Υπάρχουν πολλές χαμένες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Όχι μόνον από τις δεκαετίες του '20 και του '30, αλλά ακόμη και από 'κείνες του '60 και του '70. Ταινίες που ετοιμάστηκαν και προβλήθηκαν κανονικά, ή ταινίες που ήταν έτοιμες ή σχεδόν έτοιμες και που προβλήθηκαν δοκιμαστικά ή με παρουσία κοινού, για να εξαφανιστούν αμέσως μετά ή έπειτα από λίγα χρόνια.

 

Βεβαίως, όλο και βρίσκονται κάποιες παλιές ταινίες, από αρνητικά φιλμ ή πεπαλαιωμένες κόπιες, και αποκαθίστανται με την βοήθεια και της ψηφιακής τεχνολογίας από την Ταινιοθήκη της Ελλάδος, όμως είναι σχεδόν σίγουρο πως για ορισμένες αυτό δεν θα συμβεί ποτέ.

 

Και αν οι ταινίες είναι μέτριες ή ασήμαντες μπορεί το κακό να είναι μικρό (παρότι και οι ασήμαντες ταινίες έχει νόημα να υπάρχουν), αν όμως ανάμεσα σ' αυτές τις ταινίες υπάρχουν και κάποιοι θρυλικοί τίτλοι, που τους ζώνει ο μύθος, τότε το πράγμα αλλάζει. Η απώλεια τότε, εννοούμε, είναι άξια λόγου και ευρύτερης σημασίας. Για να δώσουμε ένα-δυο παραδείγματα.

 

Η ταινία, αν και γυρίστηκε όπως είπαμε στο μεγαλύτερο μέρος της, τελικά δεν ολοκληρώθηκε για δύο, βασικά, λόγους. Ο πρώτος, γιατί δεν βρέθηκαν χρηματοδότες και ο δεύτερος, γιατί σημαδεύτηκε από ένα απρόσμενο και δραματικό γεγονός. Μια τρίκυκλη μοτοσυκλέτα, που την χρησιμοποιούσε το συνεργείο για τις ανάγκες της ταινίας, ντεραπάρισε, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί η μικρή κόρη του οδηγού που συνεπέβαινε.

 

Το ότι θεωρείται χαμένη η πρώτη ταινία που είχε ως βασικό πρωταγωνιστή τον Κώστα Γκουσγκούνη, το Χωρίς Ιδανικά (1965) του Χρυσόστομου Λιάμπου, μπορεί να μην αποτελεί μέγιστη απώλεια για την εθνική μας κινηματογραφία (αν και ξέρω κάποιους που θα έδιναν πολλά λεφτά, για ίδιαν χρήση μιας κόπιας), όμως το ότι δεν υπάρχει πουθενά η ταινία του Κώστα Δρίτσα Ο Καπετάν Σοροκάδας από το 1953, μας στερεί να δούμε στο φιλμ το τι συνέβαινε στην περίφημη Παράγκα του Σίμου, στου Ψυρρή, εκείνη την εποχή – καθώς στην ταινία πρωταγωνιστούσε και ο Σίμος «ο αρχηγός των ελλήνων υπαρξιστών με την πολυθρύλητη Ιπτάμενη Παράγκα» του, όπως διαβάζουμε σε καταχωρήσεις της εποχής.

 

Μια τέτοια λοιπόν ταινία, ιδιαίτερης σημασίας, είναι και η Μικρή Παρέλαση του Τέου Σαλαπασίδη.

 

Για τον Τέο Σαλαπασίδη (1924-1983), μια ηρωική μορφή των ελληνικών γραμμάτων (συγγραφέας, ποιητής, σκηνοθέτης και άλλα πολλά), που έζησε μόλις 59 χρόνια, είχα διαβάσει για πρώτη φορά στο βιβλίο τού Λεωνίδα Χρηστάκη Η Δυστυχία του Να Είσαι Μαλάκας [Κάκτος, 1984]. Εκεί υπήρχαν ορισμένες αναφορές του Χρηστάκη στον Σαλαπασίδη, καθώς αμφότεροι ήταν μέλη της παρέας του καφέ Brazilian στην Βουκουρεστίου (Κώστας Ταχτσής Η Συμφωνία του Μπραζίλιανκ.λπ.). Γράφει ο Χρηστάκης:

 

«Τρία χρόνια μετά, το '56, ο Τέος Σαλαπασίδης, συγγραφέας, σκηνοθέτης και ποιητής ήρθε ένα πρωί στο Brazilian, παρήγγειλε ένα διπλό καπουτσίνο και ρώτησε αν είναι αυτός ο Κατσίμπαλης (σ.σ. σημαίνων μελετητής, κριτικός κ.ά.), κι όταν κολακευμένος του είπε ο Κατσίμπαλης ναι, του έριξε το διπλό καπουτσίνο καυτό στο κεφάλι του και του είπε: "Για το κακό που έχεις κάνει στην ελληνική λογοτεχνία"».

