Με αφορμή τον πρόωρο χαμό του τραγουδοποιού Λαυρέντη Μαχαιρίτσα αναπτύχθηκε μια κουβέντα στα σόσιαλ μίντια σχετική με το αν ο Μαχαιρίτσας αντιπροσώπευε το ελληνικό ροκ, στη μακρόχρονη καριέρα του, ή κάτι άλλο. Τι άλλο; Κάτι που δεν είχε την παραμικρή σχέση με το ροκ. Κάτι πιο... συμβατικό – πιθανώς το «έντεχνο», σε μια πιο εξελιγμένη μορφή του.

 

Η αλήθεια είναι πως γύρω από το ροκ έχει υφανθεί μια μυθολογία στη χώρα, από πολύ παλιά, από τα σέβεντις ακόμη, που εξακολουθεί, μετά από 40 plus χρόνια, να «δουλεύει» με τις όποιες μικρο-παραλλαγές της.

 

Χοντρικά, έχει δημιουργηθεί η εντύπωση πως ο rocker (ας μην χρησιμοποιήσουμε ακόμη τη λέξη ροκάς, που κατά βάση αναφέρεται στους οπαδούς του ροκ, που ακούνε ροκ, επειδή νομίζουν πως έτσι κάνουν επανάσταση) θα πρέπει να είναι κάποιο είδος ασκητή. Υπάρχουν διάφορα tips, που πλαισιώνουν αυτό τον φαινότυπο. Να μερικά:

 

Καλό θα είναι, ο rocker, να ηχογραφεί για μικρές ανεξάρτητες εταιρείες και όχι για τις... αιμοβόρες πολυεθνικές, στις συνεντεύξεις του θεμιτό είναι να τα χώνει στο κατεστημένο, οπωσδήποτε να καπνίζει και να πίνει, ακόμη και πάνω στη σκηνή, να κάνει επίσης ναρκωτικά, να ντύνεται ροκ, να έχει μακριά μαλλιά, να είναι «πρωτοπόρος» και να μη μασάει, να απαξιώνει συλλήβδην κόμματα και πολιτικούς, να αρνείται τον πλούτο, την καλοπέραση, να αναφέρεται σε μικρο-ομάδες, σε θύλακες και ποτέ στη μάζα, στους πολλούς, να υπερασπίζεται την (ανύπαρκτη) ροκ ιδεολογία, να ομνύει στον επίσης (ανύπαρκτο) ροκ τρόπο ζωής και άλλα τέτοια σημειολογικά, άπειρα στον αριθμό, που θα του δίνουν μόνιμα το πασαπόρτι του ορίτζιναλ.

 

Όταν το ροκ επηρεάζει τις μάζες αποκτά κοινωνική σημασία, όταν στροβιλίζεται στο περιθώριο ή πέριξ αυτού αναιρείται, είναι σκέτο σημαίνον και καθόλου σημαινόμενο.

 

Παραμύθια. Όλα αυτά είναι παραμύθια από τότε που ο Τζον Λένον, στο μακρινό 1964, είχε δηλώσει πως το μεγαλύτερο όνειρό του ήταν να κάνει πολλά λεφτά και να γίνει εκατομμυριούχος (16 Magazine / Μοντέρνοι Ρυθμοί, 1 Ιουλ. 1964). Και αφού έκανε λεφτά ο άνθρωπος, και αφού έγινε πολυεκατομμυριούχος, αγοράζει και την Rolls-Royce του (δαπανώντας το απίστευτο υψηλό ποσό για την εποχή, των 11 χιλιάδων λιρών) και φωτογραφίζεται μ' αυτήν.

 

O Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τη μπάντα που τότε είχε ακόμα το όνομα PLJ.
O Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τη μπάντα που τότε είχε ακόμα το όνομα PLJ.

 

Στη ροκ παραϊστορία τέτοιου τύπου περιστατικά, γεγονότα, ντοκουμέντα, είναι απειράριθμα. Παρά ταύτα οι ροκάδες είτε τα αγνοούν (ας έρθουμε και στους οπαδούς σιγά-σιγά) είτε τα παρασιωπούν (πιο σπάνιο αυτό), χτίζοντας τους δικούς τους μύθους και δημιουργώντας τις δικές τους δοξασίες. Αυτά τα μυθεύματα ήταν και είναι ακόμη εν ισχύι στην Ελλάδα, καθορίζοντας και διαχωρίζοντας εν πολλοίς καλλιτέχνες, ακροατήρια και από 'κει και πέρα πωλήσεις δίσκων (παλιότερα αυτό), ακροαματικότητες, δημοφιλίες κ.λπ.

