Τον Ιούλιο του 1997, ένα μεσημέρι λίγο μετά τις τρεις, η πυροσβεστική υπηρεσία έλαβε τηλεφώνημα για πυρκαγιά στο δάσος του Σέιχ Σου στη Θεσσαλονίκη, η οποία έμελλε να κάψει το 56% της έκτασής του. Τότε, με άρθρο του, ο καθηγητής Οικοσυστημάτων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Νίκος Μάργαρης, εξηγώντας τι έπρεπε να έχει γίνει, υποστήριξε: «Τον χειμώνα, μετά από βροχή και με δυνατό κρύο, έπρεπε να πάμε και να βάλουμε προγραμματισμένη φωτιά. Με αυτήν καίγονται μόνο οι πευκοβελόνες του εδάφους, ενώ τα πεύκα μένουν ανέπαφα. Το καλοκαίρι οι αμελείς ή οι κακοήθεις μπορούν να βάλουν πανεύκολα φωτιά στις πευκοβελόνες με ένα σπίρτο, αυτό όμως δεν μπορούν να το κάνουν σε ένα πεύκο».


Συνέχισε εκφράζοντας την άποψη ότι οι αναδασώσεις είναι αχρείαστες, σημειώνοντας: «Φυσικά και δεν χρειάζονται. Όλα τα φυτά της χώρας μας έχουν προσαρμογές για να επανέλθουν μετά τη φωτιά και διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες: στην πρώτη ανήκουν όλα εκείνα τα φυτά που επανέρχονται με τη διαδικασία φύτρωσης των σπερμάτων τους. Στη δεύτερη ανήκουν όλα εκείνα που, μολονότι το υπέργειο μέρος τους καίγεται, οι ρίζες τους παραμένουν ανέπαφες. Έτσι, επανέρχονται με παραβλαστήματα. Τα πεύκα επανέρχονται μόνο με ενεργοποίηση της φύτρωσης των σπόρων τους. Οι κουκουναριές με τα σπέρματα δεν ανοίγουν, αν δεν καούν».

 

Η Ελλάδα είναι μια χώρα που καλύπτεται από δασικές εκτάσεις με ποικιλία ευαίσθητων οικοσυστημάτων, τα οποία, σε συνδυασμό με κλιματολογικές συνθήκες όπως οι υψηλές θερμοκρασίες και οι ισχυροί άνεμοι που επικρατούν τους θερινούς μήνες, οδηγούν στη δημιουργία ενός πυριγενούς περιβάλλοντος.


Στη συνέχεια, ανέφερε το παράδειγμα του Αγίου Όρους, όπου, μετά τη φωτιά που είχε ξεσπάσει, έγινε αναγέννηση και αποκατάσταση του δάσους χωρίς αναδάσωση. «Εκεί, ευτυχώς, η ιερή κοινότητα δεν έδωσε την "ευλογία" της στους καιροσκόπους καθηγητές που ήθελαν να την αναδασώσουν. Πρότειναν μάλιστα, αν ήταν δυνατόν, να φέρουν στον ιερό και ανεπανάληπτο χώρο του Αγίου Όρους γιγαντιαίες σεκόγιες από την Αμερική. Σήμερα το καμένο δάσος του Αγίου Όρους έχει φτάσει να είναι καλύτερο απ' ό,τι παλιά, από μόνο του. Τούτο, βέβαια, επειδή εκεί δεν έχουν γιδοπρόβατα και μαντριά» έγραφε.


Μάλιστα, κατά τον κ. Μάργαρη, η απουσία βόσκησης έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο: «Με τους καπνούς της φωτιάς χάνεται περίπου το 95% του αζώτου που υπάρχει στα υπέργεια μέρη των φυτών. Το άζωτο είναι απαραίτητο για τη ζωή ως κύριο συστατικό των πρωτεϊνών και των ενζύμων. Μία από τις βασικές προσαρμογές των φυτών μας αφορά την επανάκαμψη του αζώτου στην καμένη περιοχή. Έτσι, την πρώτη χρονιά μετά τη φωτιά γίνεται ενεργοποίηση της φύτρωσης των σπερμάτων ψυχανθών φυτών που υπάρχουν στην τράπεζα σπερμάτων του εδάφους. Τα ψυχανθή, όπως το άγριο τριφύλλι, έχουν στις ρίζες τους αποικίες μικροοργανισμών με τους οποίους δεσμεύουν το άζωτο από την ατμόσφαιρα. Με τον τρόπο αυτόν επαναφέρουν στο έδαφος το άζωτο που χάθηκε με τους καπνούς της φωτιάς. Τα ψυχανθή, όμως, είναι και άριστη κτηνοτροφή και οι βοσκοί αυτό το γνωρίζουν. Τα γιδοπρόβατα τρώνε τα ψυχανθή, οπότε η επαναφορά του αζώτου σταματά και αρχίζει η υποβάθμιση».


