Ένας μεγάλος ποιητής, ένας προδομένος αριστερός, ένας υπέροχος άνθρωπος

 

Αγαπούσα πολύ τον Μιχάλη Κατσαρό. Αρχικά για τη δραματική σκιά των ποιημάτων του, τα πικρά, προφητικά του οράματα, την μουσικότητα των στίχων του που σε πρώτο επίπεδο έχουν πένθιμο ρυθμό ενώ στο βάθος αντηχεί ένα σιγανό εμβατήριο. Μού άρεσε όμως και ως παρουσία φυσική. Τον είχα γνωρίσει για μια συνέντευξη στην Ελευθεροτυπία. Δεν κρατήσαμε επαφή. Τον χάζευα στους δρόμους της Αθήνας, στο Everyday (το σημερινό Hermès), στο Σύνταγμα και την Ομόνοια, με κασκέτο και ένα δερματινο σακκάκι συνήθως, τα μαλλιά να ανεμίζουν... Ανέδιδε μια καλωσύνη και ευγένεια μοναδική. Το σουρεαλιστικό του χιούμορ είχε θεατρικότητα, αλλά ήταν απελπισία και σαρκασμός για την κατάντια της κοινωνίας. Ήταν ανώτερης στόφας ιδεαλιστής ― κι ας το αρνείται στην συνέντευξη που μου έδωσε.

Με ιδιαίτερη χαρά διάβασα νέα, ανέκδοτα ποιήματά του δίπλα στα παλιά, σε μια έκδοση που βγήκε μόλις από τον Τόπο, και τα συμπεριλαμβάνει όλα, μαζί με ένα θερμό, θερμότατο βιογραφικό του, γραμμένο από τον γιό του Στάθη.

Διάλεξα τέσσερα.

― Στάθης Τσαγκαρουσιάνος

 

Φωτογραφία: Constantinos Pittas. Aναδημοσιεύεται με την άδεια του δημιουργού.
Φωτογραφία: Constantinos Pittas. Aναδημοσιεύεται με την άδεια του δημιουργού.

 

 

Σαν δεις νέους καιρούς

 

Σαν δεις νέους καιρούς 

Καινούργια υπονοούμενα

γέλια ειρωνικά δήθεν τυχαίως πεταγμένα

 

φοβάσαι σαν αθώο παιδί

μπροστά σ' ένα βαθύ ποτάμι.

 

Μετά αφομοιώνεσαι

κι όλα πια τα συνηθίζεις

τα λόγια, τους ανθρώπους με τις πράξεις τους

αυτή τη σκοτωμένη ελευθερία .

τα νέα συναισθήματα

σε κατακλύζουν;

λες και να μη συνέβηκε ποτέ

που όλα τούτα

κάποτε σε φόβιζαν.

Φαίνεται πως 'τοιμάζεσαι πάλι γιά νέο ταξίδι.

 

 

«Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν...»
«Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν...»

 

Τυφλές εποχές

 

Πρόπερσι -ή τάχα πέρσι,—

όλες αυτές οι αστραπές

δεν εννοούσαν κάποτε

                                   να με εγκαταλείψουνε.

Πράσινες μπλε και αργυρές

διαγράφανε λεπτές το στήθος μου

-δεν είχα δει τις ξύλινες πλευρές-

υπήρχαν μέσα μου προϋποθέσεις αναμφισβήτητες

ανέβαιναν τυφλές οι εποχές

- αν έχετε κλειστές τις πόρτες

                                     ούτε οράματα

                                     ούτε μαρμαρυγές

                                             εξακοντίζονται.

Με πράσινες και μπλε και αργυρές

τόσες πολύχρωμες ξύλινες αστραπές -

                                       πώς εμφανίζονται...

Ίσως αυτές οι άσημες τυφλές στιγμές

                                    να είναι ψεύτικες ?

-κι ακόμα-

εσύ να μην μπορεί να ξεχωρίσεις

τι είναι αληθινό

                     ή τι γελοίο

 

 


 

 

Υπάρχει ακόμα καιρός 

 

Υπάρχει ακόμα καιρός

να μαστιγώσεις την πόλη.

 

Τι θα μπορέσεις αν είσαι δω

                         ανάμεσα σε φλύαρα πλήθη.