 

Φυσικά, όλα τούτα τα μυθεύματα δεν φύτρωσαν από μόνα τους. Τα υποδαύλισαν στα άγουρα χρόνια του ροκ οι Έλληνες ροκ δημοσιογράφοι, είτε αυτοί που έγραφαν στα κλασικά μέινστριμ έντυπα (Ποπ & Ροκ, Ήχος & Hi-Fi, Μουσική, για να αναφέρουμε τα τρία πιο γνωστά των σέβεντις-έιτις), είτε και στα πιο ψαγμένα (υποτίθεται), όπως ήταν τα περιοδικά του λεγόμενου αντιεξουσιαστικού χώρου, των Εξαρχείων τέλος πάντων (βλ. Ιδεοδρόμιο), που φιλοξενούσαν πάντα και μουσικά θέματα.

 

Το τι μπαρούφα και το τι ασυναρτησία είχε γραφτεί γύρω από το ροκ σε όλα εκείνα τα έντυπα είναι άνω ποταμών – οπότε, και κατά μίαν έννοια, τι να σου έκαναν και οι ροκάδες (αναγνώστες-ακροατές); Δεν είχαν από πού αλλού να πληροφορηθούν για τα καθέκαστα.

 

Βιβλία ξένα δεν μεταφράζονταν –ας σκεφθούμε πως το καλύτερο ξένο βιβλίο για το ροκ, που μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στη χώρα, τυπώθηκε μόλις το 2016(!), εκτός εποχής δηλαδή, ενώ έπρεπε να είχε τυπωθεί το 1980–, οι Έλληνες γραφιάδες που επιχειρούσαν να δείξουν ορισμένα πράγματα, που να είχαν κάποια σχέση με την ουσία (και όχι με το ροκ-φαντασιακό) μετριόνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού, κι έτσι, λογικό ήταν, το πράγμα να μείνει πίσω.

 

Πήραμε τον Νταλάρα να τραγουδήσει μαζί μας και τότε πολλοί μας είπαν πουλημένους, ξεφτίλες και δεν ξέρω 'γω τι άλλο. Έπρεπε όμως να μας μάθει ο κόσμος(...).
Πήραμε τον Νταλάρα να τραγουδήσει μαζί μας και τότε πολλοί μας είπαν πουλημένους, ξεφτίλες και δεν ξέρω 'γω τι άλλο. Έπρεπε όμως να μας μάθει ο κόσμος(...).

 

Διαμορφώθηκαν λοιπόν οι ψεύτικες συνειδήσεις, τα υπερυψωμένα «ροκ-εγώ» και οι ανόητες διαχωριστικές γραμμές (εσύ είσαι ροκ, εσύ είσαι λιγότερο, εσύ δεν είσαι καθόλου). Και όλα τούτα σε μιαν εποχή όπου το ροκ ουσιαστικά είχε ολοκληρωθεί στις μητρικές χώρες (ΗΠΑ, Μεγάλη Βρετανία) και όσον αφορά στα αισθητικά χαρακτηριστικά του, αλλά και σε σχέση με την κοινωνική αποστολή του. Στην πράξη βεβαίως το ροκ δεν ήταν ποτέ κάτι άλλο από ένα πλαίσιο, στο οποίο συνέβαιναν τα πιο αντιφατικά πράγματα. Συνέπεια αυτού ήταν ο καθένας να διαλέγει εκείνο το κομμάτι του πλαισίου που του πήγαινε περισσότερο, αναγορεύοντάς το σε «όλον». Από κει ξεκινούν οι παρανοήσεις.

 

Το ροκ κύλησε μέχρι το 1973, αλλά όπως γράφει και ο Αμερικανός David Pichaske στο βιβλίο του «Μια Γενιά σε Κίνηση» [Κουκκίδα, 2016]:

 

«Από το 1972, ήταν της μόδας να ισχυρίζεσαι ότι το ροκ, το κίνημα και η δεκαετία του '60 ήταν νεκρά. Ο καθένας από μας που βίωσε την οδυνηρή μετάβαση από τη δεκαετία του '60 στη δεκαετία του '70 έχει στο μυαλό του ένα συμβολικό γεγονός, που σήμανε τη θανάσιμη παρακμή: το μακελειό στο Λίνκολν Παρκ το 1968, τη δίκη των Οχτώ του Σικάγου, τους πυροβολισμούς στο Πανεπιστήμιο του Κεντ Στέιτ, τον γάμο του τραγουδιστή Τάινι Τιμ στο Johnny Carson Show, την παράνοια του Τσαρλς Μάνσον, του διεστραμμένου γκουρού, και των παραπλανημένων παιδιών των λουλουδιών που τον ακολούθησαν, τον θάνατο του Τζίμι Χέντριξ και της Τζάνις Τζόπλιν, τη συναυλία των Rolling Stones στο Άλταμοντ Σπιντγουέι».

