Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Η Χαρούλα Λαμπράκη αφηγείται τη ζωή της στη LIFO

Λαϊκή τραγουδίστρια. Γεννήθηκε στο Κακόβατο, ένα ψαροχώρι στη Ζαχάρω της Ηλείας, και μένει στην Καλλιθέα. Ο Βασίλης Τσιτσάνης τη φώναζε «νινί».
Όταν κάποια στιγμή σταματήσω να τραγουδάω θα έχω να λέω ότι κέρδισα πάρα πολλά από αυτήν τη δουλειά, ότι γνώρισα πολλούς ανθρώπους και πολλά μέρη. Φωτο: Σπύρος Στάβερης/LIFO

Οι ρεματιές βούιζαν στο χωριό από το τραγούδι μου. Βγαίναμε στα χωράφια και κουβαλάγαμε τις σταφίδες κι εγώ τραγουδούσα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τότε, σε αυτά τα μέρη υπήρχε εκείνη η απόλυτη ησυχία και ακουγόταν η φωνή μου χιλιόμετρα μακριά. Αυτή, λοιπόν, ήταν η τρέλα μου από μικρό παιδί, το τραγούδι.

 

• Από τότε που ήμουν πέντε έχω την εικόνα του πατέρα μου που με είχε στα γόνατά του και μου μάθαινε τα δημοτικά τραγούδια. Μου μάθαινε τα κλέφτικα, τα τραγούδια του τραπεζιού, όπως τα λέγαμε εμείς. Αργότερα, τα ηχογράφησα σε έναν δίσκο αφιερωμένο σε αυτόν. Αν και οι γονείς μου ήταν γεωργοί, άνθρωποι των κτημάτων, είχαν ανοιχτό μυαλό. Ο πατέρας μου δεν έφερε ποτέ αντίρρηση στο να ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα. Το μόνο που μου είχε πει, θυμάμαι, ήταν να μην τον ατιμάσω.

 

Και οι δύο μου γονείς είχαν πολύ καλή φωνή και ο αδελφός της μητέρας μου ήταν δεξιός ψάλτης στο χωριό. Έτσι, από πολύ μικρή είχα τους ψαλμούς στο αίμα μου. Ο ψαλμός, άλλωστε, είναι πολύ κοντά στο δημοτικό τραγούδι. Οι ρίζες μου είναι δημοτικές, άσχετα αν αργότερα τραγούδησα πολλά λαϊκά και ρεμπέτικα.

 

Οι ρεματιές βούιζαν στο χωριό από το τραγούδι μου. Βγαίναμε στα χωράφια και κουβαλάγαμε τις σταφίδες κι εγώ τραγουδούσα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τότε, σε αυτά τα μέρη υπήρχε εκείνη η απόλυτη ησυχία και ακουγόταν η φωνή μου χιλιόμετρα μακριά. Αυτή, λοιπόν, ήταν η τρέλα μου από μικρό παιδί, το τραγούδι.

 

• Είχα μια θεία που ήταν πολύ καλή φίλη της μητέρας του Μπάμπη Μπακάλη, ενός από τους μεγαλύτερους λαϊκούς συνθέτες. Στην τελευταία τάξη του γυμνασίου, το 1963, ήρθα, λοιπόν, στην Αθήνα, με σκοπό να δοκιμάσω την τύχη μου στο τραγούδι και, αν δεν τα κατάφερνα, το σχέδιο ήταν να γίνω φιλόλογος.

 

• Στην Columbia πήγα φορώντας τη σχολική μου ποδιά. Στην αρχή με άκουσε ο Μπακάλης και μετά με έστειλε στον διευθυντή της εταιρείας, τον Τάκη Λαμπρόπουλο. Για να μην τα πολυλογώ, με ενέκριναν κι έτσι υπέγραψα το πρώτο μου συμβόλαιο. Δυστυχώς, ήταν επταετές. Και λέω δυστυχώς, διότι μέχρι να τελειώσει αυτό το συμβόλαιο ήμουν δέσμια, χωρίς δικαιώματα και χωρίς ποσοστά. Πού να τα ξέρω αυτά εγώ, μικρό κορίτσι, όταν έβαζα την υπογραφή μου. Βέβαια, στην Columbia ήταν που είπα τις πολύ μεγάλες επιτυχίες με τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, τον Πλέσσα, τον Πάνου και άλλους.

 

• Κανονικά, το επώνυμό μου ήταν Λαμπροπούλου. Το έκανα Λαμπράκη μετά την παρότρυνση του Μπακάλη. Μου είχε πει: «Άλλαξέ το καλύτερα, διότι θα πας στον Λαμπρόπουλο και θα νομίζουν ότι έχεις την εύνοιά του λόγω ονόματος».