Όσον αφορά τις βασικές αιτίες των πυρκαγιών στα ελληνικά δάση, είχε επισημάνει τη συνεχή συσσώρευση ξύλων, δηλαδή καύσιμης ύλης, εφόσον με περισσότερα «καύσιμα» η ένταση της φωτιάς είναι ισχυρότερη, η δυνατότητα ελέγχου μικρότερη και οι καταστροφές ανυπολόγιστες. Επίσης, τις αναρίθμητες χωματερές, τους σκουπιδότοπους που υπάρχουν σχεδόν παντού και που με τις «αυταναφλέξεις» εξελίσσονται σε πραγματική μάστιγα, καθώς και την κινητικότητα του σημερινού ανθρώπου, που είναι σημαντικά μεγαλύτερη απ' ό,τι στο παρελθόν.

 

Η ανάγκη για αναδάσωση είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται μόνο αν η φυσική αναγέννηση του δάσους είναι αδύνατη ή δεν δίνει ικανοποιητικά αποτελέσματα.
Η ανάγκη για αναδάσωση είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται μόνο αν η φυσική αναγέννηση του δάσους είναι αδύνατη ή δεν δίνει ικανοποιητικά αποτελέσματα.


Κατέληγε ως εξής: «Κάθε καλοκαίρι ακούμε διαμαρτυρίες, εξαγγελίες και προτάσεις. Η συντριπτική πλειονότητα αναφέρεται στις ευθύνες του κράτους λες και πρόκειται για κάποιον οργανισμό ξένο προς τους πολίτες που το συνιστούν. Τι γίνεται, όμως, τον χειμώνα; Πόσοι βουλευτές, δήμαρχοι, κοινοτάρχες και πολίτες όχι μόνο συζητούν και προτείνουν αλλά και εφαρμόζουν μέτρα για την πρόληψη των πυρκαγιών και ενδιαφέρονται ουσιαστικά για την αποκατάσταση των καμένων περιοχών; Πόσοι από εκείνους που προτείνουν αναδασώσεις και άλλα ηχηρά παρόμοια κάθε καλοκαίρι έχουν επισκεφθεί, έστω από περιέργεια, μια καμένη περιοχή τον χειμώνα;»

 

Φέτος, το πρόβλημα των πυρκαγιών αποτέλεσε πάλι το κυριότερο θέμα της επικαιρότητας κατά τους θερινούς μήνες και μεταξύ των κειμένων που μοιράστηκαν περισσότερο ήταν εκείνα του καθηγητή Νίκου Μάργαρη, όπου, μεταξύ άλλων, υπογράμμιζε πως «οι φωτιές στα δάση είναι φυσιολογικά φαινόμενα».


Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στατιστικά στοιχεία, οι πυρκαγιές το 2019 ξεπέρασαν τις 8.000 ‒ περίπου τις 600 έφτασαν μόνο το πρώτο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου, δηλαδή έχουν υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με πέρσι. Ωστόσο, όλοι συμφωνούν ως προς τις αιτίες της αύξησης των πυρκαγιών τα τελευταία χρόνια και επικεντρώνονται στις μεταβολές στη χρήση της γης, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την αυξημένη συγκέντρωση καύσιμης ύλης και αντιστοίχως αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιάς, καθώς και στην κλιματική αλλαγή, η οποία συμβάλλει στην αύξηση της μέσης θερμοκρασίας σε παγκόσμιο επίπεδο.