 

Κι ενώ στο ροκ, στις μητροπόλεις, έπεφτε ταφόπλακα παντοτινή, καθώς από 'κει και πέρα θα είχε νόημα μόνον ως αισθητικό καπρίτσιο, στην περιφέρεια, στη μακρινή Ελλάδα, το πράγμα άρχισε να παίρνει συν τω χρόνω μια διαφορετική τροπή.

 

Το έναυσμα, εδώ, το είχε δώσει ο Διονύσης Σαββόπουλος από τα χρόνια του Rodeo και του Κυττάρου, στα τέλη του '60 και τις αρχές του '70, αλλά μετά το 1980 το ροκ στην Ελλάδα, αυτό που λέμε Ελληνικό Ροκ, αρχίζει να απασχολεί ευρύτερα στρώματα, όντας κάτι πρωτότυπο και νέο. Κάτι που δεν είναι άσχετο φυσικά και με τη νέα ελευθερία, που είχε αρχίσει να φυσά στη χώρα, μετά την «αλλαγή», τον Οκτώβριο του '81.

 

Η βασική πρωτοτυπία του νέου στυλ ήταν πως άρχιζε να ενσωματώνει σιγά-σιγά στοιχεία από το «έντεχνο τραγούδι», από το τραγούδι των συνθετών (Χατζιδάκις, Θεοδωράκης, Μαμαγκάκης, Ξαρχάκος, Μούτσης, Λοΐζος, Μαρκόπουλος κ.ά.), τα οποία αναμεμιγμένα με τις κλασικές ροκ φόρμες στις ενοργανώσεις, στις μελωδίες κ.λπ., έδιναν ένα καινούριο υβρίδιο – ένα τραγούδι που ήταν και ροκ και «έντεχνο» μαζί και που συνηθίσαμε να το αποκαλούμε στην πορεία «σύγχρονο ηλεκτρικό τραγούδι». Ο όρος είναι ακουσμένος, αλλά δεν είναι παγιωμένος.

 

Η αρχή οφείλεται και πάλι στον Σαββόπουλο, ο οποίος το 1981 παρουσιάζει τον Βαγγέλη Γερμανό στα «Μπαράκια». Δεν είναι τυχαίο το ότι ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας έπινε νερό στο όνομα αυτού του δίσκου. Σκάνε οι Φατμέ την ίδια χρονιά, που ήταν επηρεασμένοι όχι μόνο από το «έντεχνο», αλλά και από το λαϊκό, ενώ το 1982 έρχεται ο πρώην σίξτις rocker (Crosswords) και αργότερα σέβεντις «έντεχνος» Βασίλης Παπακωνσταντίνου με το «Φοβάμαι» και σπάει τα ταμεία. Το άλμπουμ περιείχε τραγούδια γραμμένα από rockers όπως ήταν ο Λάκης Παπαδόπουλος (που είχε ξεκινήσει από τους Dragons, ένα συγκρότημα του '60), «έντεχνα» (συνθέσεις του Μάνου Λοΐζου), ένα ξένο μεταφρασμένο (το «Σεμπάστιαν» των Cockney Rebel), ροκ τραγούδια του Γιάννη Ζουγανέλη (ενός «έντεχνου» μέχρι τότε συνθέτη) κ.λπ. Γινόταν, ολοφάνερα πια, η μίξη.

 

