Κάτσε λιγάκι ντε να σου δείξουμε τα κόλπα στο βυθό.

 

 


 

 

 

'Ηταν μια εποχή που μπαινοβγαίναμε σε Πένθιμα Συστήματα. Μπόλικοι άνθρωποι που πηγαίναμε σινεμά και βλέπαμε ό,τι θέλαμε να δούμε. Τότε μέναμε στην Κέρκυρα και νομίζαμε ότι όποιος διαβάζει Μήτσορα δεν θα πάθει ούτε γρίπη. Η Μαρία Μήτσορα ήταν η Θεά Εστία μας. Πολλοί ευγενικοί 'Αγνωστοι με εκτυφλωτικό κουντεπιέ υποχρεώθηκαν να την προσκυνήσουν- από διψασμένους που μας χτύπησαν νύχτα το κουδούνι, μέχρι αγνά ντελίβερυ μπόιζ. 'Ολοι έπρεπε να διαβάσουν απνευστί δέκα σελίδες της Μαρίας και μετά να μπουν στο χωλ. Όλα ήταν πολύ αθώα τότε - μόνο σεξ, επανάσταση και μόρφωση. Τίποτε άλλο.


Κάποια στιγμή μου κληρώθηκε να την πάρω τηλέφωνο. Μ' έναν μαγικό τρόπο βρέθηκε ο σωστός αριθμός. Της τηλεφωνούσα από ένα περίπτερο έξω από το Ταχυδρομείο. Νομίζω πως της ζητούσα ερωτικές συμβουλές για να κάνω για πάντα δικό μου τον πιο ωραίο γιό ενός φούρναρη. Με άκουγε με ευγένεια και υπομονή.

 

Αιώνες μετά σκορπίσαμε κι εμείς και τα Συστήματά μας. Τα βιβλία της σώθηκαν από μετακομίσεις, χωρισμούς, μαχαίρια στην καρδιά. Λαδωμένα και ματωμένα, αλλά ζωντανά. Και σήμερα που γιορτάζουν αυτοί που κάποτε τους λέγανε Κώστα ξύπνησα πρωί και ξαναέκλαψα με την Πρώτη μέρα έξω της. Ιδίως στο σημείο που οι Αλέκοι ζητούσανε να τους δώσουνε να φάνε συκώτια και μυαλά φρέσκα.

 

 

 

Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ ΕΞΩ

Στον Πάνο Κουτρουμπούση

 

Κάποτε με λέγανε Κώστα και πήγαινα συνέχεια σινεμά. Πήγα πάλι στο 20.000 Λεύγες Υπό την Θάλασσα. Εκείνο το βράδυ που κάτι άλλαξε το σινεμά το λέγανε Καλό Σύμβουλο, στρογγυλό και βαθύ σαν πηγάδι. Η οθόνη τεντωμένη στον πάτο, έσκυβαν όλοι από τις πράσινες πολυθρόνες τους για να βλέπουνε το έργο στον βυθό. Όταν έγραψε The End όλοι μαζί κλαίγανε και χτυπούσανε τα πόδια τους ότι θέλουνε κι άλλο αλλιώς κι αυτό θα πήγαινε χαμένο. Εγώ όμως, κάτι μ' έπιασε. Σηκώθηκα κι ανέβηκα έξω. 'Εψαξα στο δρόμο αυτό που τότε το λέγαμε χελωνότριχα την άκρη δηλαδή μιας κλωστής που άφηνε ο άνθρωπος πίσω του με το σημάδι του για να μπορεί να γυρίζει σιγά-σιγά στο σπίτι του το βράδυ. Δεν την έβρισκα. Έτσι άρχισα το περπάτημα στην τύχη. Πολύς δρόμος. Πολύ βρεμμένος. Λίγο πιο κάτω πούχε λιγότερα νερά είδα μεγάλες βρεμμένες πατημασιές. Τις ακολούθησα κι έφτασα στην πόρτα του σπιτιού μου. Μπήκα μέσα και τι να δω! Από την πολυθρόνα μου έσταζε ο Κάπτεν Νέμο. ''Γειά σου Κώστα'' μου είπε και γελούσε θυμωμένα. ''Πάλι σαχλαμαρίτσες πας κι έρχεσαι 20.000 λεύγες υπό την θάλασσα. Κάτσε λιγάκι ντε να σου δείξουμε τα κόλπα στο βυθό''. "Χαίρετε'' του είπα ''αλλά ξέρετε δεν είμαι ο Κώστας'' . 'Εφυγε πολύ συγχισμένος απ' αυτή τη δύσκολη θέση. Εγώ έμεινα και τα νερά στεγνώνανε. Σε λίγη ώρα δε με λέγανε Κώστα. Το σπίτι γινόταν ξένο σπίτι. 'Ανοιξα το παράθυρο και πήδηξα τρέχοντας από στέγη σε στέγη. 'Υστερα από 20.000 μέρες που με είχανε βάλει κάτω με πείσανε πως από τώρα θα μένει εδώ μια Μαρία.