Κατά πόσο ισχύουν, όμως, οι απόψεις του Νίκου Μάργαρη περί πυρκαγιών; «Οι δασικές πυρκαγιές στη χώρα μας δεν είναι και τόσο φυσιολογικά φαινόμενα, αφού το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό τους είναι ανθρωπογενούς προέλευσης. Τελευταία, εμπλέκουμε και την κλιματική αλλαγή ως κύρια αιτία, μολονότι η αλλαγή των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών που συντελέστηκε απότομα τις τελευταίες δεκαετίες στην ελληνική ύπαιθρο φέρει τη μεγαλύτερη ευθύνη» λέει στη LiFO ο καθηγητής και πρόεδρος Τμήματος Δασολογίας & Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου, Θεοχάρης Ζάγκας, και συμπληρώνει σε ό,τι αφορά τις απόψεις του αείμνηστου καθηγητή Νίκου Μάργαρη πως «η αλήθεια βρίσκεται περίπου στη μέση».

 

Όσον αφορά τις βασικές αιτίες των πυρκαγιών στα ελληνικά δάση, είχε επισημάνει τη συνεχή συσσώρευση ξύλων, δηλαδή καύσιμης ύλης, εφόσον με περισσότερα «καύσιμα» η ένταση της φωτιάς είναι ισχυρότερη, η δυνατότητα ελέγχου μικρότερη και οι καταστροφές ανυπολόγιστες.
Όσον αφορά τις βασικές αιτίες των πυρκαγιών στα ελληνικά δάση, είχε επισημάνει τη συνεχή συσσώρευση ξύλων, δηλαδή καύσιμης ύλης, εφόσον με περισσότερα «καύσιμα» η ένταση της φωτιάς είναι ισχυρότερη, η δυνατότητα ελέγχου μικρότερη και οι καταστροφές ανυπολόγιστες.


Ειδικότερα ο κ. Ζάγκας επισημαίνει: «Ως προς τον αφορισμό του Νίκου Μάργαρη ότι η αναδάσωση είναι η καταστροφή των φυσικών οικοσυστημάτων, δεν ευσταθεί και ισχύει τόσο για τις φιέστες που περιγράφει όσο και για την περίπτωση των μονοκαλλιεργειών κωνοφόρων και πολύ περισσότερο όταν γίνεται λάθος επιλογή δασοπονικών ειδών. Στον κλάδο της Δασολογίας υπάρχει το θεμελιώδες αξίωμα: "Μιμηθείτε τη φύση, επιταχύνετε το έργο της". Εάν το εφαρμόσουμε σωστά, αναλύοντας το κάθε οικοσύστημα και αντιμετωπίζοντάς το διαφορετικά, με βάση τη βιοποικιλότητά του, την οικολογική του σταθερότητα και τις εγειρόμενες από την κοινωνία απαιτήσεις ως προς την πολυλειτουργικότητά του, τότε και οι αναδασώσεις μπορούν να αποδειχτούν ένα χρήσιμο εργαλείο».


Η Ελλάδα είναι μια χώρα που καλύπτεται από δασικές εκτάσεις με ποικιλία ευαίσθητων οικοσυστημάτων, τα οποία, σε συνδυασμό με κλιματολογικές συνθήκες όπως οι υψηλές θερμοκρασίες και οι ισχυροί άνεμοι που επικρατούν τους θερινούς μήνες, οδηγούν στη δημιουργία ενός πυριγενούς περιβάλλοντος. Ουσιαστικά, δηλαδή, οι εναλλασσόμενες συνθήκες που χαρακτηρίζουν το μεσογειακό κλίμα προκαλούν αποξήρανση της βλάστησης, καθιστώντας την ιδιαίτερα εύφλεκτη σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού.


Εξαιτίας της επανειλημμένης δράσης της φωτιάς, στην πορεία της εξέλιξής τους τα φυτικά είδη των μεσογειακών οικοσυστημάτων έχουν αναπτύξει κάποιου είδους «αντισώματα», εξασφαλίζοντας τη διαχρονική τους παρουσία με δύο βασικούς μηχανισμούς απόκρισης: είτε με τη βλαστητική αναγέννηση του ίδιου καμένου ατόμου είτε με την εγκατάσταση νέων ατόμων μετά τη φύτρωση σπερμάτων.


