«Το δικαίωμα στα προσωπικά δεδομένα είναι μέρος των δικαιωμάτων του ανθρώπου»: Αυτό είναι το κεντρικό μαχητικό σλόγκαν του ντοκιμαντέρ που έκανε πριν μερικές μέρες πρεμιέρα στο Netflix και επιχειρεί μια όσο γίνεται διεισδυτική ματιά στην (μουλωχτή) άνοδο και στην (θεαματική) πτώση της περιβόητης Cambridge Analytica, της βρετανικής εταιρείας ανάλυσης δεδομένων και προεκλογικού σχεδιασμού που ιδρύθηκε το 2013 ως θυγατρική του επίσης αμαρτωλού κολοσσού στρατηγικής επικοινωνίας SLC Group, με την ενίσχυση του δισεκατομμυριούχου χρηματοδότη (ακρο)δεξιών κινήσεων Ρόμπερτ Μέρσερ και τον ινστρούχτορα της σύγχρονης «εναλλακτικής δεξιάς» Στίβεν Μπάνον στη θέση του αντιπροέδρου.


Μετά τις περσινές συνταρακτικές αποκαλύψεις του Guardian και των New York Times για τα προσωπικά δεδομένα έως και 87 εκατ. χρηστών του Facebook που βρέθηκαν παράνομα και με άμεση υπαιτιότητα της εταιρείας του Μαρκ Ζούκερμπεργκ στην κατοχή της Cambridge Analytica, η πολυδύναμη και άτρωτη ως τότε φίρμα κήρυξε εσπευσμένα πτώχευση για να αποφύγει τα χειρότερα και από τότε παραμένει ανενεργή.

 

Η αφήγηση του ντοκιμαντέρ καυτηριάζει έντονα την ευπιστία όλων μας σε σχέση με την ανέμελη προσφορά εκ μέρους μας των δεδομένων, των προσδοκιών, των επιθυμιών μας σε μια κολοσσιαία βιομηχανία όπως αυτή της σύγχρονης τεχνολογίας και επικοινωνίας, σε μια εποχή που η πληροφορία έχει αντικαταστήσει το πετρέλαιο ως το πιο πολύτιμο αγαθό στον πλανήτη.


Πριν την διάλυσή της πάντως, είχε προλάβει, με την «ψυχογραφική» οικειοποίηση των δεδομένων εκατοντάδων χιλιάδων αναποφάσιστων ψηφοφόρων τους οποίους στόχευσε βομβαρδίζοντάς τους με πλήθος προπαγανδιστικών βίντεο, να επηρεάσει δύο από τις πιο κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις των καιρών μας, γέρνοντας την πλάστιγγα υπέρ της εκλογής του Τραμπ αλλά και του Brexit.

 

«Ήμασταν όλοι τόσο ερωτευμένοι με το όνειρο αυτής της ελεύθερης και διαρκούς διασύνδεσης που δεν κάναμε τον κόπο να διαβάσουμε τους "όρους και τις προϋποθέσεις"»... Η αφήγηση του ντοκιμαντέρ καυτηριάζει έντονα την ευπιστία όλων μας σε σχέση με την ανέμελη προσφορά εκ μέρους μας των δεδομένων, των προσδοκιών, των επιθυμιών μας σε μια κολοσσιαία βιομηχανία όπως αυτή της σύγχρονης τεχνολογίας και επικοινωνίας, σε μια εποχή που η πληροφορία έχει αντικαταστήσει το πετρέλαιο ως το πιο πολύτιμο αγαθό στον πλανήτη.


Σύμφωνα με το πνεύμα του "The Great Hack" (Το μεγάλο χακάρισμα), η Cambridge Analytica δεν ήταν απλά μια συμβουλευτική φίρμα που έπαιζε στα δάχτυλα τους αλγόριθμους και ειδικευόταν στις πολιτικές καμπάνιες, αλλά μια μηχανή προπαγάνδας και ένα υπερόπλο σύγχρονου πολιτισμικού πολέμου που πόνταρε στον φόβο και στην οργή που ρέουν στα αυλάκια του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

 

 


Η ταινία διαθέτει έναν ιδανικό, «χαρισματικό» κακό στο πρόσωπο του πρώην CEO της εταιρείας, αλλά το κεντρικό πρόσωπο με όρους μυθοπλασίας είναι σίγουρα η νεαρή "whistleblower" (πληροφοριοδότρια) Μπρίτανι Κάιζερ, η οποία στην αρχή του ντοκιμαντέρ μας απευθύνεται από την πισίνα τοποθεσίας που δεν κατονομάζεται στην Ταϊλάνδη και στη συνέχεια η κάμερα την ακολουθεί σε δωμάτια ξενοδοχείων ανά τον πλανήτη αλλά και πίσω από τις κλειστές πόρτες των επιτροπών όπου κλητεύθηκε να καταθέσει τις εμπειρίες της ως ένα από τα πιο ικανά και διαρκώς ελισσόμενα στελέχη της Cambridge Analytica.


Μαθαίνουμε επίσης, ότι πριν εμπλακεί στις καμπάνιες του Τραμπ και του "Leave.EU", είχε ξεκινήσει ως ρομαντική μαθητευόμενη στην πρώτη προεδρική καμπάνια του Ομπάμα (που αν είμαστε δίκαιοι, υπήρξε ο πρωτοπόρος στην, όχι παράνομη πάντως, χρήση προσωπικών δεδομένων για προεκλογικούς σκοπούς) ακολούθως όμως, για να μπορέσει να βοηθήσει τους γονείς της που έχαναν το σπίτι τους, αποφάσισε να επιστρατεύσει τα επικοινωνιακά της χαρίσματα σε πιο κυνικούς και πολύ πιο «γενναιόδωρους» εργοδότες. Παρακινούμενη όμως από έναν άλλον πληροφοριοδότη, τον αναλυτή δεδομένων με το πανκ κούρεμα και το ροζ μαλλί Κρίστοφερ Γουάιλι ο οποίος επίσης εργαζόταν για την εταιρεία, αποφάσισε κάποια στιγμή, όπως χαρακτηριστικά δηλώνει, ότι κουράστηκε να «δικαιολογεί την ανήθικη δράση μεσόκοπων λευκών ανδρών».