 

Και πιο κάτω σε σχέση με το περίφημο Πατάρι του Λουμίδη (στη Σταδίου):

 

«(...) και για πολλά χρόνια ο Τέος Σαλαπασίδης (ήταν εκεί), μια ιδιόμορφη φυσιογνωμία, που δεν άντεξαν τα νεύρα του και που επιχείρησε να γυρίσει ένα φιλμ με τίτλο Μικρή Παρέλαση με διευθυντή παραγωγής τον Μιχάλη Κατσαρό, αλλά έμειναν από χρήματα και έμεινε... ατελείωτο. Πάντως, ο Τέος είχε την γενική εκτίμηση όλων και ακόμα και τώρα είναι σχεδόν... μυθικό πρόσωπο, σαν ένας απ' τους πιο αντιπροσωπευτικούς τύπους και χαρακτήρες της μεταπολεμικής εποχής, που, όμως δυστυχώς δεν άντεξε...».

 

Σ' αυτά τα δύο αποσπάσματα ο Χρηστάκης εντοπίζει κάποια από τα χαρακτηριστικά του Σαλαπασίδη, ενώ ακόμη πιο περιεκτικός είναι σε μια μεταγενέστερη αναφορά του, στο βιβλίο του Η Γενιά των Μπητ και ο Πρώην Πητ [Τυφλόμυγα, 2011]:

 

«Δεν είμαστε παραπάνω από τέσσερις οι άνθρωποι που αναφερόμαστε συχνά στον ποιητή και σκηνοθέτη Τέο Σαλαπασίδη. Ο ένας είναι ο υποφαινόμενος, ο άλλος ο Θωμάς Γκόρπας, ο τρίτος είναι ο Πητ Κουτρουμπούσης και ο τέταρτος τα τελευταία χρόνια ο συγγραφέας Κώστας Βούλγαρης. Ο Σαλαπασίδης (στη μνήμη του ο Κουτρουμπούσης αφιέρωσε το διήγημά του «Μια βόλτα με ιπτάμενο δίσκο» από το βιβλίο του Η Ταβέρνα του Ζολά, Ιστός, 1997) κατά την άποψή μου ήταν αριστερός μεν, αλλά κι ένας από τους προπομπούς της beat ιδεολογίας, την οποία βίωνε κιόλας. Θεωρώ απαραίτητο να δημοσιεύσω την άποψη του Πητ Κουτρουμπούση για τον Σαλαπασίδη, όπως την διατύπωσε στο περιοδικό Merlin's Music Box στον Αλέξη Καλοφωλιά».

 

Λέει ο Κουτρουμπούσης για τον Σαλαπασίδη, πάντα από το ίδιο βιβλίο:

 

«Το 1958 δημιουργείται ένας πυρήνας (στο πατάρι του Λουμίδη) με τον Τέο Σαλαπασίδη που ήταν πολύ ενδιαφέρων τύπος. Θεσσαλονικιός αριστερός. Λέγεται ότι ήταν να τον πάνε για εκτέλεση στο στρατό και ανέτρεψε το φορτηγό, παίρνοντας το τιμόνι και μετά την κοπάνησε – δεν ξέρω τι ακριβώς έγινε. Ήταν sui generis τύπος, ηφαιστειακός, έπινε πολύ, είχε και νεύρα και τον φοβόντουσαν όλοι οι υπόλοιποι στου Λουμίδη. Ο Τέος ήταν θεατρικός συγγραφέας γύρω στο '58–'59. Αυτός έβγαζε και μια δόση ένα περιοδικό, το Αξιός –δυο τεύχη– είχε ξεκινήσει και μια ταινία που είχε μείνει ημιτελής, ποιος ξέρει ποιος την έχει σήμερα. Μετά γύρισε στο Παρίσι και είχε ιστορίες με την υγεία του όταν γύρισε».

 

Για τον Σαλαπασίδη έλεγε φυσικά τα καλύτερα και ο Θωμάς Γκόρπας στο περίφημο κείμενό του Το Πατάρι (1972), που είναι αφιερωμένο στον Τέο Σαλαπασίδη και που τον περιγράφει ως «τον καλύτερο όλων μας».

