Aνέκδοτα γράμματα του Σεφέρη στο φώς: «"Άθλιο τέρας", είπα στην Κλέλια όταν μείναμε μόνοι...» 

 

Ο Γιώργος Σεφέρης στο Προξενείο της Κορυτσάς, το 1937
Ο Γιώργος Σεφέρης στο Προξενείο της Κορυτσάς, το 1937

 

Μόλις διάβασα μονορούφι τις Επιστολές του Γιώργου Σεφέρη στην αδελφή του Ιωάννα (1934 -1939). Πολύ ενδιαφέρον βιβλίο για όσους μέσα από το πλέγμα των Ημερολογίων, επιστολών και δοκιμίων του ξεδιαλύνουν τον πυκνό ιστό της ποίησής του― τον γεμάτο σύμβολα κι αινιγματικές αναφορές.

 

Ειδικά αυτές οι επιστολές (θα ακολουθήσουν κι άλλες, σε επόμενες εκδόσεις), κυρίως από την διπλωματική θητεία του στην Κορυτσά, και τον παραθερισμό του στο Πήλιο, φωτίζουν δύο ποιήματά του, που εδώ παρατίθενται σε άγνωστα σχεδιάσματά τους, σταλμένα στην αδελφή του: το «Ωραίο φθινοπωρινό πρωί» και το «Piazza San Nicolo».

 

Το δεύτερο αποσταλάζει από μια ξώφαλτση ερωτική του περιπέτεια με την Φίλη Καρτάλη, στην σκιά του  (πρόσκαιρου όπως θα αποδειχτεί) χωρισμού του από την Μαρώ που τον είχε πληγώσει πολύ. Όλα γράφονται με κωδικές ονομασίες που παραπέμπουν στο «Μοναστήρι της Πάρμας» του Σταντάλ. Η Φίλη παρονομάζεται «Κλέλια», ο Βόλος «Πάρμα» κ.ο.κ. Το γράψιμο είναι ειρωνικό, σαρκαστικό, παιγνιώδες - με τον τρόπο που παίζουν οι απελπισμένοι. Ο Σεφέρης ήταν τότε 37 χρονών.

 

Αντιγράφω ένα απόσπασμα, μαζί με το σχεδίασμα του ποιήματος. Και σας συνιστώ να αγοράσετε το βιβλίο.

«Μπαμπούλι», αποκαλούσε χαϊδευτικά την αδελφή του.

 

 

Η «Κλέλια» (Φίλη Καρτάλη), στο πλοίο από Πειραιά προς Βόλο, 1937
Η «Κλέλια» (Φίλη Καρτάλη), στο πλοίο από Πειραιά προς Βόλο, 1937

 

 

 

Κορυτσά, Τρίτη βράδυ, 17.8.37

 

Μπαμπούλι,

 

Δεν ξέρω καλά καλά πότε και πού σταμάτησα την αφήγησή μου την πηλιορείτικη. Νομίζω εκεί που έφτασα στον Βόλο, την περασμένη Τετάρτη. Θ’ αφήσω τον εαυτό μου να φλυαρήσει κι εσύ θα ξεδιαλύνεις ό,τι μπορέσεις. Ο αδελφός σου μπορεί να μην έχει συνάρτηση στις ανθρώπινες σχέσεις αλλά μήτε και τον βοηθούν οι κυρίες που του έδωσε η μοίρα να συναντήσει.