Την πορεία την ξέρετε. Οι Τερμίτες εγκαταλείπουν σιγά-σιγά το όνομα PLJ Band και τον αγγλικό στίχο και αρχίζουν να γράφουν σ' αυτό το νέο στυλ. Μπαίνουν κι οι Φατμέ, με πιο «έντεχνες» ιδέες («Ρίσκο»), υπάρχει από το 1982 Ο Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ, σκάει ο Νίκος Ζιώγαλας με το «Τζάμπο» (παλιός rocker κι αυτός από Ανάκαρα, Λερναία Ύδρα), οι Κατσιμιχαίοι (επίσης παλιοί rockers από Αγάπανθος, Σπυριδούλα) σερβίρουν επιτέλους τα «Ζεστά Ποτά» τους (1985) μετά από παρέμβαση του Μανώλη Ρασούλη, ο Παύλος Σιδηρόπουλος συνεργάζεται με τον Γιώργο Χατζηνάσιο και τον Γιάννη Μαρκόπουλο, «έντεχνοι» συνθέτες, όπως ο Δήμος Μούτσης μετατρέπονται σε singer-songwriters, γράφοντας ροκ τραγούδια, οι τραγουδιστικές φίρμες του «έντεχνου», ο Γιώργος Νταλάρας και η Χαρούλα Αλεξίου, συνεργάζονται με τους Τερμίτες και με τους Φατμέ αντίστοιχα, το πράγμα φουσκώνει, ξανοίγεται, πιάνει τους πάντες και γίνεται ποπ. Οι Πυξ-Λαξ, στα nineties πια, σαρώνουν τα πάντα. Ήταν οι Πυξ-Λαξ ροκ; Ας μας απαντήσουν ο Eric Burdon, o Gordon Gano (Violent Femmes), ο Steve Wynn (The Dream Syndicate) και ο Marc Almond, με τους οποίους συνεργάστηκαν...

 

Κι επειδή το ροκ γίνεται ποπ επηρεάζει τον κόσμο, διαμορφώνει καταστάσεις, κινητοποιεί, μεταμορφώνει – ό,τι έκανε τηρουμένων όσων αναλογιών θέλετε και το ροκ στην Αμερική και την Αγγλία τη δεκαετία 1963-1973.

 

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τον Αντώνη Βαρδή και τον Πάνο Κατσιμίχα.
Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τον Αντώνη Βαρδή και τον Πάνο Κατσιμίχα.

 

Όπως έγραφε ο Κώστας Θεοφιλόπουλος στο παλιό περιοδικό ΤΖΑΖ (τεύχος 5, Δεκέμβριος 1978):

 

«Αν μεταξύ ποπ και ροκ υπάρχει τυπολογική αντινομία, και αν μια εξέταση των στοιχείων της μορφής μάς επιτρέπει να αντιληφθούμε ιστορικά και αισθητικά την εμφάνιση του ροκ-εν-ρολ σαν μουσική έκφραση από τα περιθώρια, η πραγματική, η κοινωνική σημασία του παρουσιάζεται μόνο αν το αντιμετωπίσουμε σαν το 'καινούργιο ποπ'. Έτσι, το πρόβλημα μετατοπίζεται. Το ερώτημα δεν είναι πια τι είναι το ροκ-εν-ρολ, αλλά πώς έγινε ποπ. Δηλαδή, πώς λειτούργησε το ροκ-εν-ρολ μέσα στο ποπ περιβάλλον».

 

Κοντολογίς, όταν το ροκ επηρεάζει τις μάζες αποκτά κοινωνική σημασία, όταν στροβιλίζεται στο περιθώριο ή πέριξ αυτού αναιρείται, είναι σκέτο σημαίνον και καθόλου σημαινόμενο.

 

Μερικές από τις πιο βασικές χίμαιρες που απόκτησε το ροκ στην ελληνική μουσική πραγματικότητα περιγράφονται σ' αυτά τα λόγια του γνωστού ροκ ραδιοφωνικού παραγωγού κ.λπ. Χρήστου Δασκαλόπουλου. Από το βιβλίο του Μπάμπη Λάσκαρι «Noise Full of Love: Το αγγλόφωνο ελληνικό ροκ στη δεκαετία του '80» [Τυφλόμυγα, 2017] διαβάζουμε:

 

«Και οι περισσότεροι στην Ελλάδα δεν ενδιαφέρονται για το ροκ γιατί δεν τους το επιτρέπει η καθημερινότητά τους. Δέχονται τα εύκολα επειδή αυτό το πράγμα [το καθαρό ροκ] είναι underground, δεν μπορεί να το βρει ο άλλος εύκολα. Δεν μπορώ να θεωρήσω με τίποτα ότι είναι ροκ ο Πορτοκάλογλου ή ο Τσακνής ή ο Μαχαιρίτσας – αυτό είναι όμως το mainstream. Αυτό θεωρείται ροκ στην Ελλάδα, αυτό παρουσιάζεται απλόχερα όσο γίνεται, κι έτσι το ακούει ο κόσμος ο περισσότερος, νομίζει ότι αυτό είναι ροκ, και δε θα μάθει ποτέ ότι υπάρχουνε οι τάδε και οι τάδε».

