Αλλεπάλληλες εφημερίες, φρενήρεις ρυθμοί εργασίας, αντίξοες στιγμές, εξαντλητικές συνθήκες, συνθέτουν την καθημερινότητα του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού τους μήνες της πανδημίας. Όλο αυτό το διάστημα έχουν κληθεί να αντιμετωπίσουν μια γιγαντιαία υγειονομική πρόκληση, γι' αυτό άλλωστε και έχουν αναγορευθεί σύγχρονοι ήρωες. Περνώντας τις πύλες των νοσοκομείων αναφοράς βιώνουν την αγωνία, το άγχος, τον φόβο και την ανησυχία για την πορεία των ασθενών με κορωνοϊό που καταφθάνουν διαρκώς ως βαριά περιστατικά.

 

Αντιμέτωποι, επίσης, με ελάχιστες διαθέσιμες κλίνες, ατελείωτα ωράρια και πολυάριθμα θετικά κρούσματα, έχουν δει τα ψυχικά τους αποθέματα σταδιακά να στερεύουν. Την ίδια στιγμή, μέσα στους κλειστούς χώρους των μονάδων εντατικής θεραπείας τα γέλια εναλλάσσονται με τα κλάματα και τα δάκρυα συγκίνησης με τα χαμόγελα ενθουσιασμού. Οι κινήσεις, τα βλέμματα, η κούραση, τα χειροκροτήματα αλλά και η απόγνωση έχουν γίνει γι' αυτούς η νέα πραγματικότητα.

 

Στο πλαίσιο αυτό ζητήσαμε από τέσσερις σημαντικούς γιατρούς να ξεχωρίσουν και να θυμηθούν ιστορίες ανθρώπων που νόσησαν με Covid και δεν θα ξεχάσουν.

 

Ελένη Ισχάκη

Πνευμονολόγος – εντατικολόγος // Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός»

 

Κ. Κώστας, 72 ετών. Λίγο πριν τον διασωληνώσουμε, του υποσχεθήκαμε ότι σύντομα θα ήταν και πάλι καλά, θα γυρνούσε στους δικούς του. Δυστυχώς, η αναπνευστική του λειτουργία ποτέ δεν μπόρεσε να αναλάβει σημαντικά. Κάθε προσπάθεια αφύπνισης και απογαλακτισμού από τον αναπνευστήρα ήταν ανεπιτυχής.

 

Σε μία από αυτές τις προσπάθειες μάς έκανε νοήματα με τα χέρια του. Κάτι ήθελε να μας πει. Μας έδειχνε ότι γνώριζε πως δεν θα τα καταφέρει. Μάταια προσπαθούσαμε να του δώσουμε κουράγιο, να τον πείσουμε για το αντίθετο.

 

Στη συνέχεια, μας έκανε την κίνηση ότι παίζει μπουζούκι. Κοιταχτήκαμε μεταξύ μας, μη μπορώντας να καταλάβουμε πώς συνδέονται αυτά. Τελικά, κατάφερε να σχηματίσει με τα χείλια του την παρακάτω πρόταση: «Ξέρω ότι θα πεθάνω. Σας παρακαλώ, να με θάψετε μαζί με το μπουζούκι μου».

 

Αυτή και άλλες πολλές αντίστοιχες ιστορίες διαδραματίζονται καθημερινά στις ΜΕΘ, στους βαρέως πάσχοντες ασθενείς με Covid. Στο παρελθόν, οι περισσότερες προσωπικές επιθυμίες, σκέψεις και προβληματισμοί, είτε των ασθενών είτε των συγγενών τους, παρέμεναν άγνωστες σ' εμάς. Πλέον, εκτός από λειτουργοί υγείας, καλούμαστε να γίνουμε ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των ασθενών και των συγγενών τους. Με αυτόν τον τρόπο αποκτούμε πρόσβαση σε ένα κομμάτι της ψυχής τους.

 

Είναι κακό αυτό; Όχι, εννοείται. Απλώς δημιουργεί μια εμπλοκή συναισθηματική, μια φόρτιση που κάνει ακόμη πιο δύσκολο το έργο μας. Δεν είναι λίγες οι φορές που θυμάμαι να έχουμε κλάψει, να έχουμε γελάσει, να έχουμε πονέσει για έναν ασθενή με Covid σαν να ήταν κάποιος που γνωρίζαμε από πριν.

