Για δυο-τρία χρόνια περίπου στην πρώιμη εφηβεία οι Echo & the Bunnymen ήταν το αγαπημένο μου συγκρότημα και επειδή τότε αυτή η διάκριση σήμαινε τεράστια συναισθηματική επένδυση και φανατική αφοσίωση, σου μένει για πάντα κάτι από εκείνο το δέος.

 

Εκτός από τα τραγούδια, είχε σαφώς και να κάνει (και πώς όχι δηλαδή;) και με την ιδανική εμφάνιση της μπάντας που καθιέρωσε όσο καμιά άλλη από τις φιλόδοξες μετα-πανκ οντότητες, το μετρίου μήκους ελαφρώς ανάστατο μαλλί, την επιμελέστατα ατημέλητη στολή (στεγνά πλην κομψά σκοτεινή με επιτρεπτούς χρωματισμούς) με το «κλασικό» παλτό (κατά προτίμηση γκρίζο), τη γυρτή στάση και το βαρεμένο περπάτημα.

 

Επίσης, όλοι στην μπάντα έμοιαζαν ωραίοι και σούπερ cool από την κορυφή ως τα νύχια, κι από την Τζέιμς Ντιν φυσιογνωμία του πιτσιρικά και ατίθασου (και αδικοχαμένου) ντράμερ Pete de Freitas - ο μόνος που δεν ήταν από το Λίβερπουλ αλλά από το Νότο και μάλιστα με θητεία σε ιδιωτικό σχολείο - και το clean λουκ του μπασίστα Les Pattinson, μέχρι την late '60s γκαράζ/ψυχεδελική αύρα του κιθαρίστα Will Sergeant και τις επιβλητικές χειλάρες (κανένας Μικ Τζάγγερ) του τραγουδιστή Ian McCullogh ("Mac") με την ψευδαίσθηση κλονισμένου μεγαλείου (βεβαιότητα μεγαλείου για τον ίδιο αλλά και για μας που λιώναμε με την πάρτη του) και τις επικλήσεις στο ερμηνευτικό ιδεώδες του Bowie, του Σινάτρα και του Τζιμ Μόρισον.

 

Echo & the Bunnymen,1984: Ian McCullogh, Les Pattinson, Pete de Freitas, Will Sergeant.
Echo & the Bunnymen,1984: Ian McCullogh, Les Pattinson, Pete de Freitas, Will Sergeant.

 

Και όταν κυκλοφόρησε τον Μάιο του 1984 το τέταρτο άλμπουμ του γκρουπ – συμπληρώνοντας μεγαλοπρεπώς την εξαίσια αλληλουχία του Crocodiles, του Heaven Up Here και του Porcupines – με τίτλο Ocean Rain και άλλο ένα εξώφυλλο προορισμένο για ιδανική αφίσα εφηβικού δωματίου, το μυστήριο ολοκληρώθηκε. Το άλμπουμ ήταν Echo and the Bunnymen στη νιοστή.

 

Λίγο αργότερα, θα διάβαζα κάπου ότι η δισκογραφική εταιρεία είχε χρησιμοποιήσει στην επίσημη καμπάνια για την προώθηση του δίσκου το σλόγκαν «το κορυφαίο άλμπουμ όλων των εποχών» ("the greatest album ever made") καθ' υπόδειξη του τραγουδιστή του γκρουπ, ο οποίος θα έλεγε αργότερα ότι κάθε συγκρότημα που σέβεται τον εαυτό του, οφείλει να πιστεύει κάτι τέτοιο.

 

Προσωπικά, δεν είχα κανένα πρόβλημα να το πιστέψω και θυμάμαι ακόμα να κρατάω για πρώτη φορά το δίσκο στα χέρια μου στο δισκάδικο (ή το Music Inn ή το Record House στη Νέα Σμύρνη) και να χαζεύω σαν ηλίθιος το εξώφυλλο με το συγκρότημα πάνω σε μια βάρκα που πλέει στη λίμνη ενός σπηλαίου που έμοιαζε εκπληκτικά με τη Μελισσάνη στην Κεφαλονιά.