 

Στην Πάρμα η Πλατεία του Αγίου Νικολάου είναι άσχημη ή χαριτωμένη ανάλογα με τη γωνιά που θα την κοιτάξεις. Η εκκλησία είναι καινούργια αλλά όχι κακόγουστη και έχει πάνω από τη μεγάλη της πόρτα την εικόνα του άγιου τριγυρισμένη με χταπόδια και με καράβια. Το καμπαναριό κάπως αποχωρισμένο από το σώμα της οικοδομής χτυπάει τις ώρες· στο βάθος είναι το βουνό με τα χωριά σπαρμένα στις πλαγιές του. Αριστερά είναι τα σπίτια της παλιάς οικογένειας των Κόντιδων [Καρτάλη], αρχοντόσπιτα χτισμένα προς το τέλος του περασμένου αιώνα υπερήφανα και δύσπιστα. Εκεί κατέβηκα ίσια γραμμή από το βουνίσιο ερημητήριο της παλιάς μου φίλης καθώς χτυπούσε κατακόρυφα τις ακτίνες του ο ήλιος του Αυγούστου. - «Εδώ είναι το σπίτι του κυρ Αντώνη Κόντι» μού είπε ο σοφέρ. Έσπρωξα μια καγκελόπορτα, πέρασα μια πλακοστρωμένη αυλή και χτύπησα ένα κουδούνι. Μια υπηρέτρια με ύφος νιογέννητης φώκιας έβγαλε το κεφάλι της. - «Η δεσποινίς Κλέλια Κόντι»; Το σπίτι έμοιαζε έρημο, έπρεπε να πάω στο πλαϊνό. Την Κλέλια τη βρήκα περιτριγυρισμένη από φίλες της. Μου άνοιξε η ίδια την πόρτα. - «Θα μείνεις πέντε λεπτά και θα φύγεις» μού είπε βιαστικά καθώς την ακολουθούσα. Φορούσε ένα peignoir framboise και κόκκινα μυκονιάτικα πέδιλα. Κάθισα στον καναπέ του πατρογονικού σαλονιού. Ψηλά έπιπλα με κοιλιές Louis-Philippe, σκεπασμένα με κουκούλες άσπρες και στο διάδρομο ξυλογραφίες του 16ου αιώνα. Σπίτι μυθιστορηματικό. Άλλαξα λίγες φράσεις με τις επαρχιώτισσες φιλενάδες της. Έπειτα σαν να είχε δοθεί ένα μυστικό σύνθημα, χαιρέτησαν όλες κι έφυγαν. - «Άθλιο τέρας», είπα στην Κλέλια όταν μείναμε μόνοι, «αν δε σου είχα γράψει, θα μ’ άφηνες να περιμένω χρόνια ολόκληρα πάνω στο βουνό». - «Δοκίμαζα κάθε μέρα να σου τηλεφωνήσω», είπε. - «Και δεν ήξερες να γράψεις, να τηλεγραφήσεις;» - «Αυτό δεν το σκέφτηκα». Αυτό το κορίτσι μου θυμίζει τον Shelley μια φορά που κινδύνευε η βάρκα του στη λίμνη της Γενεύης. Περίμενε να πνιγεί χωρίς την παραμικρή κίνηση. Πάνω σ’ αυτό το διάλογο παρουσιάστηκε η ξομολογήτρα της Κλέλιας που είχε ξεμπαρκάρει το πρωί. Ένα πλάσμα με αγαθή φυσιογνωμία, κατασκευασμένο σαν καράφα βαποριού με πλατειά βάση για να μην αναποδογυρίζει στη φουρτούνα. - «Η δις Νικολέτα». Της έδωσα το χέρι. Ο κυρ Αντώνιος Κόντι, μολονότι ο ίσκιος βάραινε σ’ ολόκληρο το σπίτι, δε φανερώθηκε. Η Κλέλια ισχυρίζεται πως πάει κάθε πρωί στην τράπεζα και μετράει τα λεφτά του. «Et si le malheureux s'est trompe de deux liards, il faut qu' il recommence», της είπα. «Μπορεί να ’vαι κι αυτό», αποκρίθηκε. Είναι φαίνεται η πρώτη φορά που μένει μαζί με το γέρο πατέρα της, που έχει φτάσει στην ηλικία όπου όλοι οι Κόντιδες πεθαίνουν. Αυτό και μια ζωή μοναχική και έρημη για ένα μεγάλο μέρος του χρόνου στην Αφρική τον έχει κάνει σιωπηλό, ευαίσθητο, γεμάτο αντιδράσεις πλάγιες, κλεισμένο και δυστυχή. Η κόρη κάτω από τη βαριά πίεση που δεν ξεσπά ποτέ υποφέρει και τόσο περισσότερο που κι αυτή είναι ιδιοσυγκρασία κλειστή, με συναισθήματα χωρίς διέξοδο. Χωριστήκαμε και είπαμε να συναντηθούμε το απόγευμα για να ετοιμάσουμε την εκδρομή μας, οι τρεις μαζί με τη Νικολέτα. Μήτε τ’ απόγεμα φάνηκε ο κυρ Αντώνης, ούτε τον είδα, μολονότι τον ζήτησα με κάποια επιμονή, ώσπου έφυγα από την Πάρμα και μολονότι πήγαινα τακτικά στο σπίτι του και γνώρισα ένα σωρό θείες, ως και τη θεία Ιβανόβνα, που είναι Ρώσα από τη Ρωσία. Δεν βγαίνει από την Πάρμα ο κυρ Αντώνης, όσο είναι στην Ευρώπη, ούτε θέλει να γνωρίσει καινούργια πρόσωπα. Μονάχα όταν γυρίσαμε από την εκδρομή και οι κοπέλες τού διηγήθηκαν όλα τα καθέκαστα (για να κρατήσουν τη συντροφιά) και πως τις συνόδευε το υποκείμενό μου, έβγαλε ένα χαρακτηριστικό «Α!». Αυτό μου το είπε η Νικολέτα, που μας κοιτάζει με μια συγκίνηση βαθιά ρομαντική.