 

Δεν είναι η υπόθεσή σου περίφημη

ανήκει στο παρελθόν

σε τείχη που πέσανε όπως φωλιά

                       κι έμεινες γυμνός από νύχτα

 

Πες μας λοιπόν ειλικρινά τι ζήτησες

πες μας ειλικρινά ποιος είσαι.

 

Αυτός δεν ότανε γκρεμός

ήταν ωραία πτήσις.

 

 

Χειρόγραφο του ποιήματος «Οι δευτερεύοντες»
Χειρόγραφο του ποιήματος «Οι δευτερεύοντες»

 

Οι δευτερεύοντες

 

Πάντως 

ο κεντρικός ήρωας του έργου

                                     απέθανεν.

Τώρα το πώς επέμεναν όλοι αυτοί οι δευτερεύοντες

να συνεχίζουν άσκοπα μέχρι το τέλος

                                      δεν έχει κάποιαν σημασία

 

Η πρόθεσίς τους ήτανε καταφανής

σ' όλες τούς τις κινήσεις

είχαν αράξει όλοι τους μες στη σκιά του

χειρονομούσαν ακατάπαυστα

μίλαγαν δυνατά μ' ωραία λόγια

φόραγαν φανταχτερά παράσημα

πήγαιναν-

έρχονταν-

ώσπου στο τέλος πια δεν είχαν τι να πούνε

και βάλθηκαν να τον θρηνούν

                                      σε μαυσωλεία.

 

 

Έτσι

σιγά σιγά.

γεννήθηκαν οι τύραννοι.

 

__________________

Τα Μείζονα Ποιητικά του Μιχάλη Κατσαρού (1920-1998), ενός από τους πιο επιδραστικούς ποιητές στη νεοελληνική λογοτεχνία, περιλαμβάνουν το πιο γνωστό, σχολιασμένο και πολλαπλώς διαβασμένο έργο του ποιητή, δηλαδή τις τρεις συλλογές του Μεσολόγγι (1949), Κατά Σαδδουκαίων (1953), Οροπέδιο (1957).

Το πρόσθετο ενδιαφέρον όμως σε αυτή την έκδοση είναι ότι περιλαμβάνει ικανό αριθμό ποιημάτων που εντοπίστηκαν μετά τον θάνατο του ποιητή στο Αρχείο του και που –αυτό ίσως είναι το σημαντικότερο– αποκαλύπτουν στον αναγνώστη υφολογικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά που παραπέμπουν ευθέως στις τρεις μείζονες συλλογές του.

Τα περισσότερα από αυτά τα ποιήματα του Αρχείου είτε έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικές εκδόσεις, είτε παρέμεναν ως τώρα ανέκδοτα, είτε δεν έχουν ποτέ θησαυριστεί.

Με αυτή την έννοια ο τόμος Μείζονα Ποιητικά παρουσιάζει πρόσθετο χρηστικό και αισθητικό ενδιαφέρον: τόσο για τον ειδικό ερευνητή όσο και, κυρίως, για τον αναγνώστη που εμπνέεται και συγκινείται από τη διαχρονικής δύναμης ελευθεριακή ποίηση του Μιχάλη Κατσαρού. ― Από το δελτίο Τύπου της έκδοσης

 

 

 

 

O Μιχάλης Κατσαρός μιλά στον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο ― απόσπασμα

«Η ποίηση έχει πληροφορίες, αλλά είναι τόσο κεκαλυμμένες, που ο πληθυσμός των Αθηνών πρέπει να φάει πολλά καρβέλια για να τις καταλάβει»

 

Ποιά παιδεία, ποιούς πνευματικούς συγγενείς έχετε;

Όλοι οι παίδες είναι δικοί μου. Οι παίδες όμως δεν έχουν παιδείαν. Μετά, υπάρχει η παιδεία της εκπαιδεύσεως –υπάρχουν οι εκπαιδευμένοι που προέρχονται από διάφορες στάσεις, κινήσεις ή κινήματα. Ό,τι εκπαιδεύτηκε, αν δεν πράξει άξια, πρέπει να ξαναγυρίσει στη σούπα του –στο σουπέ του! Εκείνοι που τρέξανε και είδανε τη ζωή κάπως αλλιώς, έχουνε πικράν πείραν του τι σημαίνει να 'σαι εκπαιδευμένος, τι σημαίνει να 'σαι στο σουπέ σου. Όλα αυτά που σας λέω να τα πάρετε σαν γεωγραφία ανθρώπων∙ στη γεωγραφία που ζούμε κάνουμε πράξεις ανάλογες, είτε τέχνης, είτε ποίησης, είτε ανθρωπιάς, είτε πράξεις κοινωνικές. Εκείνος που ψάχνει ένα έργο πρέπει να ξέρει τη γεωγραφία όπου κινείται. Όταν ο Μπουζιάνης ήταν ζωγράφος ιμπρεσιονιστής, τον έβρισκαν φαεινό, ζωντανό, απτό∙ όταν έγινε εξπρεσιονιστής, δεν είδανε τίποτα. Το καταλάβατε; Η γεωγραφική θέση ορίζει το έργο τέχνης.