Σηκώθηκα και βγήκα πρώτη μέρα τόσο έξω, περπάτησα πρώτα πάνω-κάτω, ύστερα περπάτησα πιό μακριά και μπήκα σε κάτι που το λένε μαγαζί. Εκεί άρχισα ν'αγοράζω μια σούστα. Την αγόραζα όμως σιγά σιγά γιατί καθυστερώντας μέσα στο δοκιμαστήριο άκουγα έναν κύριο να λέει στην κοπέλα, ''Τότε που ήτανε το Φάληρο εξοχικός τόπος Ωραίων με λιγοστές γυάλινες και μαρμάρινες επαύλεις υπήρχε εκεί κοντά ένα χαμηλό σπίτι χτισμένο με κόκκινα τούβλα και λάσπη, είχε όμως μεγάλο κήπο με χρυσά κάγκελα που φτιάχνανε θόλο, όλο πυκνά σκεπασμένο με φύλλα και με κομμάτια σύννεφα. Κι αυτοί που περνάγανε τραγουδώντας καβάλλα στα άλογά τους ή τρώγανε σάντουιτς με σύκα και καρύδια, σταματούσανε και μένανε άφωνοι από κάτι ανήκουστες φωνές. 'Ητανε οι Αλέκοι που λέγανε ο ένας στον άλλο την ωραιότερη έκφραση του κόσμου. Σιγά-σιγά όμως έφτανε μέχρι τη θάλασσα το κακό που είχε αρχίσει στους πρόποδες του Υμηττού και της Πεντέλης. Αδειάζανε τα ωραία σπίτια, γέμιζε ο τόπος σκνήπες, τυφλόμυγες και γαύγιστους. Κι όσοι τρέχανε από δίπλα και κυνηγιόντουσαν για να πάρουνε πίσω τα πορτοφόλια τους ακούγανε φοβερές κουβέντες από τον κήπο του Αλεκοτροφείου, μερικοί μάλιστα λέγανε πόσο πολύ είχανε τρομάξει γιατί όλοι μαζί οι Αλέκοι βαστούσανε και τραντάζανε τα κάγκελα και ζητούσανε να τους δώσουνε να φάνε συκώτια και μυαλά φρέσκα. Το βράδυ της πυρκαγιάς του Φλοίσβου, τι έγινε; σπάσανε την πόρτα, την άνοιξε απέξω κάποιο χέρι; Τρέξανε πάντως οι Αλέκοι φουλαριστοί μέχρι τη θάλασσα κι άλλους τους ρούφηξε το νερό κι άλλους η φωτιά. Να πώς έγινε και χάθηκε για πάντα από τη γλώσσα των ανθρώπων κάτι που κανείς δεν μπορεί να πει πιά.''


Έξω, στο φως που είχε αλλάξει μου φάνηκε πως κάτι ξανάβλεπα κι έβγαινα χωρίς να είμαι κοιμισμένη σ' ένα όνειρο που κάποιος Κώστας είχε δει αρκετές φορές στον ύπνο του... Στις αρχές του 1967 – όταν το υδραυλικό ρολόι υπήρχε ακόμα στην κορυφή του Λυκαβητού είχα βρει μια καλή δουλειά κι έκανα θελήματα σ' έναν τάφο. Ένα απογευματάκι όμως φορτωμένη τρισήμιση κιλά παστέλι παίρνει το μάτι μου ένα μεγάλο πένθιμο σύστημα στον παραδιπλανό τάφο. Στρίβω να φύγω κι από έναν τρίτο εκεί μόλις πέφτει πάνω μου το τηλεσιχαμένο μάτι του μπαίνει σ'ενέργεια ένα μεγάλο πράσινο σύνθημα κι αρχίζουν οι ασυναρτησίες :


Χρυσάνθεμα όλοι
Την ώρα υάκινθος
Τράπουλες Ιωνίας

 

Έφευγα τρέχοντας από την κατάθλιψη κι έχασα τη θέση μου, κράτησα όμως τις αισθήσεις μου και τους την έφερνα γιατί καθώς κατρακυλούσα και σχιζότανε το πόδι μου γύριζα και φώναζα, Ε! Γύφτικο Σκεπάρνι τι κάνεις έτσι για τη θέα; Αυτή η πλαγιά είναι τσόχινη, φυτρώνουνε κάτι χαρτοπαίχτες! αστράφτουνε τα μανικέτια τους. Ψηλά τα χέρια τόχασες το παιχνίδι.

 

 


...........................................................................

 

Λίγη μέρα παρακάτω δυο γάτες πίνουνε νερό σε μια πηγή στην άσφαλτο κι ύστερα μπαίνουν σε μια τρύπα – δική τους υπόγεια απόφαση. Την πρώτη μέρα έξω εγώ δεν έμπαινα πουθενά. Δεν καθόμουνα να με τυλίξει καμμιά θερμοκρασία, ούτε απ'αυτές που ήμουνα ή που αν ήμουνα μετά. Δεν έμπαινα σε χρόνους,ούτε σε φράσεις- έτρεχα μόνο αντίθετα σ'έναν αέρα πηχτό με τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου.


Υπήρχε μια μέρα έξω που δεν έμπαινα πουθενά. Ούτε σε κλινική ούτε σε φυλακή δεν έμπαινα γιατί μόλις είχα βγει έξω από ένα Πένθιμο Σύστημα.

 

Μαρία Μήτσορα,
'Αννα να ένα άλλο,Άκμων 1978