 

Δε θα ασχοληθώ άλλο με τον Signor Antonio Conti. Αλλά η εκδρομή μας ήταν περίφημη. Είχαμε μόνο 36 ώρες. Τόσες μας έδωσε ο προπάτορας. Κινήσαμε σας 7 το πρωί με το συναίσθημα πως ξεφύγαμε από τα δόντια του λύκου, κατά τις δέκα ήμασταν στη Ζαγορά. Πήγαμε στου Μπασδέκη, τσακίστηκε να μας βρει δωμάτια, γιατί το ξενοδοχείο του ήταν γεμάτο. Όπου κι αν περνούσαμε ακόυες πίσω μας σαν τα κουδούνια κοπαδιού: η κόρη του κυρ Αντώνη Κόντι. Αισθανόμουν μεγαλοπρεπής σαν να φορούσα εις τον πίλον πτερόν. Αλλάξαμε και κατεβήκαμε στο Χορευτό. Ευτυχώς η Νικολέτα έκανε όλους τους περιπάτους στρογγυλοκαθισμένη πάνω στην Γκιόσα του Σπόρου. Εμείς πηγαίναμε με τα πόδια, μόνο που τον ακούγαμε κάπου κάπου να φωνάζει «Πατς! Πατς! Πατς!». Στο Χορευτό, μπάνιο. Χάρηκα που είδα την Κλέλια να της πηγαίνει τόσο καλά η θάλασσα. Το σώμα της είναι χαριτωμένο με ελάχιστα ψεγάδια που υπογραμμίζουν την καμπύλη της ράχης όταν σκύβει. Κολυμπά αρκετά καλά. Φάγαμε στο Χορευτό και κοιμηθήκαμε λίγο τ’ απόγεμα σ’ ένα ψαράδικο σπίτι. Στις πέντε φύγαμε για τις Σπηλιές. Στη Ζαγορά γυρίσαμε πια το βράδυ με ζώα. Ήταν μαύρο σκοτάδι καθώς ανεβαίναμε τα καλντερίμια. Μόνο οι σπίθες από τα πέταλα των μουλαριών φαινόντανε, και πάνω από τα δέντρα, ο ουρανός. Στην πλατεία όπου φάγαμε, μια μεγάλη παρέα και ο Δελμούζος. Με κοίταξε παράξενα ο παιδαγωγός. Την άλλη μέρα κινήσαμε για το Πουρί. Στο δρόμο χαθήκαμε, η Κλέλια κι εγώ, έτσι που φτάσαμε μια ώρα αργότερα από τη Νικολέτα.