 

Το ροκ (δεν υπάρχει «καθαρό ροκ») μετράει μόνο όταν δεν χρειάζεται να το ανακαλύψεις, γιατί είναι εκεί παρόν. Οι Jefferson Airplane, όταν έβγαλαν το πιο σκληρά πολιτικοποιημένο και ριζοσπαστικό άλμπουμ στην ιστορία του ροκ, το "Volunteers" (1969), ήταν και underground (μια λέξη τελείως διαστρεβλωμένη στην Ελλάδα) και εμπορικοί (το LP είχε φθάσει μέχρι τη θέση 13 του Billboard 200) και δεν χρειαζόταν κανείς να τους ανακαλύψει, ήταν παντού. Το ίδιο και με το "Kick Out the Jams" (1969) των MC5, τον άλλο ροκ-δυναμίτη, που είχε ανέβει κι αυτό μέχρι το 30 του Billboard 200 (λέμε για υψηλότατες θέσεις).

 

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τον Διονύση Σαββόπουλο
Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τον Διονύση Σαββόπουλο

 

Ποιο είναι το νόημα όλων αυτών; Πως αν πρέπει να ανακαλύψεις κάτι τότε το πιο πιθανό είναι να πρόκειται για κάτι ξεκομμένο από την πραγματικότητα. Δηλαδή, για κάτι χωρίς βαθύ κοινωνικό αντίκρισμα. Δεν συμβαίνει πάντα, αλλά συμβαίνει. Ένα άγνωστο άλμπουμ ή ένας επισκιασμένος καλλιτέχνης δεν σημαίνει, αναγκαστικά, πως είναι και σημαντικός ή underground. Είναι κι αυτό ένα οδυνηρό μύθευμα.

 

Στα μέσα του '80 στο περιοδικό Μουσική διεξαγόταν ένας πολύ ενδιαφέρον διάλογος για το Ελληνικό Ροκ. Εκεί συμμετείχαν οι πάντες και αντάλλασσαν όλοι γνώμες. Εννοούμε και οι μέινστριμ καλλιτέχνες (όπως θα τους αποκαλούσε ο Δασκαλόπουλος), αλλά και οι πιο περιθωριακοί (μέλη συγκροτημάτων με μικρό, αλλά φανατικό κοινό κ.λπ.). Ανάμεσά τους ο Νίκος Αγγελής (Χωρίς Περιδέραιο), ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Θοδωρής Μανίκας, ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, μέλη από το συγκρότημα Αρνάκια, ο Θοδωρής Τρύφωνας (Αγάπανθος), ο Γιάννης Ντρενογιάννης (Anti Troppau Council) και άλλοι πολλοί. Όλοι ισότιμα. Χωρίς ανόητους διαχωρισμούς του τύπου... εσύ είσαι ροκ, εσύ δεν είσαι.

 

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας από τότε εξέφραζε σωστές και σθεναρές απόψεις. Για μένα είναι οι πιο ρεαλιστικές και οι πιο προχωρημένες. Ήδη από τότε ο Μαχαιρίτσας έχει αντιληφθεί ποιος είναι ο καθοριστικός παράγοντας, ώστε να είσαι rocker με νόημα. Προσέξτε τι έλεγε ο άνθρωπος (Μουσική, τεύχος 87, Φεβρουάριος 1985):

 

«Προσωπικά δεν έχω κανένα πρόβλημα με όσα ανέφεραν οι προηγούμενοι. Η σωστή προώθηση από τις εταιρείες και τον Τύπο είναι δεδομένα. Αν δουν ότι υπάρχει ψωμί θα σε προωθήσουν, αυτή είναι η δουλειά τους. Χώρους εξάλλου, αν θες οπωσδήποτε να παίξεις, βρίσκεις. Κι ο Βαγγέλης Γερμανός πήρε ένα φορτηγό, βγήκε στους δρόμους κι έπαιξε. Το κοινό υπάρχει κι αν είναι λίγο μ' αυτό θα βολευτούμε. Από εμάς εξαρτάται αν θα το μεγαλώσουμε.(...) Είναι δεδομένο λοιπόν ότι το κοινό θα ζητάει συνεχώς κάτι πιο σύγχρονο. Όσο για την προχειρότητα στα γκρουπ είναι πιστεύω ιδεολογική. Δεν ξέρουν αν απευθύνονται στον κόσμο ή παίζουν για το κέφι τους. Αν παίζουν για το κέφι τους, μαγκιά τους, να βγουν όπως θέλουν, αλλά δεν πρέπει να έχουν απαιτήσεις. Όταν όμως ασχοληθείς λίγο και με το κοινό, τότε θα πρέπει να προσέξεις πολλά πράγματα.

