Πες μου λίγα λόγια για το πρότζεκτ. Πώς θα περιέγραφες τον ήχο σου σε κάποιον που δεν τον έχει ακούσει;

Το πρότζεκτ ξεκίνησε ως Cathedral Echo στα τέλη του 2017, όταν ξεκίνησα να ηχογραφώ καινούργιο υλικό και να πειραματίζομαι. Η αλήθεια είναι ότι όταν με ρωτάνε δεν ξέρω τι να απαντήσω.

 

Θα το χαρακτήριζα ως κάποιο είδος νεο-ψυχεδέλειας, αν και, επειδή ηχογραφώ τα πάντα μόνος μου και ξέρω ακριβώς πώς προκύπτει αυτός ο ήχος, δεν ξέρω αν αυτός ο όρος μπορεί να καλύψει το φάσμα των ήχων και των επιρροών που τον αποτελούν.

 

— Γιατί διάλεξες το όνομα Cathedral Echo;

Ήταν η περίοδος που είχαμε ξεκινήσει να παίζουμε με τον κιθαρίστα μου, τον Θωμά, πριν αρχίσω να ηχογραφώ το υλικό, και επειδή έχω μια εμμονή με τη φυσική ηχώ και την εκτενή χρήση tape echo σκεφτόμουν ένα όνομα που να χαρακτηρίζει αυτό που κάνω.

 

Έτσι, μου ήρθε το όνομα από μίας από τις αγαπημένες μου συναυλίες, αυτής των Tangerine Dream στο Coventry Cathedral.

 

— Πώς ξεκίνησες να ασχολείσαι με τη μουσική; Προέρχεσαι από μουσικό περιβάλλον;

Καθόλου. Απλώς από μικρός άκουγα πολλή μουσική όλη μέρα γιατί με εξέφραζε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο και στο μυαλό μου τότε δεν υπήρχε κάτι καλύτερο να κάνω.

 

Στα 13 μου ξεκίνησα να παίζω συνθεσάιζερ, μετά άρχισα κιθάρα και σιγά-σιγά ξεκίνησα τα υπόλοιπα όργανα (μπάσο, τύμπανα).

 

— Πού μεγάλωσες; Πες μου μια έντονη παιδική σου ανάμνηση.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πειραιά. Γενικά, δεν έχω πολλές έντονες παιδικές αναμνήσεις. Νομίζω ότι μία από τις πιο έντονες ήταν όταν άκουσα τον πρώτο δίσκο που αγόρασα (το «Piper at the gates of dawn» των Pink Floyd) ή όταν έπιασα την πρώτη μου κιθάρα στα χέρια και ξεκίνησα να ανακαλύπτω τον εαυτό μου μέσα από τη μουσική.

 

— Πού μένεις τώρα; Πώς είναι η γειτονιά σου;

Μένω ακόμα στον Πειραιά, η γειτονιά μου δεν έχει αλλάξει πολύ, παραμένει το ίδιο αδιάφορη όπως όταν ήμουν μαθητής. Είναι αρκετά ήσυχη, αλλά είναι ένα μέρος με το οποίο δεν μοιραζόμουν πότε τις ίδιες συχνότητες. Λόγω των σπουδών μου και της μουσικής δεν περνάω πολύ χρόνο εδώ.

 

— Παίζεις σιτάρ. Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον σου για το όργανο και πόσο εύκολο ήταν να μάθεις;

Ξεκίνησα να παίζω σιτάρ πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, όταν μέσω των Beatles και των Byrds ανακάλυψα τη μουσική της Βόρειας Ινδίας και μέσω αυτής το σιτάρ, το οποίο είναι ένα από τα πιο μαγικά μουσικά όργανα.

 

Έπειτα, ανακάλυψα τους δίσκους των La Monte Young και Ravi Shankar που με έβαλαν σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Δεν μου ήταν εύκολο να το μάθω, ούτε θεωρώ ότι το κατέχω.

 

Έχω κάποια βιβλία που μου έχουν χρησιμεύσει ως εισαγωγή και με έχουν βοηθήσει, αλλά ακόμα το χρησιμοποιώ με τη δική μου λογική ως μουσικού, ανάλογα με το κομμάτι, επειδή είναι ένα πολύ ιδιαίτερο όργανο και απαιτεί πολλή αφοσίωση και πειθαρχία.

 

— Με τι ασχολείσαι όταν δεν φτιάχνεις μουσική;

Δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο. Κυρίως μπαίνω στο Ίντερνετ, πηγαίνω σε συναυλίες φίλων και μη, καμιά φορά μπορεί να μαγειρέψω ή να ζωγραφίσω, αν και πάντα βρίσκω έναν τρόπο να καταλήγω πάλι στη μουσική. Θα ήθελα να έχω μια γάτα.

 

 


Info

Cathedral Echo live

18/4, 21:00

six d.o.g.s (Αβραμιώτου 6-8, Μοναστηράκι) 

Eισ.: 5 ευρώ