 

• Ο Λαμπρόπουλος με έστειλε σε πολλούς συνθέτες. Ο πρώτος ήταν ο Νίκος Δαλέζιος, ο οποίος μου έδωσε το ζεϊμπέκικο «Ανάθεμά σε, βρε ζωή». Ο δεύτερος ήταν ο Απόστολος Καλδάρας, που μου έδωσε το τραγούδι «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» και με αυτό το κομμάτι βγήκα από την ανωνυμία.

 

Ήταν τέλη του '65, αρχές του '66. Κάποια στιγμή με έστειλε και σε ένα μαγαζί στις Τζιτζιφιές -τότε, όλα τα καλά λαϊκά μαγαζιά ήταν εκεί-, όπου εμφανιζόταν ο Πάνος Γαβαλάς. Με ρωτάει ο Γαβαλάς «ποιο τραγούδι θες να πεις;» κι εγώ του απάντησα τα «Ξένα Χέρια». Κάπου εκεί ήταν, λοιπόν, που τελείωσε για μένα το όνειρο της καθηγήτριας Φιλολογίας. Φυσικά, ποτέ δεν έπαψε να μου αρέσει το διάβασμα.

 

• Λίγους μήνες μετά βρέθηκα να τραγουδάω μαζί με τον Γαβαλά στην Τριάνα του Χειλά, στη λεωφόρο Συγγρού, ένα θρυλικό μαγαζί. Από κει είχαν περάσει ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης, η Μαρινέλλα, η Πάνου, η Μοσχολιού. Για να σταθεί ένα μικρό κορίτσι δίπλα σε τέτοια ονόματα έπρεπε να έχει είτε μεγάλη τύχη είτε μεγάλη φωνή. Εγώ είχα και από τα δυο, όπως είχε πει ο Γαβαλάς.

 

• Μια μέρα έρχεται ο Λαμπρόπουλος και μου λέει: «Θα πας στην οδό Αχαρνών 1 να συναντήσεις τον Τσιτσάνη, που θέλει να σε γνωρίσει». Πάω, λοιπόν, και του χτυπάω το κουδούνι πολύ κομπλαρισμένη. Μου ανοίγει και με πηγαίνει σε ένα δωματιάκι που είχε διαμορφώσει σαν στούντιο, παίρνει το μπουζούκι και μου λέει: «Πάμε ένα τραγουδάκι;».

 

Ήταν το «Δεν ρωτώ ποια είσαι». Το είπαμε, το ξαναείπαμε και μέσα σε δέκα μέρες κυκλοφόρησε σε δισκάκι και έγινε η πιο μεγάλη επιτυχία. Από τότε ο Τσιτσάνης για επτά ολόκληρα χρόνια έγραφε τραγούδια πάνω στη φωνή μου. Πρέπει να έχω πει τουλάχιστον 25 τραγούδια του.

 

• Δεν ήθελε να τον φωνάζω κύριο Τσιτσάνη αλλά Τσίλια, όπως τον έλεγαν και οι φίλοι του. Κι εμένα δεν με φώναζε ποτέ με το όνομά μου. Με έλεγε νινί. Ήταν πολύ φιλικός και αρκετά προστατευτικός, θα έλεγα. Για μένα δεν ήταν δεύτερος πατέρας, ήταν πατέρας μου, στα χέρια του μεγάλωσα.

 

• Πολλοί από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα έφυγαν, δυστυχώς, νέοι. Ο Μανώλης Χιώτης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Στράτος Διονυσίου. Όταν φεύγουν από τη ζωή οι άνθρωποι που είναι πολύ κοντά σου, νιώθεις ένα τεράστιο κενό. Εγώ είχα την ατυχία να χάσω αυτούς τους όχι μόνο πολύ καλούς συνεργάτες αλλά και σπουδαίους φίλους.

 

Πολλοί από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα έφυγαν, δυστυχώς, νέοι. Ο Μανώλης Χιώτης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Στράτος Διονυσίου. Όταν φεύγουν από τη ζωή οι άνθρωποι που είναι πολύ κοντά σου, νιώθεις ένα τεράστιο κενό. Εγώ είχα την ατυχία να χάσω αυτούς τους όχι μόνο πολύ καλούς συνεργάτες αλλά και σπουδαίους φίλους.

 

• Για πρώτη φορά στην Αμερική πήγα με τον Στράτο Διονυσίου, το 1969. Ξεκινήσαμε από τον Καναδά και μετά περάσαμε στη Νέα Υόρκη. Τότε συνειδητοποίησα πόσο πολύ μου αρέσουν τα ταξίδια κι έτσι, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία -πάντα μέσα από τη δουλειά μου-, ταξιδεύω όπου και αν με φωνάξουν. Έχω γυρίσει όλη την Αμερική, την Αυστραλία και τη μισή Ευρώπη.