Ωστόσο, η ανάγκη για αναδάσωση είναι ένα μέτρο που λαμβάνεται μόνο αν η φυσική αναγέννηση του δάσους είναι αδύνατη ή δεν δίνει ικανοποιητικά αποτελέσματα. Οπότε, πού μας βοηθά η αναδάσωση; «Με την αναδάσωση μιας περιοχής δεν τελειώνουμε αλλά αρχίζουμε ένα σημαντικό και μακροχρόνιο έργο. Η ειδικότητα της Δασοκομίας, εφαρμόζοντας τα κατάλληλα, κατά στάδιο ηλικιακής εξέλιξης των δασοσυστάδων, δασοκομικά μέτρα, όπως οι αραιώσεις, η επιλογή και η ανατροφή, θα παραδώσει στις μελλοντικές γενιές ένα δάσος ανάλογο με αυτά που δημιούργησε η φύση. Επίσης, τα προερχόμενα από αναδασώσεις τεχνητά δάση ναι μεν χαρακτηρίζονται από ένα σχετικά πρώιμο γήρας αλλά αναγεννώνται κι αυτά, όπως και τα φυσικά δάση, με την εφαρμογή των κατάλληλων δασοκομικών μέτρων στο πλαίσιο της "ενεργούς μεθόδου αναγέννησης" των δασών. Εξάλλου, η αναγέννηση ενός δάσους δεν είναι αυτοσκοπός αλλά το μέσο ανανέωσής του, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, δηλαδή όταν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του» καταλήγει ο κ. Ζάγκας.

 

Η αναγέννηση ενός δάσους δεν είναι αυτοσκοπός αλλά το μέσο ανανέωσής του, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, δηλαδή όταν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του.
Η αναγέννηση ενός δάσους δεν είναι αυτοσκοπός αλλά το μέσο ανανέωσής του, όταν έρθει το πλήρωμα του χρόνου, δηλαδή όταν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του.


Πώς μπορούν, πλέον, να αντιμετωπιστούν οι δασικές καταστροφές; Σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι γεγονός ότι παρατηρείται μια τάση προς μεγαλύτερες περιόδους πυρκαγιών σε σύγκριση με προηγούμενα έτη κι αυτό ήδη κρίνεται ως ανησυχητική εξέλιξη. Από τα στατιστικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι οι περισσότερες δασικές πυρκαγιές προκαλούνται από ανθρώπινη δραστηριότητα. Επομένως, όπως τονίζεται στην έκθεση της Ε.Ε., οι μη βιώσιμες πρακτικές διαχείρισης των δασών, η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων, η εγκατάλειψη της περιφέρειας, η ερημοποίηση των αγρών, η αστικοποίηση, καθώς και η φύτευση πολύ εύφλεκτων δασικών ειδών διευκολύνουν την εκδήλωση πυρκαγιών και ευνοούν την εξάπλωσή τους.


Άρα, η πρόληψη είναι καίριας σημασίας για την αντιμετώπιση των δασικών πυρκαγιών. Κατάλληλες πρακτικές διαχείρισης των δασών και χρήσης της γης μπορούν να μειώσουν τον κίνδυνο πυρκαγιάς και να βελτιώσουν την ανθεκτικότητα των δασών στις πυρκαγιές. Συγκεκριμένα, η έκθεση σημειώνει ότι η ευαισθητοποίηση και η κατάρτιση των τοπικών κοινοτήτων, όπως και των υπεύθυνων για τη χάραξη πολιτικής και των ενδιαφερόμενων μερών θα αυξήσουν την ετοιμότητά τους. Επιπρόσθετα, η πολιτική αντιμετώπισης των σφοδρών πυρκαγιών διακρίνεται από έναν μακροπρόθεσμο ορίζοντα, με αποτέλεσμα να χρειάζεται να δοθεί περισσότερο βάρος στην πρόληψη και στην ετοιμότητα των ακραίων περιστατικών, για παράδειγμα με τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων όπως τα drones αλλά και καινοτόμων εφαρμογών που μέσω της χαρτογράφησης και της ψηφιακής ειδοποίησης θα ενισχύουν τον εντοπισμό εστιών και την άμεση κινητοποίηση. Άλλωστε, δεν ήταν τυχαία η πρόβλεψη του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Δασών που διεμήνυσε πως αν δεν επέμβουν οι κυβερνήσεις των χωρών αποτελεσματικά, τότε δεν θα μπορέσει κανείς να εμποδίσει τις «πυρκαγιές 6ης γενιάς».


Γι' αυτό και, όπως αναφέρει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη-μέλη και τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. θα πρέπει να συνεχίσουν να συνεργάζονται στενά για την παροχή κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τον τρόπο δράσης σε περίπτωση δασικών πυρκαγιών.