 

Στη δική μας περίπτωση, με τους Τερμίτες, πήγαμε στην επαρχία και είδαμε ότι υπήρχε μια τέλεια άγνοια γι' αυτό που κάναμε. Έπρεπε λοιπόν να βρούμε έναν τρόπο να τους πλησιάσουμε. Και βρήκαμε – αν και στη συνέχεια μπορεί να ήταν μπούμερανγκ για μας. Πήραμε τον Νταλάρα να τραγουδήσει μαζί μας και τότε πολλοί μας είπαν πουλημένους, ξεφτίλες και δεν ξέρω 'γω τι άλλο. Έπρεπε όμως να μας μάθει ο κόσμος(...). Γιατί μπορεί ο πρώτος μας δίσκος να ήταν για πολλούς καλύτερος από τον δεύτερο, αλλά πούλησε γύρω στα 1500 κομμάτια, δηλαδή τίποτα. Όταν όμως αγοράζουν τον δίσκο σου 10 χιλιάδες άτομα πάει να πει ότι θα σε ακούσει ένα σωρό κόσμος, θα σε μάθουν, και, κακά τα ψέματα, όταν κάνεις ένα δίσκο κάνεις μουσική για να σ' ακούσει ο κόσμος, διαφορετικά θα την έπαιζες σπίτι σου».

 

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τον Mάνο Ελευθερίου.
Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τον Mάνο Ελευθερίου.

 

Για το ροκ ο Μαχαιρίτσας εξέφραζε πάντα σωστές απόψεις. Εν αντιθέσει με άλλους συναδέλφους του, πιο... ακραιφνείς rockers, που το παίζουνε βαριά πεπόνια, και άμα ανοίξουνε το στόμα τους λένε ό,τι να 'ναι.

 

Προσέξτε τον και εδώ:

 

«Το θέμα ροκ στην Ελλάδα σηκώνει πολλή κουβέντα. Σου απονέμουν ή σου αφαιρούν το ροκόσημο κατά το δοκούν. Υπάρχουν οι ινστρούχτορες που λένε ό,τι τους κατέβει από το κεφάλι. Λες και για να κάνεις ροκ πρέπει υποχρεωτικά να είσαι από καμιά γειτονιά της Θεσσαλονίκης ή από το Πέραμα. Αυτά είναι περίεργα κόλπα. Το ροκ σε παγκόσμιο επίπεδο έχει ευρύτατο φάσμα. Τι νομίζουν όλοι αυτοί οι ινστρούχτορες της ροκιάς στην Ελλάδα πως είναι ροκ; Μόνο οι Red Hot Chili Peppers; Οι King Crimson ήταν ροκ. Οι America που έπαιζαν μπαλάντες ήταν ροκ. Το ροκ πιάνει από τη συμφωνική μουσική ως το έθνικ. Εδώ έχουμε συγκεκριμένη διαταγή. Ροκ είναι ο Πουλικάκος. Ροκ είναι τα Ξύλινα Σπαθιά. Εγώ δεν λέω πως δεν είναι ροκ όλοι αυτοί. Λέω πως ροκ δεν είναι μόνο αυτοί». - [fragilemag.gr]

 

Πολύ σωστά το έθετε ο Μαχαιρίτσας. Το ροκ είναι ένας τεράστιος αισθητικά χώρος. Και αυτό το απέδειξαν τα συγκροτήματα και οι καλλιτέχνες του '60-'70, οι Αγγλο-Αμερικάνοι πρώτα-πρώτα, οι οποίοι πειραματίστηκαν με κάθε μουσική, από κάθε χώρα. Όταν υπήρχαν αμερικάνικα συγκροτήματα στα σίξτις (Kaleidoscope, The Devil's Anvil), που τραγουδούσαν ελληνικά τραγούδια, στη γλώσσα μας, χωρίς να έχουν Έλληνες μουσικούς στη σύνθεσή τους, αντιλαμβάνεστε πού είχε φθάσει ο πειραματισμός και πόσο ευρύτατο ήταν/είναι το φάσμα.

 

«Ροκ δεν είναι αυτός που τον αναγορεύουν πέντε ινστρούχτορες "ειδικοί", οι οποίοι έχουν διάφορα μπλογκ και περιοδικά στο ίντερνετ. Ποιος θα αποφασίσει για κάποιον αν είναι ροκ ή όχι. Ποιος θα αποφασίσει ότι δεν είναι ροκ ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου; Επειδή έχει τρομαχτικές πωλήσεις και γεμίζει μεγάλα μαγαζιά τα βράδια; Αυτό δηλαδή θα του αφαιρέσει αυτό που είναι εδώ και 25 χρόνια κι έχει τους νέους τόσων γενεών να φωνάζουν "Βασίλη ζούμε για να σε ακούμε" και "Βασίλη είσαι καύλα"! Θα αμφισβητήσει κάποιος ένα εκατομμύριο νέους και 25 χρόνια συναυλιών στα γήπεδα, επειδή, έτσι την είδε, να θεωρεί ότι ροκ είναι η Μόνικα και ο Μαραβέγιας (σ.σ. δεν έχουν σημασία τα ονόματα); Ότι θέλει γράφει ο καθένας στο ίντερνετ χωρίς να πληρώνει και φόρο!