 

Η πανδημία αυτή ανέδειξε τη μοναξιά. Την επαφή με τον εαυτό μας, τους φόβους μας, τις σκέψεις μας, τους προσωπικούς μας δαίμονες. Όμως είναι τελείως διαφορετικό να είσαι μόνος στη θαλπωρή του σπιτιού σου, έστω με τις όποιες οικονομικές δυσκολίες που έχουν προκύψει λόγω των περιοδικών lockdowns, και τελείως διαφορετικό να παλεύεις μόνος για τη ζωή σου σε ένα ψυχρό δωμάτιο εντατικής.

 

 

Η πανδημία αυτή ανέδειξε τη μοναξιά. Την επαφή με τον εαυτό μας, τους φόβους μας, τις σκέψεις μας, τους προσωπικούς μας δαίμονες. Όμως είναι τελείως διαφορετικό να είσαι μόνος στη θαλπωρή του σπιτιού σου, έστω με τις όποιες οικονομικές δυσκολίες που έχουν προκύψει λόγω των περιοδικών lockdowns, και τελείως διαφορετικό να παλεύεις μόνος για τη ζωή σου σε ένα ψυχρό δωμάτιο εντατικής, με μοναδική επικοινωνία ένα βλέμμα από τους νοσηλευτές και τους γιατρούς.

 

Από την άλλη πλευρά, οι συγγενείς των ασθενών αυτών, που κρέμονται από το ακουστικό του τηλεφώνου κάθε μεσημέρι για να ακούσουν την πεντάλεπτη ενημέρωση, ελπίζοντας πάντα σε ένα καλό νέο. Ακούνε πολλές πληροφορίες, καταλαβαίνουν τις μισές και στο τέλος πάντα η ίδια ερώτηση: «Έχει καμιά ελπίδα, γιατρέ μου;».

 

Δεν θα πάψουν να υπάρχουν βαρέως πάσχοντες ασθενείς. Αυτό που μπορεί να πάψει, όμως, είναι η μοναξιά των ασθενών τις δύσκολες αυτές στιγμές και η αδυναμία των συγγενών να τους κρατούν το χέρι ή να τους ψιθυρίζουν ευχές. Κι αυτό απαιτεί να συνεχίσουμε τη συλλογική προσπάθεια για περιορισμό της εξάπλωσης του ιού, τηρώντας τα προσωπικά μέτρα υγιεινής και συμμετέχοντας στον εμβολιασμό.

 

Γεώργιος Χειλάς

Πνευμονολόγος – επιμελητής A' ΕΣΥ

5η Πνευμονολογική Κλινική – ΓΝΝΘΑ «Η Σωτηρία» – Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Η νόσος Covid-19, που οφείλεται στον κορωνοϊό SARS-Cov-2, έπληξε με πρωτοφανή σφοδρότητά όλο τον πλανήτη από τα τέλη Φεβρουαρίου, αιφνιδιάζοντας ακόμη και τα πιο προηγμένα υγειονομικά συστήματα (της Ευρώπης και των ΗΠΑ). Η ταχύτητα με την οποία προσβάλλει τον πληθυσμό και δημιουργεί ανάγκες για νοσηλεία σε συμβατικές κλινικές και ΜΕΘ είναι παροιμιώδης.

 

Ταυτόχρονα, «υποβάλλει» τους ασθενείς σε πρωτόγνωρες συνθήκες νοσηλείας, καθώς δεν μπορούν να δεχτούν επισκέψεις, βοήθεια και ψυχολογική ενθάρρυνση από τους οικείους τους.


Ανάμεσα σε πολλές «ιστορίες» ασθενών όλη αυτή την περίοδο στο νοσοκομείο μας –πυλώνας του ΕΣΥ σε αυτή την τιτάνια προσπάθεια– θα ξεχώριζα την «ιστορία» ενός ζευγαριού ηλικίας περίπου 65 ετών, που εισήχθη την ίδια ημέρα στην κλινική μας. Η σύζυγος νοσηλεύτηκε σε έναν γυναικείο θάλαμο, ενώ ο σύζυγος σε έναν αντρικό. Παρότι η απόσταση των θαλάμων ήταν λίγα μόνο μέτρα, η επικοινωνία μεταξύ τους ήταν εφικτή μόνο μέσω τηλεφώνου.