 

Έχω ταξιδέψει, βέβαια, και σε όλη την Ελλάδα. Όταν με καλούν οι τοπικοί σύλλογοι στα πανηγύρια τους, τρέχω σαν την τρελή. Μου αρέσουν πολύ γιατί βλέπω τα γλέντια που κάνουν στον κάθε τόπο κι έτσι καταλαβαίνω τη διαφορετική κουλτούρα του κάθε μέρους. Κάθε χωριό, πόλη και χώρα είναι κι ένα τραγούδι.

 

• Αν με ρωτήσει κάποιος ποιο τραγούδι υπήρξε σταθμός στη καριέρα μου, θα δυσκολευτώ να απαντήσω, διότι όλα έπαιξαν εξίσου σημαντικό ρόλο, κάθε συνθέτης που μου εμπιστευόταν το τραγούδι του ήταν σταθμός. Παρ' όλα αυτά, νομίζω ότι το «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» του Καλδάρα υπήρξε καθοριστικό, γιατί με αυτό άρχισε να με γνωρίζει ο κόσμος. Πολλοί, επίσης, μπερδεύονται και νομίζουν ότι πρόκειται για ερωτικό τραγούδι.

 

Θυμάμαι, όταν είχα πάει να το κάνω πρόβα, παρατήρησα στο δωμάτιο τη φωτογραφία ενός παιδιού, ενός κοριτσιού συγκεκριμένα, και δίπλα ακουμπισμένα λίγα λουλούδια και ένα καντηλάκι. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, αλλά έπειτα, όταν ο Καλδάρας άρχισε να παίζει το τραγούδι στην κιθάρα, άρχισε να κλαίει γιατί το είχε γράψει για το παιδί του που έχασε.

 

Οι στίχοι λένε: «Αν υπάρχουνε αγάπες και στην άλλη τη ζωή, η δική μου η αγάπη θα είσαι πάλι μόνο εσύ. Μες στου Άδη τα σκοτάδια σαν ακούσεις στεναγμό, μην τρομάξεις αγαπούλα, θα είμαι εγώ να σε ζητώ». Θα έλεγα, λοιπόν, πως ναι, με έχει στιγματίσει αυτό το τραγούδι.

 

• Όταν κάποια στιγμή σταματήσω να τραγουδάω θα έχω να λέω ότι κέρδισα πάρα πολλά από αυτήν τη δουλειά, ότι γνώρισα πολλούς ανθρώπους και πολλά μέρη.

 

Η Μερόπη Κοκκίνη γεννήθηκε στην Κύπρο. Άρχισε να δημοσιογραφεί στο περιοδικό «01». Ανήκει στην συντακτική ομάδα της LIFO.
Email: [email protected]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

 «Κύριε, δεν είμαι κελεπουράκι, είμαι για τον εαυτό μου»: η Σωτηρίου Μπέλλου με δυο λόγια περιγράφει πώς έγινε τραγουδίστρια
Η μεγάλη λαϊκή τραγουδίστρια περιγράφει στον Ηλία Πετρόπουλο τη σημαδιακή εκείνη μέρα του '45 που κατέβηκε στενοχωρημένη σε ένα ταβερνάκι στα Εξάρχεια και έγινε τραγουδίστρια αυτοστιγμεί.
Να πώς η Πίτσα Παπαδοπούλου τραγουδώντας ακόμα και μέσα στο μετρό παραμένει τεράστια
Μια ευθυτενής λαϊκή τραγουδίστρια και ένα αφιέρωμα που δεν έγινε