 

Τα κατάλαβα κάπως∙ αναρωτιέμαι όμως αν θα το καταλάβουν και οι αναγνώστες!

Θα το καταλάβουν οι αναγνώστες του μέλλοντος!

 

Οι εφημερίδες είναι εφήμερες.

Μόνο που γράφουν –ακόμα κι αυτές!- πράγματα που διαρκούνε πιο πολύ. Ας μην το καταλάβουν όλοι -υπάρχουν μερικοί.

 

Μερικοί που τους θεωρείτε εκλεκτούς;

Δεν τους είδα ποτέ ούτε ξέρω ποιοι με διαβάζουν. Βλέπω μόνο ότι μερικοί ασχολούνται μ'αυτά –κι ούτε ξέρω γιατί. Να σου πω τίποτα; Οι ασχολούμενοι με το έργο μου δεν κάνουν τίποτε πρακτικό –με κατατάσσουν σε μια σειρά των χρεωγράφων τους, όπως όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες. Με λένε «μεγάλο», και στο νου τους έχουν κάτι άλλο. Με λένε τάχα «δάσκαλε» -η εποχή των Εβραίων, σήμερα, υπάρχει ακόμα! Υπάρχουν ιδιωτικοί δράστες που θέλουν να κερδίσουν, και ιδιωτικοί δράστες που θέλουν μόνο να ζήσουν –έτσι, τρα λα λα. Λοιπόν, αναγνωρίζω ως συγγενείς πνευματικούς εκείνους που αναγνωρίζουν το έργο μου, έστω κι αν είναι αγράμματοι.

 

Και σεις ποιούς καλλιτέχνες αναγνωρίζετε;

Δεν το 'χω σκεφτεί ποτέ. Δεν αναγνωρίζω -ή όχι- καλλιτέχνες. Εγώ είμαι στο «μου αρέσει» ή «δε μου αρέσει».

 

Ε, ναι! Τώρα τελευταία, τι σας αρέσει πιο πολύ;

Νομίζω ότι, τελευταία, μου αρέσετε εσείς σαν συντάκτης της εφημερίδος! Είναι καλύτερη η πράξη της συνέντευξης από το ποίημα.

 

Γιατί λοιπόν τυπώνονται τα ποιήματα; Θα μπορούσαμε να είμαστε ποιητές, μόνο στην καθημερινή ζωή!

Τότε θα 'πρεπε να κάνετε πεντακόσιες συνεντεύξεις την ημέρα! (γέλια)

 

Θα ξελάσπωνα και λίγο –με τα χρήματα πώς τα πάτε;

Ποιά χρήματα; Δεν τα σκέφτηκα ποτέ και πάντοτε ήμουνα σε κατάσταση κάπως καλή. Έχει γράψει ο Αργυρίου κάπου «τότε που εμείς ήμασταν νεαροί, πουλούσαμε τα βιβλία μας για να πάμε το βράδυ στην ταβέρνα, ενώ ο Κατσαρός σκόρπαγε τα λεφτά πληρώνοντας όλους τους λογαριασμούς των νεαρών ποιητών».

 

Στο πρώτο τεύχος του Αντί διάβασα όμως ότι είστε φτωχότατος, ότι ζείτε σ' ένα υγρό υπόγειο κι ότι αυτά, μάλιστα, κάνουν σπανιότερο το ποιητικό σας πείσμα.

