει στη Ναζαρέτ αναζητώντας ένα κρεβάτι να κοιμηθεί – μοτίβο χριστιανικό, από την Καινή Διαθήκη. Σύντομα όμως πέφτει πάνω στον Διάβολο που περπατά με μια γοητευτική δεσποινίδα στο πλευρό του. «Έλα Κάρμεν, έλα μαζί μου» της λέει ο ταξιδιώτης αλλά εκείνη του απαντά «Πρέπει να φύγω, αλλά ο φίλος μου μπορεί να μείνει».

 

Το «βάρος» τόσο στον τίτλο ("weight") όσο και στη λέξη "load" στο ρεφρέν ("Take a load off Fanny, and you put the load right on me") είναι το βάρος της γήινης ύπαρξης, της θνητότητας.

 

Το τραγούδι αποτελεί μέρος αυτού που αποκαλώ Αμερικανική Θρησκεία, που δεν είναι ούτε χριστιανική, ούτε μη χριστιανική, αλλά ένα υβρίδιο διαφορετικών στοιχείων και τάσεων, συμπεριλαμβανομένου και αυτού που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί Ενθουσιασμός του 17ου αιώνα. Κανείς Αμερικανός δεν νιώθει ποτέ πραγματικά ελεύθερος παρά μόνο όταν είναι μόνος του, και υπάρχει κάτι από αυτή την επιθυμία μοναχικότητας στο "The Weight".

 

Ο Levon Helm, ντράμερ αλλά και τραγουδιστής του γκρουπ, είναι από το Άρκανσο - οι υπόλοιποι ήταν από τον Καναδά – και αποτελούσε την καρδιά και την ψυχή του εγχειρήματος, παρότι το τραγούδι το έγραψε ο Robbie Robertson. Εν τέλει, το "The Weight" είναι μουσική των συνόρων – ένας συνδυασμός από διάφορες περιφερειακές μουσικές επιρροές – και περιέχει έναν αυθεντικό ήχο ποταμόπλοιου.

 

Η ομορφιά του όμως δεν κρύβεται μόνο στους στίχους – που είναι σουρεαλιστικοί σχεδόν – ή στη μουσική, αλλά σ' αυτή την παράξενη γεύση που αναδύει ο συνδυασμός τους. Είναι ένα τραγούδι που υπερβαίνει τα συστατικά του συλλαμβάνοντας κάτι βαθύ σχετικά με τις αντιφάσεις και τις δυσκολίες μιας αυθεντικής Αμερικανικής πνευματικότητας.