 

Σαν να μην έφτανε αυτό, λίγες ημέρες αργότερα, και ενώ η δική τους νοσηλεία συνεχιζόταν, εισήχθη και ο γιος τους (κοντά στα 35 έτη) σε άλλη κλινική του νοσοκομείου μας, σε άλλο όροφο του ίδιου κτιρίου.

 

Η ταχύτητα με την οποία η νόσος Covid-19 προσβάλλει τον πληθυσμό και δημιουργεί ανάγκες για νοσηλεία σε συμβατικές κλινικές και ΜΕΘ είναι παροιμιώδης.


Έτσι, μια ολόκληρη οικογένεια βρισκόταν σε απόσταση λίγων μόνο μέτρων, παρ' όλα αυτά «διασκορπισμένη» σε διαφορετικούς θαλάμους, χωρίς να μπορεί ο ένας να δει το πρόσωπο του άλλου, χωρίς να μπορεί να τον αγκαλιάσει, να τον χαϊδέψει στοργικά. Ο σύζυγος έστελνε τα «χαιρετίσματά» του και την αγάπη του μέσα από εμάς στη σύζυγο και το ανάποδο, και οι δυο μαζί στο παιδί τους.

 

Δεν θα ξεχάσω ποτέ την αγωνία και τον φόβο τους, αλλά ταυτόχρονα το χαμόγελο, τη θέληση και την πίστη τους ότι θα τα καταφέρουν με τη βοήθεια γιατρών και νοσηλευτών. Έτσι κι έγινε, σήμερα βρίσκονται και οι τρεις, υγιείς, στο σπίτι τους. Εύχομαι αυτή την ευτυχή κατάληξη σε όλους τους νοσηλευόμενους ασθενείς μας.

 

Γιάννης Κουτσοδημητρόπουλος

Παθολόγος – εντατικολόγος, δ/ντης ΕΣΥ, ΜΕΘ // Λάτσειο – Γ.Ν. Ελευσίνας «Θριάσιο»

 

Τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας του 2020 επικρατούσε στη ΜΕΘ ένα κλίμα ευφορίας. Η έξοδος του πρώτου βαρέως πάσχοντος ασθενούς από την εντατική τη Μεγάλη Δευτέρα, μία από τις πρώτες στην Ελλάδα, μας είχε γεμίσει όλους με χαρά και μας έκανε να σχεδιάζουμε με αισιοδοξία τη συνέχεια. Πολλοί ασθενείς μας βελτιώνονταν και έμπαιναν σε τροχιά ξυπνήματος, σταδιακής αποδέσμευσης από τη μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και πιθανού εξιτηρίου.

 

Πράγματι, άλλη μία έξοδος κατέστη εφικτή το Μεγάλο Σάββατο, νέες διασωληνώσεις δεν προέκυπταν και από τους εναπομείναντες έξι εντός της μονάδας οι τέσσερις ξυπνούσαν και άρχιζαν να επικοινωνούν.


Ήταν στιγμή να φροντίσουμε, εκτός από τη νοσηλεία των ανθρώπων αυτών, και τη μεγαλύτερη άνεσή τους, όπως και την πιθανή επικοινωνία με την οικογένειά τους.

 

Καθώς τα επισκεπτήρια είχαν απαγορευτεί και η φυσική παρουσία των συγγενών ήταν αδύνατη, μια λύση ήταν το ασύρματο τηλέφωνο με ανοιχτή ακρόαση: οι ίδιοι οι άρρωστοι δεν θα μπορούσαν να μιλήσουν, όντας διασωληνωμένοι, αλλά θα μπορούσαν να ακούνε τους δικούς τους και, ακούγοντας τις οικείες φωνές, έστω και μ' αυτήν, τη λειψή και μονομερή επικοινωνία, να αντλήσουν λίγη παραπάνω δύναμη.