 

Τα δύο τεύχη του πολύ καλού περιοδικού Αξιός, που εξέδωσε ο Τέος Σαλαπασίδης, μαζί με τον ποιητή Νίκο Σκουτέρη, στο διάστημα Ιανουάριος-Απρίλιος 1960. Ο Τέος Σαλαπασίδης ήταν φανατικός κινηματογραφόφιλος.
Τα δύο τεύχη του πολύ καλού περιοδικού Αξιός, που εξέδωσε ο Τέος Σαλαπασίδης, μαζί με τον ποιητή Νίκο Σκουτέρη, στο διάστημα Ιανουάριος-Απρίλιος 1960. Ο Τέος Σαλαπασίδης ήταν φανατικός κινηματογραφόφιλος.
Στα τεύχη αυτά ανάμεσα σε πολλά άλλα υπάρχει κείμενο του δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιερ και άρθρα του Γάλλου δημοσιογράφου και κινηματογραφικού συγγραφέα Ζωρζ Σαντούλ για τους σκηνοθέτες Μαρσέλ Καμύ, Αλέν Ρενέ, Κλωντ Σαμπρόλ και Φρανσουά Τρυφώ.
Στα τεύχη αυτά ανάμεσα σε πολλά άλλα υπάρχει κείμενο του δανού σκηνοθέτη Καρλ Ντράγιερ και άρθρα του Γάλλου δημοσιογράφου και κινηματογραφικού συγγραφέα Ζωρζ Σαντούλ για τους σκηνοθέτες Μαρσέλ Καμύ, Αλέν Ρενέ, Κλωντ Σαμπρόλ και Φρανσουά Τρυφώ.

 

Για να επανέλθουμε όμως στα της ταινίας.

 

Για την ύπαρξη της Μικρής Παρέλασης διάβασα, για πρώτη φορά, πριν από πολλά χρόνια, όταν είχε πέσει στα χέρια μου το πρώτο τεύχος του περιοδικού Τέχνης Κούρος (Απρίλιος-Μάιος 1959), που τύπωνε ο Λεωνίδας Χρηστάκης στα τέλη της δεκαετίας του '50. Εκεί υπήρχε μια φωτογραφία, η μοναδική της ταινίας που γνωρίζω, με την εξής λεζάντα:

 

«Μια εικόνα από το ατέλειωτο κινηματογραφικό έργο με σκηνοθέτη τον Τέο Σαλαπασίδη, που σταμάτησε για οικονομικούς λόγους στα 2030 μέτρα φιλμ (σ.σ. περί τα 75 λεπτά), σε κόπια εργασίας και με βασικούς ηθοποιούς από τον δρόμο».

 

Έχει ενδιαφέρον να δούμε τι είχε γράψει για την ταινία τού Σαλαπασίδη ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός, διευθυντής παραγωγής της ταινίας (όπως τον έχρισε πιο πάνω ο Λεωνίδας Χρηστάκης).

 

Στο τεύχος 493 (Φεβρουάριος 2009) του περιοδικού ΔΙΑΒΑΖΩ υπάρχει αφιέρωμα στον Μιχάλη Κατσαρό, το οποίον επιμελούνται ο γιος του (σκηνοθέτης) Στάθης Κατσαρός και ο Γ.Ν. Μπασκόζος. Εκεί μεταφέρεται ένα απόσπασμα της αυτοβιογραφίας τού Μιχάλη Κατσαρού, στο οποίο υπάρχει νύξη και στην ταινία Μικρή Παρέλαση. Ο Μ. Κατσαρός αναφέρεται στον εαυτό του ως «ποιητής Κατσαρός»:

 

«Ο Βαγγέλης Πολυδούρης, αδελφός της ποιήτριας (αυτή του εξέδωσε το «Μεσολόγγι») άρχιζε κάτι άλλο. Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ένας νέος από τη Θεσσαλονίκη που τον πιάνει η ιδέα να γυρίσει ένα φιλμ με τίτλο Μικρή Παρέλαση. Είναι ο ποιητής Τέος Σαλαπασίδης, γνωστός από ένα ποίημα που τιτλοφορεί στα Ελεύθερα Γράμματα "Γράμμα στο Θεό". Πρόκειται για ένα ποίημα που κάνει καταπληκτική εντύπωση σ' όλους τους ποιητές και συζητιέται ίσως πιο πολύ σ' όλα τα στέκια ποιητών στην Αθήνα (σ.σ. το ποίημα, που τιτλοφορείται Σχέδιο για Προσευχή, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ).