Όχι! Αυτά τα έγραψε γιατί είδε το σπίτι που έμενα τότε (σε ωραία θέση εντούτοις) και γιατί νομίζει ότι το χρήμα έχει να κάνει με την κατοικία. Αν σε παρασύρει το χρήμα και το κάμεις Θεό σου, το μαζεύεις στους ορόφους των τραπεζών. Αυτοί είναι άλλη ιστορία –είναι οι συλλέκτες! Όσοι κυνηγούν το πνεύμα του χρήματος, δεν το κυνηγούν για να 'χουν να το χαλάσουν –κυνηγούν το «νόμισμα» του, που είναι έμπλεον απ' αυτό, για να το μοσχοποιήσουν!

 

Εσείς τι συλλέγετε, κ.Κατσαρέ;

Εκτός από τα ζωγραφικά μου έργα, συλλέγω ό,τι αντικείμενο μου αρέσει: ένα αραβούργημα, τη γραφή ενός τυχαίου ανθρώπου, υλικό για να συμπληρώσω τη ζωγραφική μου, συλλέγω από τις θάλασσες ξύλα για να κάμω εικονίσματα, κοχύλια, ανεξίτηλα χρωματιστά χαλίκια, οστά ψαριών... Προχτές συνέλεξα το τρίτο μου κότσι αρνιού –αυτό που το ρίχνουν και παίζουν τα παιδά. Το 'βαλα πάνω σ'ενα ράφι, μαζί με δύο άλλα παλιότερα.

 

Μου κάνει εντύπωση που ζωγραφίζετε εικονίσματα∙ πίστευα πως δεν πιστεύετε...

Η έννοια των πίστεων έχει διαφοροποιηθεί τώρα –τι θα πει «δεν πιστεύω»; Εγώ είμαι μελετητής περισσότερο των θρησκευτικών ιδεών –του χριστιανισμού, του Κρισναμούρτι, των ανατολικών...-και πιστεύω πως όλες έχουν μιαν αλήθεια, αρκεί να ξέρεις να την αλιεύεις.

 

Δεν εννοώ μόνο αυτά: πίστευα πως δεν έχετε πίστη γενικά.

Ένα credit εννοείτε... Να σας πω: πιστεύετε στην Έκθεση Θεσσαλονίκης;

 

Αν πιστεύω;... Όχι δεν μπορώ να πιστέψω.

Ε, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης πιστεύει! Είναι μια πίστη δική του, και του αρκεί!

 

Δεν έχω αντίρρηση. Εγώ ρωτώ για τη δική σας πίστη. Εσείς τι πιστεύετε;

Εγώ πιστεύω στα μάτια σου!

 

Τα δικά μου;

Ναι γιατί όχι!

 

Κι όταν φύγω, σε τι θα πιστεύτε;

Σ' αυτό που βλέπουν τα ματάκια σου, πριν γίνουν δακρυσμένα!

 

Τα δημοσιεύματα για σας πώς σας φαίνονται;

Έχουνε γράψει τόσα! Δεν μ' ενδιαφέρει τι δημοσιεύουν για μένα. Χρησιμοποιούν τ' όνομα μου για να δώσουνε διάφορα μηνύματα –τους το επιτρέπω! Έχω να συμπληρώσω ότι ποτέ κανείς δεν μπορεί να μιλάει για τον άλλον, αν δεν του λείπει κάτι. Τίποτε άλλο!.. Για ένα δημόσιο πρόσωπο, σαν και μένα, μπορεί ο καθένας να λεει ό,τι θέλει -ό,τι γράψουν, ας γράψουν. Όμως, ο ιδιωτικός βίος του ποιητή δεν συμβάλλει ποτέ στην τέχνη του... Πάντα «κολλάνε» άσχημα στους ποιητές –δεν τους χωνεύουνε, ιδίως όταν φτάσουν σ' ένα σημείο πραγμάτωσης των ιδεών τους... Ο ποιητής, όταν έχει ένα αναγνωρισμένο έργο, θα έπρεπε να 'ναι κάτι ιερό –τουλάχιστον γι αυτούς που τον διαβάζουν...

 

Διαβάστε ολόκληρη την συνέντευξη ΕΔΩ

 

«Αναγνωρίζω ως συγγενείς πνευματικούς εκείνους που αναγνωρίζουν το έργο μου, έστω κι αν είναι αγράμματοι...»
«Αναγνωρίζω ως συγγενείς πνευματικούς εκείνους που αναγνωρίζουν το έργο μου, έστω κι αν είναι αγράμματοι...»