 

Κανονίστηκε για το βράδυ της Ανάστασης με τους συγγενείς. Αλήθεια, το ίδιο δεν γίνεται σε πολλές ελληνικές οικογένειες, όταν κάποιο μέλος τους είναι μακριά, τέτοιες στιγμές; Τηλεφωνιούνται για ν' ανταλλάξουν αναστάσιμες ευχές. Μολονότι θα εφημέρευα το Μεγάλο Σάββατο, μακριά από τους δικούς μου, όπως χιλιάδες άλλες γιορτές και αργίες ως τώρα, γι' αυτή την εφημερία ήμουν ιδιαίτερα ενθουσιασμένος, καθώς θα συμμετείχα στη διευκόλυνση αυτής της επικοινωνίας.

 

Προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε ένα εορταστικό κλίμα: όταν στις εκκλησίες της χώρας άρχισαν να σημαίνουν οι αναστάσιμες καμπάνες και να ακούγονται οι ήχοι των βεγγαλικών, πήραμε κόκκινα αυγά και, γιατροί και νοσηλευτές, τσουγκρίσαμε με τους ξύπνιους ασθενείς μας. Ακούγεται διαφορετικά το «Χριστός Ανέστη» όταν το λες σε μια κλίνη εντατικής θεραπείας. Στη συνέχεια, ήρθαν οι τηλεφωνικές κλήσεις από τις οικογένειες.

 

Ιδιαίτερα με συγκίνησε η περίπτωση του 63χρονου ασθενή μας με τα δυο του παιδιά. Ο γιος του στην Αθήνα, η κόρη του κάπου στο εξωτερικό, με τις οικογένειές τους ο καθένας, είχαν επιτύχει κάποιου τύπου τηλεφωνική συνδιάσκεψη και μιλούσαν με τον πατέρα αλλά και μεταξύ τους, ανταλλάσσοντας ευχές. Στο ηχητικό κάδρο μπήκαν και παιδικές φωνούλες: «Παππού, σ' αγαπάμε πολύ, θέλουμε να γίνεις καλά και να έρθεις γρήγορα κοντά μας» ακούσαμε μια όμορφη προσταγή, με απλότητα και αμεσότητα που μόνο ένα μικρό παιδί μπορούσε να επιτύχει.

 

Το χαμογελαστό πρόσωπο και οι χαρούμενες χειρονομίες του ασθενή παππού μαρτύρησαν ότι κάτι καλό γινόταν εκεί. Ήμασταν όλοι χαρούμενοι, γιατροί και νοσηλευτές, που βοηθήσαμε στο να ανοίξει αυτό το μικρό, φωτεινό παράθυρο.


Η καλή πορεία στον συγκεκριμένο ασθενή δεν είχε διάρκεια. Τέσσερις ημέρες μετά η κατάστασή του παρουσίασε αιφνίδια επιδείνωση, οφειλόμενη σε σοβαρές θρομβωτικές επιπλοκές της νόσου Covid-19, όπως αποκαλύφθηκε από τη διαγνωστική διερεύνηση. Παρά την αντιμετώπιση, δεν υπήρχε ανταπόκριση. Ο θάνατός του επήλθε δύο 24ωρα αργότερα και διέκοψε το εορταστικό κλίμα των προηγούμενων ημερών, μολονότι οι επιτυχείς αποσωληνώσεις και τα εξιτήρια συνεχίστηκαν με τους άλλους ασθενείς μας.

 

Όλο το προσωπικό της μονάδας πικραθήκαμε ιδιαίτερα από τον θάνατο αυτόν. Ήταν για μας μια υπόμνηση του σκληρού μαθήματος που οι παλιότεροι γνωρίζαμε ήδη καλά: στη δουλειά αυτή πολεμάμε εχθρούς με δυνάμεις υπέρτερες των δικών μας. Κάποιες μάχες δεν μπορούν να κερδηθούν, παρά τον αγώνα και τη θέλησή μας.


Επίσης, θυμάμαι το πρόσωπο μιας νοσηλεύτριας, πώς είχε φωτίσει μετά την επίσκεψή της στο θάλαμο απλής νοσηλείας ασθενών Covid-19. Συνάντησε εκεί τον 23χρονο ασθενή μας που είχε εισαχθεί στη ΜΕΘ διασωληνωμένος σε βαριά κατάσταση στην καρδιά του καλοκαιριού, ο οποίος, μετά από νοσηλεία ενός μήνα, κατάφερε να επιτύχει βελτίωση, να αποσωληνωθεί και να εξέλθει από την εντατική.