Ο Σαλονικιός, παράξενος νέος και άνθρωπος, αγαπά τον κινηματογράφο και προσπαθεί να ιδρύσει μια εταιρεία ταινιών. Καταφέρνει λίγους χρηματοδότες (για) ν' αρχίσει το έργο και μέσα (είναι) και ο Βαγγέλης Πολυδούρης, πρώην συγκάτοικος του ποιητή στο Χαλάνδρι. Τα ονόματα των χρηματοδοτών δεν τα θυμάμαι, αλλά θυμάμαι τον ποιητή Κατσαρό σαν καλλιτεχνικό Δ/ντη της ταινίας. Επίσης ένα μοντέλο του ζωγράφου Λεωνίδα Χρηστάκη, τον Πασχάλη, τον οπερατέρ Παπαδούκα και δύο αδέλφια ραφτάδες. Είχε αρχίσει η συλλογή ηθοποιών (ο παράξενος σκηνοθέτης ζήταγε ηθοποιούς από τον δρόμο) και οι φωτογραφήσεις (σε) τόπους. Η ταινία ήταν τόσο παράξενη στο σενάριο και τόσο μοντέρνα, που ο σκηνοθέτης έκανε κάτι παράξενες κατασκευές.(...)


Η ταινία είχε αρχίσει, η κυβέρνηση είχε βοηθήσει (είχε στρατό με τανκς μέσα) και το μετράζ μεγάλωνε. Οι ηθοποιοί ερασιτέχνες ήδη ποζάριζαν στους ρόλους τους (θυμάμαι ένα γουναρά, ένα νέο, και τον Θανάση Ζαχαρέα και ακόμα τον νεαρό που φέρει το όνομα Εμιρζάς (νυν σκηνοθέτης θεάτρου τηλεοράσεως) και ένα νέο κύκλο γνωριμιών.(...)».

 

Για την ταινία Μικρή Παρέλαση δίνει αρκετές πληροφορίες και ο συγγραφέας-κριτικός λογοτεχνίας Κώστας Βούλγαρης (τον μνημόνευσε και αυτόν, δες παραπάνω, ο Λεωνίδας Χρηστάκης), στο βιβλίο του Τέος Σαλαπασίδης / Μια παρουσίαση [Εκδόσεις Γαβριηλίδης "εκ νέου", 1999]. Γράφει ο Βούλγαρης:

 

«(Ο Τέος Σαλαπασίδης) μαζί με τον Μιχάλη Κατσαρό και κάποιους επίδοξους "παραγωγούς" (Γ. Κατσικάρος, Σ. Μπαλαγούρας και Β. Πολυδούρης) ιδρύουν την ΕΛΣΑ-ΦΙΛΜ με πρώτη παραγωγή ένα διαφημιστικό φιλμάκι του Σαλαπασίδη για την Ρενώ. Το σενάριο της ταινίας Μικρή Παρέλαση κατατίθεται στην εθνική βιβλιοθήκη (14.6.1956) και ως τον Ιούνιο της επόμενης χρονιάς έχουν γυριστεί λίγες σκηνές (σ.σ. όπως μας λέει ο Λ. Χρηστάκης, το 1959, τελικά είχαν γυριστεί περί τα 75 λεπτά, τουλάχιστον τα 3/4 της ταινίας δηλαδή). Ο Κατσαρός είναι "διευθυντής παραγωγής", οπερατέρ ο Παπαδούκας (σ.σ. ο Θανάσης Παπαδούκας, οπερατέρ του κινηματογραφικού συνεργείου του ΕΛΑΣ), ενώ παίζουν ο Ντίνος Γεωργούδης (σ.σ. «φωτεινό πνεύμα της επιστήμης και της Αριστεράς, καθηγητής Λεξικολογίας και Φιλοσοφίας στη Σορβόνη», πέθανε το 2017) και κάποιοι άλλοι ερασιτέχνες. Τα περισσότερα γυρίσματα γίνονται στη χωματερή του Μπραχαμίου, σύμφωνα με τις ανάγκες του σεναρίου».

 

Για την Μικρή Παρέλαση βρήκα μιαν ελάχιστη αναφορά στην εφημερίδα Ελευθερία (φύλλο της 9ης Αυγούστου 1956) ως «ταινία που προετοιμάζεται», την ίδιαν εποχή που γυρίζονταν στην Ελλάδα Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται του Ζυλ Ντασέν και Το Παιδί και το Δελφίνι, του Jean Negulesco, με την Σοφία Λόρεν.