 

Πάνω στην πλατεία, μόλις έφτασα, με παρέλαβε ένας ξεμωραμένος γέρος που άρχισε να μου αναπτύσσει πως ο μεγάλος μου θείος Αναστασάκης ήταν πιο πλούσιος από τον παππού μου τον Πρόδρομο. Για φαντάσου! Είδα κι έπαθα ώσπου να το ξεκολλήσω από πάνω μου αυτό το ελεεινό γερόντιον. Γυρίσαμε αμέσως πίσω και στρατοπε- δεύσαμε κοντά σε μια φυσική δεξαμενή. Φορέσαμε τα κοστούμια μας και κάναμε μπάνιο. Στείλαμε και τον αγωγιάτη στη Ζαγορά να μας φέρει να φάμε. Μείναμε έτσι ως τις τρεις. Έπειτα έπρεπε να φύγουμε. Ο κυρ Αντώνης δεν μπορούσε να μείνει δεύτερη νύχτα μόνος. Τι κρίμα, να πάρει ο διάβολος! Μια βδομάδα με την Κλέλια κάτω απ’ τις καστανιές! My kingdom για μια τέτοια εβδομάδα! Δεν ήταν όμως βολετό.

 

Το Σάββατο το πρωί ήρθε στο ξενοδοχείο η παλιά μου φίλη του βουνού. Φορούσε ένα πουκαμισάκι bleutendre κι ένα μεγάλο καπέλο. «Ξέρεις», μου είπε, «σαν έφυγες είπα πως δε θα φιλοξενήσω πια άνθρωπο στο ερημητήριο. Η μοναξιά ήταν ανυπόφορη. Ανέβηκα πάνω, μάζεψα ένα λουλουδάκι, το δάγκασα κι ύστερα το πέταξα. Ήμουν γεμάτη μελαγχολία». Προσπάθησα να πω ένα αστείο. Έπεσε κάτω κούφιο. Την παρακάλεσα να φάει μαζί μου το μεσημέρι. Δεν μπορούσε. Συμφωνήσαμε να πάω να πάρω τον καφέ στης αδελφής της. Πήγε εκείνη στο μπάνιο κι εγώ στην Piazza San Nicolo. Κάθισα στο γραφείο. Κοίταξα τα βιβλία. Λογοτεχνία ανθρώπου που διάβαζε λογοτεχνία γύρω στα 1895. Maupassant, Daudet. Τα ρολόγια που έχει μαζέψει σπίτι της η κυρία Κόντι χτυπούσαν το ένα μετά το άλλο παρδαλά. Έπειτα ήρθε να διακόψει την κουβέντα με την Κλέλια η θεία Ιβανόβνα. Χωρίς παιδιά, ερωτεμένη με τον άντρα της, τον καταδυναστεύει. Είχα όρεξη να της πω (καθώς της μιλούσα τυπικά και απρόσωπα) τη μόνη ρούσικη λέξη που ξέρω, τη λέξη σβίνια, που θα πει γουρούνι. Έτσι για να περάσει ένας αέρας σκανδάλου σ’ αυτό το ατράνταχτο αρχοντικό.

 

(...)

 

Αυτά, Μπαμπούλι. Δε θα παραπονεθείς πως δε σου γράφω. Μπορεί τούτο το βαρύ γράμμα -που ωστόσο θα χρειαζότανε να είναι διπλό- να σου αποδείξει πως δεν είμαι ακόμη ζων νεκρός, θα σου δείξει όμως σίγουρα πως δεν είμαι γεννημένος για μυθιστοριογράφος.

 

Σε φιλώ Γιώργος

[Υ.Γ.] Γράψε μου.