 

Στη δουλειά αυτή πολεμάμε εχθρούς με δυνάμεις υπέρτερες των δικών μας. Κάποιες μάχες δεν μπορούν να κερδηθούν, παρά τον αγώνα και τη θέλησή μας.


Μας μετέφερε τα νέα του: ήταν στον θάλαμό του, ξύπνιος, σε καλή γενική κατάσταση και ευδιάθετος. Μέσα από την ασφάλεια του τζαμιού του κλειστού θαλάμου (έβγαινε ακόμα θετικός στα τεστ κορωνοϊού) αντάλλασσαν χαιρετισμούς και σχημάτιζαν την καρδιά με τα δύο χέρια, όπως κάθε έμπειρος χρήστης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ξέρει να κάνει.


«Πες τους να βάλουν από τα καλά τραγούδια που μου αρέσουν, όχι αυτά τα ξενέρωτα που παίζουν όλη μέρα» ήρθε και η παραγγελιά. Γέλια ακούγονταν παντού. Ήταν εμφανές ότι ο άνθρωπος είχε ξεφύγει πια από τον κίνδυνο και ήταν σε τροχιά εξιτηρίου από το νοσοκομείο.


Με όλα αυτά κοντεύαμε να ξεχάσουμε το αρχικό σοκ που μας είχε προκαλέσει πριν από έναν μήνα η διασωλήνωση λόγω βαριάς πνευμονίας Covid-19 ενός τόσο νέου ανθρώπου, χωρίς προβλήματα υγείας, τα κλάματα και την αγωνία της οικογένειάς του αλλά και την έντονη προσπάθεια που καταβλήθηκε απ' όλους για να κρατηθεί στη ζωή, όταν είχε φτάσει στο κατώφλι του θανάτου. Κι ήταν περισσότερες από μία φορές.


Διανύαμε ήδη μια εποχή στην οποία οι συνωμοσιολογικές θεωρίες είχαν διαδοθεί ευρύτατα στη χώρα. Σκεφτόμουν υποθετικά και με κάποια πικρία πως αν υπήρχε δυσμενής εξέλιξη στην πορεία της υγείας του, κάτω από τη φριχτή είδηση θα γραφόταν πληθώρα ειρωνικών σχολίων από αρνητές της νόσου, του ορθού λόγου και της πραγματικότητας, μαζί με εμβριθείς αναλύσεις ότι «ο άνθρωπος έπασχε από σοβαρά υποκείμενα νοσήματα, τα οποία θα έπρεπε να θεωρηθούν υπεύθυνα για την κακή έκβαση». Όμως αυτά δεν ήταν παρά μαύρες δικές μου σκέψεις. Ο άνθρωπος έγινε τελείως καλά και σε λίγες ημέρες επέστρεψε στο σπίτι του και στη ζωή του.

 

Βαγγέλης Καϊμακάμης

Πνευμονολόγος – εντατικολόγος // Νοσοκομείο Παπανικολάου

 

Μέσα στην απόλυτη πίεση των ημερών της πανδημίας στη ΜΕΘ, μερικές μικρές καθημερινές στιγμές ξεχώριζαν και μας έκαναν να «αφυπνιζόμαστε» από τη ρουτίνα της σκληρής δουλειάς, της ψυχικής και σωματικής κόπωσης και της αντιμετώπισης του θανάτου.

 

Θυμάμαι ξεκάθαρα τη στιγμή που ένας νεαρός ασθενής, που είχε μείνει νοσηλευόμενος στη μονάδα μας δύο εβδομάδες, είχε αποσωληνωθεί και ήταν έτοιμος να μεταφερθεί στην πνευμονολογική κλινική. Ήταν η πρώτη μέρα που μπορούσε να μας μιλήσει και να ακούσουμε τη φωνή του, να επικοινωνήσουμε και λεκτικά και να μοιραστεί μαζί μας τις σκέψεις και τις φοβίες του.