 

Θυμάμαι πολλά από τα άλμπουμ που αγάπησα εκείνη την εποχή – αργότερα η σχέση με τις νέες κυκλοφορίες, όσο συνταρακτικές κι αν ήταν, θα έμπαινε σε μια ρουτίνα απαλλαγμένη από τα πολλά τελετουργικά βάρη – αλλά το Ocean Rain ήταν ιδιαίτερα ξεχωριστό και καψούρικο και επικό και λιγωτικό και προορισμένο να λιώσει κι από τις δύο πλευρές του.

 

Πλευρά Α: "Silver" "Nocturnal Me" "Crystal Days" "The Yo Yo Man" "Thorn of Crowns"

Πλευρά Β (η «αθάνατη» πλευρά, όπως την έχει χαρακτηρίσει με την παροιμιώδη του δυσανεξία στην ταπεινοφροσύνη ο ίδιος ο «Μακ»): "The Killing Moon" "Seven Seas" "My Kingdom" "Ocean Rain"

 

«Το Ocean Rain είναι μουσική για φιλιά, τραγούδια για όταν είσαι ερωτευμένος» είχε πει τότε ο Ian McCullogh, «ο Bowie μου άρεσε πάντα γι' αυτούς ακριβώς τους μαγικούς λόγους».

 

Η αρχική ηχογράφηση είχε γίνει στο Παρίσι, αλλά ο τραγουδιστής δεν κατάφερε να ερμηνεύσει ούτε μια στροφή από τους κρυπτικούς αλλά σπανίως σκοταδόψυχους στίχους του στην Πόλη του Φωτός, απασχολημένος καθώς ήταν να δοκιμάζει τα πιο εκλεκτά κρασιά της ντόπιας εσοδείας, που έκαναν τα μάγουλά του να φαίνονται ακόμα πιο ροζ. Όταν μαζεύτηκε τελικά, πίσω στο μίζερο αλλά δημιουργικό κλίμα της Αγγλίας, η αυτοπεποίθηση στην εκφορά και η κρυστάλλινη προσμονή στη φωνή του ήταν πιο ξεκάθαρες από ποτέ.

 

Επειδή όμως, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, δεν μπορώ να είμαι αντικειμενικός, παραδίδω το επιμύθιο στον πιο έγκριτο αναλυτή της μετα-πανκ πολιτισμικής κληρονομιάς, τον Simon Reynolds (ο οποίος κατά κανόνα προτιμά πιο εγκεφαλικά, γωνιώδη, αιχμηρά, μίνιμαλ και φάνκι ακούσματα από το μεγαλοπρεπές «εναλλακτικό» ροκ των Bunnymen), ο οποίος έγραφε πριν μερικά χρόνια στο «κλασικό» ήδη βιβλίο του, "Rip It Up and Start Again: Post-Punk 1978-1984":

 

«Αντίθετα από την κατεύθυνση του Goth στοιχείου, οι Echo & the Bunnymen ακολούθησαν ένα διαφορετικό μονοπάτι: αντί για καταβύθιση στο σκοτάδι, απογείωση στο φως. Η ουράνια ώθηση των κρυστάλλινων κιθαριστικών μοτίβων και τα φωνητικά που απηχούν ικεσία και αναζήτηση, εκδηλώνουν μια αόριστη αίσθηση δόξας και μεγαλείου... Το καλούπι για τον ήχο τους ήταν οι Television, οι οποίοι παρότι έδρασαν καταρχάς στα βάθη των '70s, μπορεί να πει κανείς ότι ήταν είτε το τελευταίο συγκρότημα των '60s ή το πρώτο των '80s... Η μουσική των Bunnymen ήταν πάντα ενδόξως γκρίζα, αλλά στο Ocean Rain μπήκαν σε Technicolor ορχηστρικά πεδία, γεμάτα στεναγμούς και συμφωνίες εγχόρδων...»

 

[ECHO AND THE BUNNYMEN - Royal Albert Hall, London, UK - 1983]