 

Για αυτό προς αποφυγή παρεξηγήσεων, όταν εμφανιστήκαμε στο Ζυγό είπαμε 25 χρόνια το δικό μας Ροκ. Δεν σημαίνει λοιπόν ότι επειδή ήταν ροκ οι Rolling Stones δεν ήταν κι ο Elvis Presley! Ροκ είναι κι ο Λάκης Παπαδόπουλος, ροκ ήταν κι ο Πασχάλης όταν είπε τον «Τρόπο» (σ.σ. πολύ σωστό). Δεν σημαίνει ροκ ένα περίεργο υποχθόνιο μυστήριο που το ακούνε εκατό άνθρωποι!(...) Ροκ είναι μόνο ο Σιδηρόπουλος, που ήμασταν φίλοι, ο οποίος βαρούσε ενέσεις και πέθανε; Ροκ είναι να έχεις πολλά φράγκα και να δηλώνεις ροκ; Κατάλαβες πόσο λούμπα είναι το θέμα ελληνικό ροκ; Και πόσο ελαφριά τη καρδία αποδίδουν ροκόσημα διάφοροι ινστρούχτορες της δημοσιογραφίας;». - [Μετρονόμος τεύχος 38, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2010]

 

Κι εδώ σωστές κουβέντες από τον Μαχαιρίτσα. Δεν μπορείς να διαχωρίζεις εύκολα ροκ καλλιτέχνες, ούτε με βάση το πόσο πουλάνε οι δίσκοι τους, ούτε με βάση το τι ζωή κάνουν (αν παίρνουν ναρκωτικά ή όχι), ούτε αν είναι πλούσιοι ή όχι κ.λπ.

 

O Παύλος Σιδηρόπουλος, για παράδειγμα, πληρωνόταν από το ΠΑΣΟΚ, επειδή εμφανιζόταν σε φεστιβάλ της νεολαίας του. Είναι αυτό αρκετό για να τον σβήσει από τη λίστα των rockers; Ο Βλάσσης Μπονάτσος, τραγούδαγε ροκ και την ίδια εποχή εμφανιζόταν σε τηλεπαιχνίδια και σε σίριαλ για όλο τον κόσμο. Θα τον διαγράψουμε κι αυτόν από τα ροκ κατάστιχα; Ψάξτε να δείτε πόσο πληρώνονταν ο Dylan και ο Hendrix, για να εμφανιστούν σε συναυλίες στα σίξτις και θα καταλάβετε. Και αν δεν είναι κάποιος Dylan και Hendrix δεν έχει το δικαίωμα να ζει κι αυτός από τη μουσική;

 

Ο Έλληνας rocker δεν ήταν ποτέ Αμερικάνος, που απευθυνόταν σε όλο το σύμπαν και μπορούσε να ζήσει μόνο από τις πωλήσεις των δίσκων του (όταν πουλούσαν οι δίσκοι) και από τις συναυλίες. Εδώ θα πας να παίξεις και στο φεστιβάλ της ΚΝΕ (εξάλλου εκατοντάδες καλλιτέχνες και γκρουπ είχαν παίξει στα φεστιβάλ της εφημερίδας του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, της l'Humanité, από τους Pink Floyd και τους Who, μέχρι τον Fats Domino και τον Little Richard), θα βγεις και στα πρωινάδικα για να προωθήσεις τη δουλειά σου, θα περάσεις και από τον τηλεοπτικό Σπύρο Παπαδόπουλο, για να σε τραπεζώσει. Όπως πέρασαν και οι Rolling Stones από το Ed Sullivan Show, το 1967 – ένα πρόγραμμα για όλη την οικογένεια, όπως και το «Στην υγειά μας ρε παιδιά». Κι επειδή ήταν πρόγραμμα για όλη την οικογένεια ο Jagger άλλαξε το "Let's spend the night together" και το έκανε "Let's spend some time together", για να καλύψει το «πρόστυχο» που εξέπεμπε η λέξη «νύχτα». Αλλιώς θα τον κόβανε. Έτσι είναι αυτά τα πράγματα.