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Γιάννης Νιάρρος σε ένα πρωτότυπο, χιουμοριστικό, μουσικό stand-up comedy show
Ο πολυτάλαντος και βραβευμένος ηθοποιός υποδύεται έναν εκκεντρικό, ψωνισμένο, ευαίσθητο και ξεκαρδιστικό μουσικό, κάθε Δευτέρα στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο
Φίλιππος Τσαλαχούρης: «Γράφω τη μουσική που θέλω να ακούω»
Ο πολυγραφότατος συνθέτης, που πρόσφατα ανέλαβε τη διεύθυνση των Μουσικών Σχολείων του Ωδείου Αθηνών, παρουσιάζει στο Μέγαρο Μουσικής το νέο του έργο «Ο Θάνατος του Λόρδου Βύρωνα»
Snik: «Δεν έχω πει σε κανέναν ούτε "πάρε ναρκωτικά" ούτε "πάρε ένα όπλο στο χέρι"»
Ο πρωτοπόρος της νέας ελληνικής ραπ σκηνής μιλά για την τεράστια επιτυχία που απολαμβάνει, εξηγεί πώς κατάφερε να φτάσει ως εδώ και δίνει τον δικό του ορισμό στην ευτυχία.
10+1 σημαντικοί ελληνικοί ροκ δίσκοι από την ανεξάρτητη B-Other Side Records
Μίμης Πλέσσας, Νικόλας Άσιμος, Stress, Παρθενογένεσις, αγόριαstonilio, Nurse of War και άλλες κυκλοφορίες της αθηναϊκής εταιρείας που καταγράφει το παρελθόν και το παρόν του ελληνικού ροκ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο,
40 χρόνια London Calling: Οι φωτογραφίες που έκαναν τους Clash αιώνια είδωλα
Μια μεγάλη έκθεση στο Λονδίνο για τα 40χρονα του ιστορικού άλμπουμ παρουσιάζει τις φωτογραφίες που τους είχε τραβήξει στη θρυλική αμερικανική περιοδεία του 1979 η σπουδαία ροκ φωτογράφος Pennie Smith, ανάμεσά τους και εκείνη που κοσμεί το πιο εμβληματικό ίσως ροκ εξώφυλλο όλων των εποχών.
100 gecs: Ένα συγκρότημα με πραγματικά νέο ήχο, που δεν ξέρεις αν πρέπει να το πάρεις στα σοβαρά
Πειραματικό σκα ραπ ή η νέα queer ποπ;
Ο Τζoν Λένον και η Γιόκο Όνο στην Αθήνα, τέτοιες μέρες πριν από 50 χρόνια
Με κρουαζιέρα στον Αργοσαρωνικό, βόλτα στο κέντρο της πόλης, εμφάνιση στην τηλεόραση, μα και «συνομιλίες» με πνεύματα
Γιατί όλοι ακούνε ραπ σήμερα;
Ο διάσημος Έλληνας ράπερ FY, ο αναπληρωτής καθηγητής του ΑΠΘ, Βασίλης Βαμβακάς, και ο 17χρονος Σωτήρης Τζoβάρας προσεγγίζουν την απόλυτη κυριαρχία του μουσικού φαινομένου στην Ελλάδα.
Η Ματούλα Κουστένη και ο Pepper 96.6 επιλέγουν τραγούδια για την Πτώση του Τείχους
7 τραγούδια που αξίζει να ακούσετε
Η μυστική ιστορία της ηρωικής πανκ σκηνής του Ανατολικού Βερολίνου που έστρωσε τον δρόμο για την πτώση του Τείχους
Παρά τις διώξεις, τις φυλακίσεις - εξέτιαν πολύ μεγαλύτερες ποινές από οποιαδήποτε άλλη ομάδα αντιφρονούντων στα ‘70s και στα ‘80s - και την βίαιη καταστολή, οι πανκς της πρώην Ανατολικής Γερμανίας δεν το έβαλαν ποτέ κάτω ως το τέλος.
«Όταν έπεφτε το Τείχος ήμασταν απασχολημένοι δύο βήματα πιο πέρα και δεν καταλάβαμε τίποτα»
Στις 9 Νοεμβρίου του 1989, η μπάντα βρισκόταν «εγκλωβισμένη» για μια τελευταία φορά στα έγκατα του θρυλικού στούντιο Hansa, ενώ απ’ έξω συνέβαινε μια κοσμογονία
Sillyboy's Ghost Relatives: Ωμό, soft rock μέχρι το κόκαλο
Ο Sillyboy, μαζί με την καινούργια του μπάντα, συνεχίζει να γράφει λαμπερά, ατμοσφαιρικά κομμάτια που πλέον κυκλοφορούν και από την εκλεκτική «Claremont 56» του Paul Murphy.
Παυλίνα Βουλγαράκη: «Είναι καλύτερο να έχει η αδερφή μου πρότυπο την Γκρέτα παρά την Καρντάσιαν».
Η ταλαντούχα ερμηνεύτρια μιλά στη LifO για την μουσική της πορεία, τα ακούσματά της και την επικαιρότητα
Αναμνήσεις ενός εισαγωγέα λαθραίων κασετών από το Βερολίνο των ’80s
Το Lifo.gr μίλησε με τον γνωστό παραγωγό ηλεκτρονικής μουσικής Mark Reeder για τη συναρπαστική ζωή του στο Βερολίνο των ’80s.
Τζιμ Kush: ένας Λαρισαίος αλβανικής καταγωγής ραπάρει στο Θεσσαλικό κάμπο
Με κοντομάνικο, μπας κλας σαγιονάρες και αλβανικό «ρο» που πάει να γίνει μόδα, ο Τζιμ Kush κάνει πλάκα με όλα τα ρατσιστικά στερεότυπα που έχουμε για τους Αλβανούς
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή