O Θάνος Ανεστόπουλος πέθανε στα 49 του χρόνια. Αφήνει πίσω του μια σημαντική μουσική κληρονομιά ως ένας από τους σπουδαιότερους μουσικούς, ποιητές και στιχουργούς της γενιάς του. Ζητήσαμε από ανθρώπους που βίωσαν το έργο του ή που περπάτησαν μαζί του, να μας μιλήσουν για τον Θάνο Ανεστόπουλο. Ακολουθούν αυτά που μας είπαν. 

 

 

Γεράσιμος Ευαγγελάτος

Στιχουργός

 

Κάπου εκεί δίπλα στο Κοράκι του Πόου, στον κήπο με τις Ροδιές του Ουαιλντ και στα Άνθη του Κακού του Μποντλέρ, μια ολόκληρη γενιά, θάψαμε ανεπιστρεπτί τα παιδικά παιχνιδια μας, φορέσαμε μαύρα (μέσα κι έξω) και πιάσαμε με θράσος να πενθούμε κάτι αφηρημένα και καλά χρωστούμενα - ένας Θεός ξέρει σε ποια σκοτεινή μετεφηβική θεότητα. 

Τότε ήταν που αλλάζαμε τους δίσκους των Διάφανων Κρίνων χέρι - χέρι, γραμμένους σε κασέτες ή cd με τους τίτλους των κομματιών χαραγμένους με κοκκινόμαυρους μαρκαδόρους: “μέρες αργίας”, “κλόουν την Τετάρτη, την Κυριακή Νεκρός, “έγινε η απώλεια συνήθεια μας” κ.ο.κ …συνθήματα επιτακτικά μιας θεατρικής, βελουδινα επώδυνης - όσο κι αναπόδραστης - ενηλικίωσης. 

Η Φωνή του Θάνου Ανεστόπουλου ήταν η ίδια η φωνή μιας μελαγχολίας επικής και νικητήριας, καμιά παθητικότητα, καμιά παραίτηση. Ο πόνος του είχε ομορφιά και δύναμη. Γι’ αυτο και μας ήταν (είναι και θα είναι) πολύτιμος. Ένας αυθεντικός ρομαντικός, ένας αστικός Βέρθερος, που ακολούθησε με γενναιότητα και Ποίηση το αναπόφευκτο μονοπάτι του.

Για όλα τα παραπάνω κανένα αντίο από μένα. Κανένας αποχαιρετισμός. Μόνο ένα μεγάλο ευχαριστώ που κάποτε, μαζί με τους μεγάλους καταραμένους της πρώτης νιότης μου, με σύστησε με τόση αφοπλιστική τρυφερότητα στα πιο ουσιαστικά σκοτάδια μου.

 

 

 

 

ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΘΑΝΟΥ

απ΄όσα γράφονται για τον ΘΑΝΟ - καλώς γράφει ο καθένας ό,τι θέλει και ό,τι αισθάνεται - οι φίλοι του πρέπει να διορθώσουμε τη φράση "νικημένος από τον καρκίνο".
ο ΘΑΝΟΣ δεν νικήθηκε ούτε για μια στιγμή απ΄τον καρκίνο σχεδόν δυό χρόνια και μέχρι αργά εχτές λίγη ώρα πριν "φύγει" διακριτικά έκανε σχέδια και με γενναιότητα με υπομονή και με χαμόγελο αντιμετώπιζε την κόπωση τους πόνους και την γενικευμένη επίθεση - έφυγε νικητής και καθόλου νικημένος

 

 

Γλυκερία Μπασδέκη

Ποιήτρια

 

Σχεδόν συνομίληκοι με τον Θάνο Ανεστόπουλο, αλλά αυτός με μεγάλωσε με ποιήματα και μουσικές. Ήταν ευγενής, ρομαντικός, ευφυής.

Αγαπούσε υπερβολικά τη ζωή και τους ανθρώπους, γι'αυτό μπόρεσε να μιλήσει εξαίσια για το θάνατο και τη μοναξιά. Θα λείψει πολύ σε πολλούς. Δεν θα ξεχαστεί το διάφανο πέρασμά του στον κόσμο.

 

 

 

 

Αλέξης Σταμάτης

Συγγραφέας

 

Για το Θάνο, σκόρπιες εικόνες, 3/9/2016

Μίλα μου γι αγάπη, πετρωμένη ξένη. Απαγωγέα μου. Εσύ που μου 'βγαλες τα κόκκαλα στο φως και δε ξέρω ούτε και το όνομα σου. Εάν ήσουν Βερολινέζα θα ήσουν der Himmelll über Berlin. Και βλέπω έστω και αχνά το μέρος που θα μέναμε - ένα μελλοντικό καθιστικό, μάλλον δερμάτινος καναπές σε κόκκινο χρώμα του κρασιού ή προς μπορντό κι ένα γυάλινο τραπεζάκι με κομψά παραλληλόγραμμα, ελαφρά λαξευμένα στις γωνίες. Πάνω το σου πλα με το απογευματινό ποτό σου, εγώ δε θα έπινα, δεν πίνω πια.

In any case
Heaven, heaven head of hell
You are treating me quite well

Μίλα μου γι αγάπη, πετρωμένη ξένη.

Η αγάπη όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει.

Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει.

 

 

Ελένη Μητσιάκη (elafini)

Δημιουργός του Kinetophone

 

Οι πρώτες μου φθινοπωρινές μετεφηβικές αναμνήσεις είναι ανεξίτηλα νοτισμένες από τον υγρό αέρα της Θεσσαλονίκης, τα βράδια που πίναμε ζωή και τους νοσταλγικούς έρωτες που ευωδίαζαν εκείνη τη περίοδο εμμονικά την ποίηση των Διάφανων Κρίνων...

Αποδοχή του βαθιά φυλαγμένου κι ενοχικού ρομαντισμού, αυτού που σε κάνει να νιώθεις άτρωτος ακόμη κι όταν ναυαγούν τα περισσότερά σου σχέδια,  που απελευθερωνόταν μέσα από τη μαγνητική, σχεδόν δυσβάσταχτη φωνή του Θάνου Ανεστόπουλου.

Στιγμές εκστατικές τα βράδια μαζί του στην Υδρόγειο, στο Μύλο, να μεταλαμπαδεύει εκστατικά τους στίχους-ποιήματα του Παντελή Ροδοστόγλου , τραγουδώντας το κάθε τι που δίνει στη ζωή μια απόκοσμη ομορφιά, την αγάπη, τον έρωτα, την απώλεια, το θάνατο, τη θλίψη. Μια φωνή και παρουσία βάλσαμο που μέσα από τη μελαγχολία κατάφερνε να σε παρορτύνει πως σε προσμένουν οι μεγάλοι κι οι απέραντοι δρόμοι, κι όλα αυτά που δεν ήρθαν ακόμη ή πως θα έρθει ένα πλοίο απ΄το διάστημα που θα μας πάρει μακριά από όλα τα άσχημα...

"Ζήστε την κάθε μέρα σας σαν να ήταν η τελευταία σας. Γιατί συχνά στην καθημερινότητά μας μεγεθύνουμε μικρά προβλήματα παραμερίζοντας και ξεχνώντας τι σπουδαίο και μεγάλο δώρο είναι η ζωή που μας δόθηκε."

Ευχαριστούμε Θάνο για τις όμορφες μνήμες. Για όλα.

υ.γ. δεν έγινε η απώλεια συνήθειά μας...

 

 

 

 

Τέλλος Φίλης

Ποιητής

 

Ο πρίγκιπας

«Το αίμα σου μας δόθηκε πρίγκιπα
Δεν μας ανήκει.» Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου

Ο Θάνος Ανεστόπουλος υπήρξε σε όλη του τη ζωή ένας πρίγκιπας, που άθελα του έγινε ο καταραμένος Αρτύρ Ρεμπώ της γενιάς του. Παρέμεινε ως το τέλος βαθύτατα ποιητικός, αξεπέραστα προφητικός, συγκλονιστικά επίκαιρος.
Η τελευταία του συναυλία στη Θεσσαλονίκη -καθισμένος στον καναπέ στης Μονής Λαζαριστών- κι ενώ πήγα κρυφά και με αισθήματα ανάμικτα, δεν ήταν τελικά όπως φοβόμουν ένας αποχαιρετισμός. Αντίθετα βρέθηκα μάρτυρας σε μια απολύτως δική του αρχαία τελετουργία, όπου με αρχοντιά κι αξιοπρέπεια, έδωσε το χρίσμα στον όποιο επόμενο άξιον από αυτόν. Απομένει εμείς- το κοινό του- οι πιστοί του υπήκοοι, να έχουμε το νου μας, το χρίσμα να μη το παραδώσουμε στον πρώτο επιτήδειο της αγοράς, αλλά σ΄αυτόν που με αίμα θα καταθέσει την αλήθεια της εποχής του για να γραφτούν οι μελλοντικοί παιάνες της γενιάς μας.
Η φωνή σου πρίγκιπα θα υπάρχει μέσα μας, σαν υπενθύμιση ενός μέτρου που οφείλουμε να μη ξεχάσουμε για να υπάρχουμε. Η φωνή σου χρησμός του μέλλοντός μας.

 

 

Δημήτρης Κανελλόπουλος

Δημοσιογράφος, Εφημερίδα των Συντακτών, e-tetRadio

 

Ο Θάνος Ανεστόπουλος μας αποχαιρέτησε από νωρίς, από πέρυσι ήδη, με μία συναυλία. Με εκείνη την περίφημη συναυλία του στην Τεχνόπολη, όταν είχε για «ταπεινά» support σχήματα τους Last Drive (που βγήκαν σαν να είναι μία ολοκαίνουργια και άγνωστη μπάντα στις 8 το απόγευμα!), τον Γιάννη Αγγελάκα και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη (λίγο αργότερα, στο «Βάλτε να πιούμε»). Μας αποχαιρέτησε χωρίς να είναι αποχαιρετισμός, γιατί ένα live δεν είναι ποτέ αποχαιρετισμός αλλά το σινιάλο συνενοχής, αυτό το γαμημένο κλείσιμο του ματιού που μας κάνει να λιώνουμε, το κάλεσμα για το ταξίδι. Γεμάτη η Τεχνόπολη, δύο νύχτες. Διάφανα Κρίνα on stage, άρρωστος ο Ανεστόπουλος να παίρνει ζωή από τη... σκηνή.

Είναι ωραίο να πεθαίνεις σε μία συναυλία, είναι θαύμα θα έλεγα να πεθαίνεις «ζωντανά», με μουσική και κόσμο, με τραγούδια και στιχάκια. Και δεν είναι θέμα καν επιλογής, σωληνάκια στο νοσοκομείο ή οι χορδές μίας κιθάρας, δεν είναι δίλημμα, ούτε καν απόφαση. Είμαστε εμείς.

Ήταν η συναυλία που όλος ο κόσμος πήγε σφιγμένος κι έφυγε ανακουφισμένος. Από το αρχικό μάγκωμα στην... απελευθέρωση μέσω της μουσικής. Όλα είναι μία συναυλία δρόμος τελικά. Ακόμα και αν για πρώτη και πιθανότητα για τελευταία φορά ήταν μία συναυλία, αυτή, εκείνης της βραδιάς, που έμοιαζε σαν πορεία προς το άγνωστο. Ο Θάνος μπήκε μπροστά και μας οδήγησε έξι χιλιάδες κόσμο. Προς το φως.

 

 

 

 

Χρύσα Οικονομοπούλου

Υπεύθυνη Γραφείου Τύπου Gagarin 205

 

Ο ορμητικός λυρισμός του Θάνου Ανεστόπουλου δεν ήταν για όλους: πολλούς τους ξένιζε η εκζήτηση στα ονοματικά σύνολα, τις συντακτικές δομές και το λεξιλόγιο, που έφεραν έναν ρομαντισμό λίγο δύσκολο να προσαρμοστεί στην αστικότητα των καιρών, ειδικά αν δεν είχες έρθει σε επαφή με τα Διάφανα Κρίνα κατά την εφηβεία σου (που επειδή είναι και αυτή ορμητική, με κάτι τέτοια παρασύρεται εντελώς).

Επειδή είμαι άνθρωπος που ψάχνει τον στίχο αναζητώντας εμμονικά κρυμμένες έννοιες και νοήματα καναδυό επίπεδα πιο μέσα από ό,τι τραγουδιέται, η στιχουργία του ώρες ώρες μου χαλούσε τη ζωή, και ας τον έμαθα και εγώ λίγο αργότερα από το "κανονικό".

Η στιγμή που άκουσα πρώτη φορά Τα Χρόνια μου Ναυάγησαν στις Ξέρες σου μοιάζει με μαγεία, γιατί ήταν τέλη Αυγούστου, οδηγούσαμε στα βουνά της Άνδρου, άρχισε να ψιχαλίζει και αναλύαμε πώς γινόταν ακόμα και ο Οιδίποδας να χωρέσει σε αυτό το υπέροχο τραγούδι.

Χρόνια μετά, τον πετύχαινα όπως και εσείς, όμορφο και μόνο, στο μπαρ του Closer. Δεν του μίλησα, φυσικά, για αυτό και δεν έχω να διηγηθώ καμιά ωραία ιστορία: δεν ήταν εύκολο να πεις σε κάποιον ότι ώρες ώρες σου χαλούσε τη ζωή.

 

 

Χάρης Συμβουλίδης

Αρχισυντάκτης περιοδικού Sonik & του Avopolis.gr

 

Εκείνα τα ατέλειωτα, ανέμελα καλοκαιρινά μεσημέρια στο Κούζκο, ο καφές μας αποκτούσε γεύση τεκίλας και οι συζητήσεις έδιναν κι έπαιρναν: για τις μουσικές που αγαπούσαμε, για τους ποιητές που θαύμαζε, για τα κορίτσια γύρω μας.

Κι όταν του είπα μια μέρα, Θάνο παρουσιάζομαι αύριο, τέλος το καλοκαίρι, έβγαλε ένα λευκό χαρτόνι και ένα καρβουνάκι και τσικ-τσακ με «έστειλε» όχι στο Ναυτικό, μα σε τροπικό νησί, διακοπές με γοργόνες

Θησαυρό την είχα αυτή τη ζωγραφιά, ακόμα μεγαλύτερο τώρα, που ο Θάνος επιβιβάστηκε στον Τελευταίο Σταθμό κι εμένα με πνίγουν τα δάκρυα.

 

 

  

Νάνσυ Μπλέτσα 

Θα'πρεπε να έχει παρέμβει κάποιος. Θα'πρεπε να σας είχαν απαγορεύσει. Θα'πρεπε να κυρηχθεί παράνομη η έκθεση ανηλίκων στον κόσμο σου. Δεν μπορείς να μπολιάζεις δεκατετράχρονα με λύπη ελαφρά τη καρδία. Είναι λεκές που δεν φεύγει ό,τι άλλο αποφασίσεις να ακούσεις και να είσαι απο'κει και πέρα.

Βαφτιστήκαμε στην καταχνιά της φωνής σου, αθώοι, αγνοί, ανώριμοι. Σε καταλάβαμε πολλά χρόνια μετά. Πιο βρώμικοι, πονηροί και μπερδεμένοι. Τα πάντα είναι θέμα timing, λένε.

Αγρίνιο, Πετρούπολη, Αν Club, Κάτω από το Ηφαίστειο, Πάτρα, Γιάννενα, Kύτταρο, Τρίκαλα, Θεσσαλονίκη, ο Λειβαδίτης, το Παλλάς, σπασμένες βάσεις μικροφώνων, σπασμένα μπουκάλια, χιλιόμετρα, το επτάιντσο του Fractal, τα Άνθη του Κακού, εκείνο το δάσος με τους κεραυνούς πάνω από τα Γιαννιτσά, εκείνο το υπόγειο με τα κεριά στην Έδεσσα, το παιδικό μου δωμάτιο.

Ποιος ρώσικος χειμώνας σε ξέβρασε εδώ; Μια ζωή σε θυμάμαι να φευγεις. Το μακρύ μαύρο παλτό σου, το τσιγάρο στα δάχτυλα, η ανηφόρα της Σίνα, τι δουλειά έχεις εδώ, εδώ έχει πάντα ήλιο, η μπάρα του Closer, η μπάρα του Closer, οι νύχτες του Closer, τα σκαλοπάτια του Closer, παραπάτησες, σε κράτησα για ένα δευτερόλεπτο μην πέσεις, δεν σε άφησα από τα μάτια μου έκτοτε.

Από το πρωί μετράω με τα δάχτυλα την απόσταση από το βρεγματικό μέχρι το δακρυικό οστό. Εκεί θα είσαι.

 

 

Θωμάς Ιωάννου

Ποιητής

 

SPLEEN-ΕΚΤΟΜΗ
Ο Θάνος Ανεστόπουλος και τα Διάφανα Κρίνα κράτησαν σε πολεμική ετοιμότητα τον Μεσοπόλεμο για όσους έφηβους στα τέλη της δεκαετίας του 90 μεγάλωναν υπό ένα καθεστώς «τεχνητού παραδείσου» με το όπιο της ντόπας που λέγεται «επιτυχία». Πρωτογενής ποιητική προσωπικότητα μελοποίησε και τραγούδησε ένα ιδιότυτα αρρενωπό spleen. Παρά τις όποιες προσπάθειες μιας spleen-εκτομής, το σώμα του ελληνικού λόγου θα αναζητά μεταξύ διαφόρων -ισμών τον «υπερσπληνισμό» του ως βιολογικό δείκτη της ένδοξης θνητότητάς μας.

«Πεθαίνουμε από υπερβολική δόση ζωής» είχε γράψει κάποτε ο ποιητής Μάριος Μαρκίδης, ένας ακόμη εκπρόθεσμος μεσοπολεμικός του μεταπολέμου. Την παραπάνω δήλωση θα την προσυπέγραφε κι ο Θάνος Ανεστόπουλος που μακριά από τον εύκολο μύθο των καταραμένων ποιητών, υπήρξε ένας ακόμη τοξικομανής της ύπαρξης. Δε δίστασε να ψάλλει τις ομορφιές ενός «σακάτικου» κάλλους, σε δυσαρμονία με την ομοιογένεια ενός χαρωπού pop κρετινισμού της αβαθούς εικόνας. Η φωνή του ηχούσε παράταιρα με το εμβατηριακό ηχόχρωμα της «Ισχυρής Ελλάδας» που ζούσε υπό καθεστώς αιώνιας πλαστικής νεότητας.

Μια ολόκληρη γενιά που της έμελλε να εξειδικευθεί μέχρι εξαντλήσεως του «ουτοπικού πλεονάσματός» της, είχε ως διακριτικό γνώρισμα από την αγελαία αιθριοφροσύνη τα δυστοπικά λόγια των Διάφανων Κρίνων, με τον τρόπο που ο Γιώργος Κοτζιούλας κάποτε έγραφε «κι ο στίχος σου που ως πένθος τον φορώ». Λειτουργούσε ο στίχος των Κρίνων ως παρασύνθημα μύησης σε μια τελετή ανηλικίωσης όπου οι αισθήσεις αποκτούσαν την προαιώνια σημασία τους. «Η μυρωδιά σου ήταν ο πρώτος μου εθισμός».

Όσο κι αν επιχειρήθηκε να θαφτεί σε ομαδικούς τάφους άδοξων ποιητών ο επάρατος μεσοπόλεμος, το «μακρύ ποδάρι» μιας σκανδαλώδους αυτοχειρίας θα περισσεύει ιδρύοντας μια Πρέβεζα στο κέντρο της Αθήνας. Δεν ευδοκίμησε η ποικιλία της «διατεταγμένης αισιοδοξίας» στα μέρη μας, καθώς κάτω από κάθε ποταμό που «τσιμεντώθηκε» χάριν της προόδου, δεν έπαψε να κινείται υπογείως το ρέμα ενός Βουβοπόταμου που απειλεί να τα σκεπάσει όλα.

 

 

 

 

Αντώνης Μποσκοϊτης

Σκηνοθέτης - δημοσιογράφος

 

Κάθε γενιά έχει τον δικό της καταραμένο ποιητή, τον υπερευαίσθητο εκείνο άνθρωπο που αναλαμβάνει να σηκώσει στους ώμους του όσα δε μπορούμε οι άλλοι, οι φοβιτσιάρηδες, οι ''συμμαζεμένοι''.

Τον πρωτοσυνάντησα το 2008 στη συναυλία του Leonard Cohen στο Terra Vibe. Κάναμε ένα τσιγάρο κάτω στα χορτάρια. Ήταν λιώμα, σερνόταν σχεδόν. ''Μόλις έχασα τον αδερφό μου σε ατύχημα'' μου είπε. Σκέφτηκα πως ''όπου φτωχός κι η μοίρα του'', όχι με την έννοια κανενός οίκτου, αλλά μ' αυτήν του δημιουργού που όταν μελοποιεί Ουράνη και Καρυωτάκη με τέτοια ειλικρίνεια, δε μπορεί, κάτι θά'χει πάρει απ' αυτούς σα να είναι προέκταση τους σύγχρονη κατά ένα τρόπο.

Ξαναμιλήσαμε το '13 όταν του ζήτησα να παρουσιάσει τις τότε πρόσφατες μελοποιήσεις του στην Κατερίνα Γώγου μετά από μια προβολή του ντοκιμαντέρ στον κινηματογράφο ΙΛΙΟΝ. Κι επίσης, θα κρατώ πάντα μέσα μου ένα μεθύσι στην Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια ύστερα από μια μεγάλη συζήτηση που κάναμε οι δυο μας για τον Βακαλόπουλο, τα βιβλία του Μπαμπασάκη, την Πλάτωνος, τον Dylan και το ψυχεδελικό κίνημα των 60s.

Από τότε που διάβασα εκείνη την ανατριχιαστική ανάρτηση στο facebook του για τον καρκίνο του, σοκαρίστηκα. Με την τόλμη του, ίσως, για μιαν ακόμη φορά. Θα μπορούσε να ζει σήμερα ο Θάνος. Αν αυτόν τον γαμημένο καρκίνο τον ξερίζωνε σε αρχικό στάδιο προτού πάει στα οστά του. Λόγια να λέμε τώρα...Λόγια, λόγια. Δυστυχώς ο Θάνος δεν είναι πια μαζί μας. Νικήθηκε.

Η δική μου γενιά, όμως, των σαραντάρηδων, ξέρει πως ο λόγος, τα τραγούδια του, μα πάνω απ' όλα το ήθος του, δεν νικήθηκαν από τίποτα κι από κανέναν κι ούτε θα νικηθούν ποτέ. Προσωπικά θεωρώ τον Θάνο Ανεστόπουλο μαζί με τη Λένα Πλάτωνος και τον Γιάννη Αγγελάκα ως τους τρεις σημαντικότερους ποιητές - τραγουδοποιούς που γέννησε αυτός ο τόπος από τη Μεταπολίτευση και μετά. Καλό ταξίδι, φίλε. Καλή ξεκούραση...

 

 

 

 

Κατερίνα Ηγουμενάκη

Πολιτισμολόγος

 

Τα «Διάφανα Κρίνα» τα γνώρισα για πρώτη φορά, μαθήτρια ακόμα, από ένα δανεικό αντιγραμμένο cd. Kόλλησα με τους στίχους , τη φωνή του Θάνου και τη «Μπαλάντα της φωτιάς». Οτιδήποτε εμπεριέχει οδύνη, έρωτα και θάνατο στην εφηβεία- και όχι μόνο- φαντάζει μαγικό. Ένιωθα κι εγώ σαν τη «Μουχλαλούδα» που περιμένει να πετάξει τη μάσκα της ,που τυλίγεται τον πόνο για να γίνει πεταλούδα και φωτιά. Μετά το cd πέρασε στα χέρια του αδερφού μου, κόλλησε κι εκείνος. Η κατάληξη ήταν να μην το επιστρέψουμε ποτέ. Αργότερα έμαθα οτι το τραγούδι ήταν αφιερωμένο στην Κατερίνα Γώγου.

Άγρια νιάτα και φιλίες που χάθηκαν στο χρόνο.Ο Μάρκος να ουρλιάζει πιωμένος μέσα στο κλαμπάκι που ακούγαμε τα Κρίνα «Ρε μ@λάκα ο Ανεστόπουλος είναι η καλύτερη ροκ φωνή στην Ελλάδα έβερ.» Ζητάγαμε από το dj εμμονοληπτικά να μας παίζει συνεχώς τις «Μέρες Αργίας». Προσπαθούσα να παίξω στην κιθάρα τα τραγούδια τους ,φάλτσα και άτεχνα, φαντασιωνόμουν ότι είμαι μέλος του γκρουπ και στην παρέα η Μαρία και ο Μάνος γέλαγαν. Προσφάτως χάζευα στους τοίχους της Κλειώς πίνακες του Ανεστόπουλου, κάρβουνο σε λευκό χαρτί. Έναν άγγελο με φτερά και βαρίδια στα πόδια. Μετράω τις φορές που από φοιτήτρια ήθελα να πάω σε ένα Live του και είχα βαρίδια στα πόδια γιατι τύχαινε πάντα να είμαι άφραγκη. Κάθε φορά λες «την επόμενη φορά, έχω καιρό» .Ώσπου δεν υπάρχει επόμενη φορά.

Αυτό που νιώθω κάθε μικρή στιγμή που ακούω τη φωνή και τους στίχους του Θάνου είναι ό,τι κάτι ξύνει την ψυχή μου. Και ο καλλιτέχνης που το κατορθώνει αυτό για μένα είναι μεγάλος. Πρίγκηπας, αλήτης, ποιητής, εικαστικός, συνθέτης ....Εγώ τον Θάνο θέλω να τον θυμάμαι σαν το αγόρι που φίλαγε σφιχταγκαλιασμένος στο στόμα τη σύντροφό του σε μία φωτο του στο facebook.Με έκανε να χαμογελάσω γλυκά αυτή η φωτο. Και που τραγούδαγε όχι από αλλά ΤΗΝ ψυχή του.
Σήμερα που έφυγες,3/9/2016 μου υπόσχομαι ότι δεν θα ξαναπω «την επόμενη φορά, έχω καιρό». Ποτέ δεν ξέρεις αν έχεις πραγματικά καιρό. 
Αντίο αγαπημένε μας.

 

 

Lina Pavlova

Τραγουδίστρια

 

 

Κοροϊδεύω εκείνους που κοινοποιούν τις απώλειές τους, απορώ: πονάς ρε μαλάκα αφού /έχεις όρεξη ν' ασχολείσαι με το fb; Ο Θάνος έφυγε την ώρα που τραγουδούσα για μια λατρεμένη του φίλη που παλεύει με την ίδια πουτάνα καριόλα αρρώστεια. Σιχαίνομαι τις κοινοποιήσεις προσωπικού δράματος.

Νοιώθω όμως πως το δράμα αυτό δεν είναι προσωπικό μου, και μπορεί ο πόνος όταν μοιράζεται να μαλακώνει. Θάνο νοιώθω απόλυτα τυχερή που έχω μοιραστεί νύχτες μαζί σου, εντός κι εκτός σκηνής. Νοιώθω τυχερή και καταραμένη που με κάλεσες στην τελευταία μαγική σου συναυλία να σου τραγουδήσω θεία Nina Simone.

Εύχομαι να πάθει καρκίνο ο καρκίνος και να πεθάνει.

YΓ. Τραγουδώντας Tom Waits δυόμιση χρόνια πριν... Μετά μείναμε έξω μέχρι το πρωί. Φάγαμε σούπα, χαϊδέψαμε όλα τ' αδέσποτα που συναντήσαμε στο δρόμο. Χωριστήκαμε το πρωί, σε ρώτησα μοιάζουμε πρωινοί λες ή φαινόμαστε οτι είμαστε βραδυνοί; Μου ζωγράφισες ένα κόκινο λουλούδι. Είμαστε πάνα βραδυνοί μα με φρεσκάδα και δροσιά που θα ζήλευαν όλοι οι πρωινοί είπες...  

 

 

Βαγγέλης Μακρής

Συντάκτης του LIFO.gr

 

«Η απόκοσμη μουσική σου μου έλυσε την ταφόπετρα στο στήθος μου»

Ο Θάνος Ανεστόπουλος αφήνει πίσω του ένα σημαντικό έργο αλλά και ένα τεράστιο κενό ακόμα και για εμάς που δεν τον γνωρίσαμε προσωπικά αλλά μόνο μέσα από τα τραγούδια του. Είναι το κενό που αφήνει ο ανέντακτος, ο μοναχικός δημιουργός που τα ποιήματα του ήταν το καταφύγιο του, το ίδιο του το σπίτι, η ζωή του. «Αν είχα μια δικιά μου ερημιά/ να μην ακούει σε νόμο.» τραγουδά στο κομμάτι «Αγνός» .Ο Ανεστόπουλος έμοιαζε να ζει μέσα σε αυτή την ερημιά μακριά από όλες τις κοινωνικές συμβάσεις. Αργά ή γρήγορα η ζωή ξεσκεπάζει τις πραγματικές προθέσεις ακόμα και του ποιητή. Θα αναγκαστεί να απαντήσει στην ερώτηση: Είσαι το ποίημα σου ή μπλοφάρεις; Ο Ανεστόπουλος απέδειξε με την στάση ζωής του ότι είναι το πρώτο. Δεν μπορείς να το πεις αυτό για πολλούς δημιουργούς.

Θαυμάζω τον τρόπο με τον οποίο τοποθετεί τις λέξεις στα τραγούδια- ποιήματα του σαν να οικοδομεί με πέτρα και λάσπη μια καλύβα που μας χωρά μέσα όλους. Όπως στο «Γιορτή» :

«Κάπου θα υπάρχουν άγγελοι,
κάπου θα κρύβονται στη γη.
Κάποτε ήσαν άνθρωποι,
ήσανε φίλοι και γνωστοί

Σε μια ανυπόφορη γιορτή
κάτω από δυνατή βροχή.»

Δεν χρειάστηκε να κάνει ακροβατικά με την «πλούσια ελληνική μας γλώσσα» ο Ανεστόπουλος. Του αρκούσαν οι ταπεινές λέξεις για να δημιουργήσει κάτι σπουδαίο. Και αυτό είναι χαρακτηριστικό των μεγάλων δημιουργών. 

Στην εκπομπή «Άξιον Εστί» του Βασίλη Βασιλικού σε μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις που έχει δώσει στην τηλεόραση είχε πει: «Αυτός ο κόσμος δεν θέλει άλλες σιωπές. Δεν ενδιαφέρουν τον κόσμο τα έργα άλλα οι άνθρωποι πίσω από τα έργα» για να συνεχίσει: «Ένα τετράστιχο μπορεί να μου πάρει και μια εβδομάδα είναι μετά από αρκετό σκάψιμο στο μέσα μου». Αποχαιρετούμε σήμερα για πάντα ένα δημιουργό που έσκαψε τόσο βαθιά μέσα του για να ανασύρει μικρά διαμάντια, ποιήματα που θα λάμπουν μέσα στον χρόνο και θα δείχνουν τον δρόμο σε πολλούς ανθρώπους . 

Του γράφουν στο twitter «Καλό Παράδεισο». Υποθέτω ότι υπάρχει παράδεισος για πρώτη(και τελευταία) φορά. Τον φαντάζομαι να κάνει παρέα με τον Μπουκόφσκι και να απαγγέλουν μαζί τους πρώτους στίχους από το ποίημα του «Απολογισμός»: Κι άλλες χαμένες μέρες/ Ξεκοιλιασμένες μέρες/ Εξατμισμένες μέρες. Κι άλλες χαραμισμένες μέρες/ σπαταλημένες μέρες/δαρμένες μέρες/ ακρωτηριασμένες. το πρόβλημα είναι ότι το άθροισμά των ημερών μας κάνει μια ζωή/ τη ζωή μου”

Όμως μάλλον υπάρχει μόνο αυτός ο κόσμος και κάθε φορά «η απόκοσμη μουσική σου μου έλυσε την ταφόπετρα στο στήθος μου» όπως έγραφε ο δημιουργός των Διάφανων Κρίνων σε ένα ποίημα του για τον Nick Cave. Δεν μπορείς να ζητήσεις κάτι παραπάνω από ένα δημιουργό.

 

 

 

Μαρία Κυριακίδου

Πιανίστα

 

Ο Θάνος Ανεστόπουλος ήταν ένας μάγος απο εκείνους που δεν βγάζουν λαγούς απο καπέλα αλλά φορούν καπέλα στους ήλιους. Σκοτεινός και συνάμα αισιόδοξος, μπορούσε να σου πει τη πιο γλυκιά παιδική ιστορία και ταυτόχρονα να σου θυμίσει πως είσαι ένας θνητός και τα όνειρα δεν είναι ικανά να σε πάρουν μακριά απο τη θνησιμότητά σου. Ο Θάνος Ανεστόπουλος , μέσα απο τα τραγούδια του, έγινε ένα γλυκό κομμάτι της εφηβείας μου και όταν αργότερα, ούσα ενήλικη, τον γνώρισα, του είπα πως η εικόνα του πάντα θα μου θυμίζει τον εαυτό μου στα 15 του και θα με κάνει να χαμογελώ. Σήμερα, πήρε μαζί του εκείνο το ‘’πάντα’’ και, για ένα δευτερόλεπτο, με τη μορφή του θανάτου, μου φώναξε ‘’Ζήσε όσο καλύτερα μπορείς,  έρχομαι’’.

 

 

Γιάννης Κυρατσός

Τραγουδιστής, μουσικός, ποιητής

Για εμάς τους τριανταπεντάρηδες, τα Διάφανα Κρίνα υπήρξαν μία από τις πρώτες μπάντες κάπου εκεί στα μέσα του '90 που μας ώθησαν να αναζητήσουμε στη μουσική κάτι από αυτό που ψάχναμε σαν έφηβοι. Έχω σαν φωτογραφία μέσα στο μυαλό μου εκείνη τη σύντομη συνάντηση με το Θάνο Ανεστόπουλο στα καμαρίνια της «Υδρογείου» (μετέπειτα Block 33) και τη μικρή μας συνομιλία ύστερα από μια συναυλία που είχαν δώσει για τη Διεθνή Αμνηστία πριν από σχεδόν 20 χρόνια στη Θεσσαλονίκη.
Ο Θάνος έφυγε πολύ νωρίς, αλλά μένει ζωντανό αυτό που δημιούργησε στη μουσική και φυσικά μένει ζωντανός στις καρδιές όλων μας.

 

 


 

 

Μπάμπης Καλογιάννης

Γεωπόνος, ερασιτέχνης μουσικός, επαγγελματίας ακροατής..

 

Ο Θάνος Ανεστόπουλος ήταν μεγάλο κεφάλαιο. Πολύ δουλεμένος και σύνθετος για να χαρακτηριστεί έντεχνος, πολύ ιδιαίτερος για τα στενά ροκ όρια, πήρε την αγάπη του για την ποίηση, τον Cave και τους Tindersticks και τη μετουσίωσε σε ποιοτικό ελληνικό τραγούδι που σπάνιζε και σπανίζει. Το ότι τα Κρίνα χαρακτηρίζονταν μίζερα από το μέσο Έλληνα ακροατή που έχει παρακολουθήσει 345 live των Anathema, με το συμπάθειο, δε λέει απολύτως τίποτα. RIP in any case.

 

 

Χάρης Πεϊτσίνης

Δικηγόρος και ραδιοφωνικος παραγωγός

 

Χειμώνας του ’96. Θεσσαλονίκη. Με δυο φίλους ανηφορίζουμε βιαστικά την Αγγελάκη, τα βήματα καμπουριαστά σέρνονται στη λάσπη του δρόμου, βρέχει διαολεμένα, τα φώτα λάμπουν θολά μέσα στην ομίχλη. Παλιόκαιρος αλλά δε δίνουμε δεκάρα.  Είμαστε μόλις 15 χρονώ, το μέλλον δε μας ανησυχεί, αφηρημένο και άϋλο, το παρόν δεν έχει και πολλά να μας πει, το μυαλό μας, όσο τελοσπάντων διαθέτουμε, λαχταρά εμπειρίες.  Κόβουμε ταχύτητα μπροστά στο κτίριο του fm 100 , μπαινουμε μέσα ντροπαλά, μια αδιάφορη γραμματέας μας αφήνει να περάσουμε. Ένα γέλιο καβαλάει τη σιωπή του στούντιο, παίρνουμε τις θέσεις μας ενώ ο παραγωγός- που τον είχα πρήξει με αληθινή αυθάδεια για να μας δεχθεί- τοποθετει με τελετουργικές κινήσεις το δίσκο στο πικαπ, πρώτη μας ακρόαση, αυτής της παράξενης και σκοτεινής μπάντας με το ακόμα πιο παράξενο όνομα: Διάφανα Κρίνα.

«Άκου τώρα στίχο» μου λέει συνωμοτικά ο Σ., ενώ ο απόμακρος ρυθμός των ντραμς πλημμυρίζει το χώρο ‘δε θα προσεύχομαι σε σύμπαν που θαμπώνει/ δε θα ρωτήσω αναιδώς πουν’ το κεντρί σου/ γονιός δε θα ναι να μου πει σήκω και ντύσου, καιρός να ζήσουμε παιδί μου ξημερώνει’. Κοιτιόμαστε. «Τι λαρύγγι ρε φίλε!». Δεν καταλαβαίνουμε τίποτα, νιώθουμε όμως μια πρωτόγνωρη ανατριχίλα, μέσα από την πύρινη και σκοτεινή φωνή του Θάνου Ανεστόπουλου, που μας υψώνει πέρα από τα καθημερινά και τα τετριμμένα. Το λυρικό ελατήριο τινάσσεται ως το τέρμα σε φόρμα  ροκ, γοτθική, πεισιθάνατη αλλά και μανιασμένη.

Δυο χρόνια αργότερα, το επόμενο χτύπημα: Κάτι σαράβαλες καρδιές. Μέσα απ’τους δίσκους τους μαθαίνω. Μαθαίνω ποίηση, βουτάω στην τέχνη.  Στην εποχή του Ερωτοδικείου και των τηλεσκουπιδιών, εγώ- εμείς διαβάζουμε Καρθαίο: ‘Πες μας που πάει ο άνθρωπος τον κόσμο σαν αφήνει;/Πες μας που πάει ο άνεμος, που πάει η φωτιά σαν σβήνει/Σκιές ονείρων είμαστε, σύννεφα που περνούμε’. Κι ύστερα ποίηση Λινου Ιωαννίδη ‘εδιάβαινα την έρημη τη νυχτωμένη πολη τους σιδερένιους δίαυλους, των σκουπιδιών τους ύπνους’.  Κοιτάξτε την φοβερή αρμονία των λέξεων. Ακούστε τη βαθιά φωνή του Θάνου που χαϊδευει και μαχαιρώνει ταυτόχρονα τις αισθήσεις. Το επικό δυναμισμό του που διεγείρει και εξεγείρει.

Πώς μπορείς να αντισταθείς; Πώς μπορείς να ξεχάσεις; Ηλεκτρισμός στον αέρα, κάποιο σούρουπο στην παραλία, γελαστές παρέες χαμένες από καιρό, η στυφή γεύση του πρώτου τσιγάρου και του πρώτου έρωτα, με τα Διάφανα Κρίνα στη διαπασών. Όλα είναι ακόμη εκεί, καλοκρυμμένα σε μια απόμακρη γωνιά του μυαλού, ολοζώντανα, σα να μην πέρασε ούτε ώρα. Και ανασαίνουν έτσι, νωπές, παλλόμενες μνήμες, ενώ εγώ, εμείς, μεγαλώνουμε και  γερνάμε, υπακούοντας στον αιώνιο νόμο της φθοράς. Ο Ανεστόπουλος όμως, θα μείνει για πάντα νέος, δυνατός και υπέροχος, στη μοναδική μας πατρίδα: τη γλυκιά μας εφηβεία.

 

 

Αρχιμήδης Παναγιωτίδης

Νομικός. Κειμενογράφος. Ραδιοφωνικός Παραγωγός. Τον τελευταίο καιρό δουλεύει στο προσφυγικό και στο Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης.

 

Η ιστορία μιας κασέτας που έγραφε πάνω της για κρίνα κι απώλειες…

Η ζωή είναι ένα παραμύθι. Και όλοι περιμένουμε πάντα να έχει αίσιο τέλος. Πώς το έλεγαν οι γιαγιάδες μας παλιά; «Και πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα». Αλλά τα πράγματα δεν πάνε πάντα όπως τα θέλουμε…

Πολλά χρόνια πίσω. Τότε που ήμασταν νέοι κι ωραίοι. Τότε που νομίζαμε ότι ο κόσμος μας ανήκει. Και η μουσική εκεί. Να παίζει κεντρικό ρόλο. Εποχές προ ίντερνετ, προ ευρώ. Θυμάμαι να το σκάμε απ’ το σχολείο και να περιδιαβαίνουμε στα πανεπιστήμια. Στη Θεολογική είχαμε κάνει «κονέ» με κάτι μεγαλύτερους που πουλούσαν αντιγραμμένες κασέτες.

Είχαμε φτιάξει ολόκληρη δισκοθήκη από εκεί. Joy Division, Ramones, Wipers, μαζί με Σιδηρόπουλο, Άσιμο, Μουσικές Ταξιαρχίες. Που να δώσεις κάποια αρκετά χιλιάρικα για βινύλια και αυθεντικές κασέτες τότε. Μια περιουσία.

Ένα Νοέμβρη, η «κοπάνα» ήταν μοναχική. Δε γούσταρα παρέα. Η διαδρομή γνωστή. Ρωμαϊκή Αγορά-Ροτόντα-Πανεπιστήμια. Την ώρα που κοιτούσα τον πάγκο με τις κασέτες, ένα γυναικείο χέρι μ’ άγγιξε ελαφρά. Γύρισα απότομα και είδα ένα απίστευτα όμορφο προσωπάκι. «Τους ξέρεις αυτούς;», με ρώτησε. Είδα την κασέτα που είχε προτεταμένη.

«Διάφανα Κρίνα - Έγινε η απώλεια συνήθειά μας». Δεν είχα ιδέα. Και πώς να πεις στην όμορφη ότι δε γνωρίζεις; «Εεε, τους ξέρω μωρέ, αλλά δεν έχω ακούσει και πολλά από δαύτους…». «Είναι ο πρώτος τους, έλα στον κάνω δώρο. Πρότεινέ μου και συ κάτι!». Δε θυμάμαι τι της πρότεινα και τι της πήρα εγώ. Θυμάμαι καλά όμως ότι έβαλα την κασέτα στην τσάντα, την έπιασα από το χέρι και για την επόμενη μέρα δεν αφήσαμε ο ένας τον άλλον από δίπλα. Ούτε τον επόμενο χρόνο.

Κανονικά η ιστορία θα έπρεπε να τελειώσει εδώ. «Και ζήσαμε εμείς καλά… μπλα, μπλα, μπλα». Αλλά τα είπαμε στην αρχή. Οι ιστορίες που μας περιτριγυρίζουν είναι σκοτεινές. Έλκονται από εμάς. Και η όμορφη την έκανε για τον Παράδεισο. Αν υπάρχει, όπως μου έλεγε. Το πως και το γιατί δεν έχουν καμιά σημασία. Στο νοσοκομείο τις τελευταίες μέρες της, γράφαμε στιχάκια σε χαρτί κι ακούγαμε μουσικές. «Την έχεις την κασέτα τότε που γνωριστήκαμε;». «Τα Κρίνα; Χα! Εννοείται! Στο σπίτι είναι, στην κασετοθήκη». Και μετά σιωπή…

Θα μπορούσα να γράψω για το Θάνο και για την προσωπική μας γνωριμία. Για τις συναυλίες του τις τελευταίες. Για τα Κρίνα. Αλλά ξέρω ότι κι ο ίδιος θα προτιμούσε αυτήν την ιστορία. «Να ξεγυμνώνομαι όταν γράφω, ρε Θάνο;», τον είχα ρωτήσει κάποτε. «Όχι μόνο. Να βγάζεις και τα συκώτια σου», μου απάντησε κι άναψε το τσιγάρο του μειδιώντας…

Στην Όμορφη που ταξιδεύει στα άστρα εδώ και χρόνια. Και στο Θάνο. Και στους φίλους μας που δεν είναι πια εδώ. Κάπου θα υπάρχουν άγγελοι, κάπου θα κρύβονται στη γη.