 

Μέχρι εκείνη τη στιγμή και για πάρα πολλές μέρες ο άνθρωπος αυτός ήταν ένα «βαρύ περιστατικό» με χαμηλό δείκτη οξυγόνωσης, βαρύ σύνδρομο αναπνευστικής δυσχέρειας και η οντότητά του στο μυαλό μας περιγραφόταν από μια σειρά αριθμών: τις συγκεντρώσεις οξυγόνου και διοξειδίου του άνθρακα, την καρδιακή συχνότητα, τις τιμές της αναπνευστικής λειτουργίας, τις ρυθμίσεις του αναπνευστήρα και τόσα άλλα νούμερα.


Από κείνη τη μέρα, όμως, ήταν πια ένας συνάνθρωπος με συγκεκριμένες επιθυμίες, προσωπικότητα, συναισθηματικές μεταπτώσεις και φωνή, ναι, μια φωνή που μπορούσαμε να την ακούσουμε. Η συγκίνησή μας ήταν τεράστια όταν από τις πρώτες λέξεις που άρθρωσε ήταν ένα ειλικρινές «ευχαριστώ» προς εμάς. Συγκλονιστήκαμε όταν τον είδαμε να κλαίει γοερά μόλις του ανακοινώσαμε πόσες μέρες ήταν διασωληνωμένος και ζήτησε, αν γινόταν, να μιλήσει στη γυναίκα του και στα ανήλικα παιδάκια του.

 

Για 3-5 λεπτά, που μας φάνηκαν αιώνας, η πάλη ανάμεσα στην ύπαρξη και στον θάνατο ήταν απόλυτα αμφίρροπη, μέχρι που κάποια στιγμή είδαμε ανακουφισμένοι να επανέρχεται η καρδιακή λειτουργία και να ομαλοποιούνται σταδιακά οι ζωτικές λειτουργίες.


Από την άλλη, δεν μπορώ να μην αναφέρω τις έντονες στιγμές που ζούμε κάθε φορά που καλούμε τηλεφωνικά τους συγγενείς των ασθενών μας για την καθημερινή ενημέρωση σχετικά με την πορεία της υγείας των δικών τους. Η αγωνία στην τρεμάμενη φωνή τους όταν απαντούν στο τηλέφωνο και η παγωμάρα που θαρρείς ξεχειλίζει από το ακουστικό μέχρι να συνειδητοποιήσουν αν τα νέα που θα ακούσουν είναι καλά ή άσχημα ή ακόμα χειρότερα, αν θα είναι η γνωστοποίηση του τέλους του δικού τους ανθρώπου, όλα αυτά χαρακώνουν την ψυχή μας, ενώ προσπαθούμε να συμπαρασταθούμε στον πόνο τους και να τους βεβαιώσουμε πως κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να βοηθήσουμε τον πατέρα, τη μητέρα, το σύζυγο ή το παιδί τους...


Τελευταία σκηνή του δράματος, μια περίπτωση ασθενούς που ήρθε σ' εμάς σε εξαιρετικά βαριά κατάσταση, με πολύ χαμηλό οξυγόνο στο αίμα του, παρά τη διασωλήνωση και τη μέγιστη αναπνευστική υποστήριξη, και που λίγο μετά την άφιξη στη ΜΕΘ υπέστη καρδιακή ανακοπή. Αμέσως η ομάδα των γιατρών και νοσηλευτών που βρισκόμασταν στον χώρο ενεργοποιήσαμε το πρωτόκολλο καρδιοπνευμονικής ανάνηψης και μέσα σε ελάχιστα λεπτά έβλεπες 4-5 ανθρώπους να εκτελούν μια παράξενη χορογραφία ενεργειών, προσπαθώντας να επαναφέρουν τον συνάνθρωπο στη ζωή.

 

Για 3-5 λεπτά, που μας φάνηκαν αιώνας, η πάλη ανάμεσα στην ύπαρξη και στον θάνατο ήταν απόλυτα αμφίρροπη, μέχρι που κάποια στιγμή είδαμε ανακουφισμένοι να επανέρχεται η καρδιακή λειτουργία και να ομαλοποιούνται σταδιακά οι ζωτικές λειτουργίες. Μέσα από τις θολωμένες από τον ιδρώτα και τη θέρμη προστατευτικές προσωπίδες των συναδέλφων μπόρεσα να διακρίνω κουρασμένα χαμόγελα ικανοποίησης, που ήταν από τα πιο ουσιαστικά και γλυκά χαμόγελα που έχω δει ποτέ μου.