 

Φαίνεται πως η ταινία είχε κάνει μεγάλη εντύπωση, τουλάχιστον στο κύκλωμα των σκηνοθετών της εποχής, που τότε ήταν νέοι και που αντιμετώπιζαν με θαυμασμό τις ιδέες του Σαλαπασίδη.

 

Προσφάτως ο σκηνοθέτης Κώστας Φέρρης μου είπε στο φέισμπουκ πως... «η χαμένη αυτή ταινία, θεωρείται η πρώτη (ίσως και μοναδική) ταινία του ελληνικού σουρεαλισμού, αφού επί πλέον ο Τέος Σαλαπασίδης ήταν σουρεαλιστής ποιητής. Ακούσαμε για μια σκηνή όπου ένα υπερωκεάνιο (Μεγάλος Ανατολικός;) διέσχιζε την... οδό Πανεπιστημίου!».

 

Και ο σκηνοθέτης Ροβήρος Μανθούλης από το βιβλίο του Κώστα Βούλγαρη:

 

«Το σενάριο της Μικρής Παρέλασης μας δίνει, αν το διαβάσουμε προσεχτικά, μερικές απ' τις εικόνες-σήματα της γραφής Σαλαπασίδη: ατμομηχανή, καρβουνιέρα, "ανεμιστήρας για την θεία", χαλασμένο ποδήλατο στο δρόμο, ινδικό χοιρίδιο σε κλουβί, "χωρικοί που κατεβαίνουν με κυνηγετικό δίκαννο στο δρόμο για να κάνουν φόνο", νεαρός ηθοποιός ντυμένος πρόσκοπος "με πολιτικά", Αυστραλία, παράσημο του μπάσκετ, "δυο γιατροί και μια φοιτήτρια στο μαχαλά μας", κόμικς Ταρζάν, ρομβία, πανοραμιτζής που δείχνει εικόνες από τον βασιλέα Κωνσταντίνο να ελευθερώνει την Θεσσαλονίκη και την Αγία Σοφία, ιδιωτικό νεκροταφείο, "κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος" κ.λπ. Υπάρχει ακόμη σχόλιο και για τον ελληνικό κινηματογράφο: "οι ελληνικές ταινίες διακρίνονται για τους ηθοποιούς τους". Φυσικά, μέσα στη φαινομενικά κωμική και ανυπόταχτη ιστορία της Μικρής Παρέλασης θα ανακαλύψουμε και την μοναξιά του Τέου, που χαρακτηρίζει κάθε κείμενο του "παραλόγου" – όπως θα το γνωρίσουμε αργότερα στο θέατρο. Μάλιστα η μοναξιά μπαίνει σαν ερώτημα κάπου στο διάλογο, αλλά και σαν απάντηση: "Όταν οι άνθρωποι είναι μαζί, δεν γερνούν"».

 

Η ταινία, αν και γυρίστηκε όπως είπαμε στο μεγαλύτερο μέρος της, τελικά δεν ολοκληρώθηκε για δύο, βασικά, λόγους.

 

Ο πρώτος, γιατί δεν βρέθηκαν χρηματοδότες, ώστε να συνεχιστεί και να τελειώσει το γύρισμα και το μοντάζ και ο δεύτερος, γιατί σημαδεύτηκε από ένα απρόσμενο και δραματικό γεγονός. Μια τρίκυκλη μοτοσυκλέτα, που την χρησιμοποιούσε το συνεργείο για τις ανάγκες της ταινίας, ντεραπάρισε, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί η μικρή κόρη του οδηγού που συνεπέβαινε.

 

Προβλήθηκε ποτέ η Μικρή Παρέλαση;

Από το βιβλίο του Κώστα Βούλγαρη μαθαίνουμε πως έγινε μια πρώτη δοκιμαστική προβολή στη Θεσσαλονίκη «στο σινεμά Αλκαζάρ, στην Εγνατία, μια Κυριακή πρωί, αρχές φθινοπώρου του 1957», προκειμένου να βολιδοσκοπηθούν (εις μάτην) υποψήφιοι παραγωγοί, και μια δεύτερη (κατά τον πρωταγωνιστή Ντίνο Γεωργούδη) στο Παρίσι, όταν ο Τέος Σαλαπασίδης βρέθηκε στη γαλλική πρωτεύουσα (ίσως προς το 1961-62).

 

Έκτοτε η τύχη της ταινίας αγνοείται.