 

H Iωάννα Τσάτσου, το 1935
H Iωάννα Τσάτσου, το 1935

 

 

Piazza San Nicolò

 

«Longtemps je me suis couché de bonne heure»· τo σπίτι
γεμάτο γρίλιες και δυσπιστία σαν το καλοκοιτάξεις
           στις σκοτεινές γωνιές
«Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς» ψιθυρίζει
«κοίταζα την εικόνα του Ύλα και την εικόνα
           της Μαγδαληνής

προτού καλονυχτίσω κοίταζα τον πολυέλαιο με τ' άσπρο φως
τα μέταλλα που γυάλιζαν και δύσκολα άφηνα
τις τελευταίες φωνές της μέρας».

Το σπίτι σαν το καλοκοιτάξεις μέσα από τις παλιές κορνίζες
ξυπνά με τα πατήματα της μητέρας στα σκαλοπάτια
το χέρι που φτιάνει τα σκεπάσματα η διορθώνει
την κουνουπιέρα

τα χείλια που διώχνουν τη φλόγα του κεριού.

 

Κι όλα τούτα είναι παλιές ιστορίες που δεν ενδιαφέρουν
κειά κανέναν,
δέσαμε την καρδιά μας και μεγαλώσαμε.

Η δροσιά του βουνού δεν κατεβαίνει ποτέ χαμηλότερα
από το καμπαναριό που μετρά τις ώρες μονολογώντας
και το βλέπουμε

σαν έρχεται τ,απόγευμα στην αυλή
η θεία Ντάρια Νικολαΐεβνα, το γένος Κυρίλλοβιτς.

Η δροσιά του βουνού δεν αγγίζει ποτέ το στιβαρό χέρι
του Άη Νικόλα

μήτε το φαρμακοποιό που κοιτάζει ανάμεσα σε μια
κόκκινη και μια πράσινη σφαίρα
σαν υπερωκεάνειο μαρμαρωμένο.

Για να βρεις τη δροσιά του βουνού πρέπει ν' ανέβεις
     ψ
ηλότερα από το καμπαναριό,
ψ
ηλότερα από τις ώρες του καμπαναριού κι από το
χέρι τ' Άη Νικόλα·

 

κάπου 70 ή 80 μέτρα, δεν είναι πολύ.
      Κι όμως εκεί ψιθυρίζεις όπως σαν πλάγιαζες νωρίς
      και μέσα στην ευκολία του ύπνου χάνονταν η πίκρα
      του αποχωρισμού,

 

όχι πολλές λέξεις, δυο-τρεις μονάχα, και τούτο φτάνει
αφού κυλάνε τα νερά και δε φοβούνται να
σταματήσουν,
ψιθυρίζεις ακουμπώντας το κεφάλι στον ώμο ενός φίλου
σα να μην είχες μεγαλώσει μέσα στο σπίτι το σιωπηλό
με φυσιογνωμίες που (άλλαξαν) βάρυναν και μας
έκαμαν αδέξιους ξένους.

 

Κι όμως εκεί, λίγο ψηλότερα απ’ το καμπαναριό,
αλλάζει η ζωή σου.

 

Δεν είναι μεγάλο πράγμα ν’ ανεβείς μα είναι πολύ
      δύσκολο ν’ αλλάξεις

 σαν είναι το σπίτι σου μέσα στην πέτρινη εκκλησιά
      κι εσύ πηγαινόρχεσαι μέσα στο σπίτι που σκοτεινιάζει
κι όλες οι πόρτες είναι κλειδωμένες από το μεγάλο χέρι
      τ’  Άη Νικόλα.

 

                                                20 Αυγούστου 1937

 

 

_______________

Γιώργος Σεφέρης, Επιστολές στην αδελφή του Ιωάννα (1934-1939)

ISBN: 978-960-591-154-6
Ημερ. Έκδοσης: 01/11/2019
Εκδόση: ΜΕΛΑΝΙ
Σελίδες: 220
Εισαγωγή / Επιμέλεια επιστολών/ Πρόλογος: ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