 

Και δεν ήταν ποτέ ρόδινα. Το σύστημα, οι πολυεθνικές, τα οικονομικά συμφέροντα που παίζονται, πάντα θα σου την φυλάνε για να σε ενσωματώσουν, για να σε ακυρώσουν, για να σε απορρίψουν ή απλά για να σε λογοκρίνουν. Άλλο αυτό. Και υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες, που αναγκάστηκαν να βγουν από την πρώτη γραμμή, να κάτσουν πιο πίσω ή να εξαφανιστούν. Όλα συμβαίνουν και όλα θα πρέπει να εξετάζονται κατά περίπτωση.

 

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τον Γιάννη Ζουγανέλη, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τον Μπάμπη Στόκα.
Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τον Γιάννη Ζουγανέλη, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τον Μπάμπη Στόκα.

 

Ο Νικόλας Άσιμος, για να έρθουμε στα δικά μας, ήταν και έξω από το σύστημα (γράφοντας και πουλώντας μόνος του τις κασέτες του) και μέσα σ' αυτό (ηχογραφώντας για τον Μάτσα, και δίνοντας τραγούδια του στον Παπακωνσταντίνου και την Αλεξίου). Και τι δεν είχε ακούσει τότε ο φουκαράς ο Άσιμος! Και πρώτα-πρώτα από τον «χώρο» (Εξάρχεια). Προδότη τον ανεβάζανε, προδότη τον κατεβάζανε. Μήπως θα πρέπει κι αυτόν να τον διαγράψουμε από τον ροκ κατάλογο;

 

«Ούτε οι ίδιοι οι ροκάδες δεν έχουν την συνείδηση του ροκά. Έβλεπα προχθές ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Άλις Κούπερ. Ανέβαινε πάνω στην σκηνή και έπαιζε ένα ρόλο. Το πραγματικό του όνομα ήταν διαφορετικό. Μόλις αποφάσισε να γίνει ο ρόλος κόντεψε να πεθάνει από υπερβολική δόση ναρκωτικών και τον έσωσε η γυναίκα του και η θρησκεία. Έβγαλε μετά το Poison και ξαναβγήκε ως ρόλος. Το ελληνικό ροκ είναι μπούρδες. Δεν υπάρχει ιδεολογία. Ποιος είναι ικανός να μου πει εμένα αν είμαι ροκ ή όχι». - [protothema.gr, 9/9/2019]

 

Ο Μαχαιρίτσας νευρίαζε, όταν διάβαζε ή άκουγε ασυναρτησίες. Είχε αυτό το αυθόρμητο, κάπως γκρινιάρικο και πληθωρικό στυλ, όντας πάντα έτοιμος να υπερασπιστεί τις απόψεις του και όσα είχε πράξει. Και δεν είχε πράξει λίγα. Απεναντίας είχε κάνει τα περισσότερα απ' όλους τους τραγουδοποιούς της γενιάς του. Έμεινε πιστός σ' αυτό που έβαλε σε τροχιά από νωρίς στα έιτις, χωρίς να το προδώσει και χωρίς να ενδώσει στις ποικίλες σειρήνες, όπως ενέδωσαν άλλοι συνοδοιπόροι του.

 

«Ούτε και θα το σκεφτόμουνα ποτέ. Να πάω να κάνω ένα δίσκο με λαϊκά τραγούδια (...) Όχι, το στυλ αυτό να πολιτογραφηθώ ξαφνικά σα λαϊκός τραγουδιστής δεν μπορώ να το κάνω... Και δεν μ' ενδιαφέρει». -[ogdoo.gr, 5/11/2015]

 

Ο Μαχαιρίτσας γνώρισε την αγάπη του κόσμου, αλλά αδικήθηκε από τις ροκ μειοψηφίες κι αυτό (δικαίως) τον ενοχλούσε. Δεν συμβιβάστηκε ποτέ με την κατάντια της δισκογραφίας, ούτε με την «πίσω θέση» στο βαγόνι, που ήθελαν να τον τοποθετήσουν ορισμένοι σκληροπυρηνικοί της δεκάρας... και καλά έκανε. Γιατί ήταν ο μόνος τραγουδοποιός που συνέχιζε, ακάθεκτος, μετά από 40 χρόνια προσφοράς, να δίνει συνεχώς καινούρια ωραία τραγούδια. Κανείς, μα κανείς, δεν είχε και δεν έχει την ποιοτική διάρκεια του Μαχαιρίτσα στο χώρο. Και αυτό είναι αντικειμενικό, μετρήσιμο (η διάρκεια) και θα πρέπει να του το αναγνωρίσουν οι πάντες. Έστω και κατόπιν εορτής.