Το όνομα δε αυτού, Brazilian. Μπραζίλιαν; Αφού το Μπραζίλιαν που ήταν εκεί κοντά στη Βουκουρεστίου, γωνιακό με τη στοά Σπυρομήλιου, το κλασικό καφέ των διανοουμένων που στριμώχνονταν κάθε απομεσήμερο όλοι όρθιοι, έχει κλείσει τον κύκλο της ζωής του απ' το Νοέμβριο του 2002! Ναι, αλλά και όχι. Το τωρινό, με μια τεράστια ομπρέλα που γράφει Brazilian να καλύπτει τα τραπεζάκια του στο πεζοδρόμιο, αναστήθηκε απ' τον νέο ιδιοκτήτη του σεβαστού αυτού ονόματος με βάση την παράδοση του παλαιού.

 

Εκείνο, το παλαιό, πρωτοάνοιξε το1933 ως BRAZILIAN COFFEE STORES απ' τον Ευάγγελο Σαραβάνο, εκεί στη Βουκουρεστίου 1β (πρώην Γιαν Σματς). Ο Σαραβάνος, που γεννήθηκε το 1890 και έμεινε χρόνια στη Βραζιλία, το 1913 είχε ανοίξει το πρώτο του Μπραζίλιαν στην Αλεξάνδρεια.

 

Στη δεκαετία του '30 η Αθήνα ήταν πολύ απλή. Μικρότερη, ελάχιστα κοσμοπολίτικη. Με το Μπραζίλιαν στη Βουκουρεστίου ήταν τότε κι ο Λαμπρόπουλος με δίσκους 78 στροφών, το φαρμακείο Γερολυμάτου, το Αριστοκρατικόν του Καρρά και λίγοι άλλοι. Τους καφέδες αρχίζει να τους κάνει η κυρία Καίτη, 20χρονη τότε και στυλοβάτης του μαγαζιού για 45 χρόνια. Θυμόταν πως στην αρχή ο κόσμος έβλεπε με δυσπιστία το Μπραζίλιαν με τον πρωτοεμφανιζόμενο espresso και μάλιστα στα όρθια. Όταν δοκίμαζαν, τον έβρισκαν πικρό. Σιγά σιγά, βλέποντας τους ξένους απ' τη Μεγάλη Βρετανία να πίνουν με τόση ευχαρίστηση, άρχισαν να σκέφτονται πως πρέπει ν' αποκτήσουν τη συνήθεια. Σε λίγο άρχισαν να τον αποζητάνε. Το χαρμάνι ήταν από καφέδες Santos, Rio και Harrar, μυστικό μείγμα Σαραβάνου. Αλλά όχι μόνον η υψηλή ποιότητα των κάθε τύπου καφέδων παρά και τα θαυμαστά ντόνατ, κρουασάν και γλυκά του Μπραζίλιαν τραβούσαν τον κόσμο του κέντρου της πρωτεύουσας.

 

Μετά τον πόλεμο καταστάλαξε μια ρουτίνα στις κατηγορίες της πελατείας. Το πρωί κι ως τις 9 έρχονταν οι εργαζόμενοι. Απ' εκεί ως τις 11 οι υπάλληλοι της Πάουερ και της Ούλεν απ' τα γραφεία του Μετοχικού και μεταξύ 11 και 1 σύχναζαν κυρίες του Κολωνακίου. Τέλος, μέχρι τις 3 τ' απόγευμα περίπου, ήταν το στέκι των ανθρώπων των γραμμάτων και τεχνών, φημισμένων και φερέλπιδων. Συγγραφείς, ζωγράφοι, μουσικοί, κριτικοί κ.λπ. Και πολιτικοί. Ο Αβέρωφ, π.χ., όταν δεν ευκαιρούσε, έστελνε τον σωφέρ του να πάρει καφέ σ' ένα θερμός. Σε φωτογραφία ποζάρει στο Μπραζίλιαν με τον Ζαμπέτα.

 

Πώς όμως αυτός ο μικρός χώρος μόνον για ορθίους -και μάλιστα συνήθως στριμωγμένους σαν σαρδέλες- εξελίχθηκε σε απαραίτητο και καθημερινό τόπο συνάθροισης δημιουργών στις δεκαετίες του '50 και '60; Δεν ξέρω πώς ξεκίνησαν να δίνουν ραντεβού εκεί. Μάλλον θα το διάλεξαν καθώς ήταν τόσο κεντρικό και ζωντανό και θα τους τράβηξε η ευωδιά του καφέ. «Τασία, έναν καφέ παρακαλώ», που έγραφε κι ο Κώστας Ταχτσής στη συλλογή H Συμφωνία του Μπραζίλιαν. Και γίναν εξαρτημένοι από την ποιότητα των προσφερόμενων προϊόντων και την ευγένεια του προσωπικού. Βοηθούσε σίγουρα και το ότι οι τζαμένιες βιτρίνες πιάναν και τις δύο γωνίες του, χαρίζοντας πανοραμική θέα της έξω κίνησης των πεζοδρομίων στην καθημερινότητά τους. Όλες οι τζαμαρίες είχαν στυλάτες επιγραφές, όπως «ΟΙΚΟΣ ΚΑΦΕΔΩΝ ΒΡΑΖΙΛΙΑΣ», και το κομψότατο έμβλημα του Μπραζίλιαν. Ένα φλιτζάνι καφέ απ' όπου απλωνόταν το άρωμά του στο σχήμα της Νότιας Αμερικής με τη Βραζιλία και πλάι ένα καμπυλωτό κλαδί με φύλλα καφέ και 15 αστέρια να συνεχίζουν την καμπύλη. Χωρίς τραπέζια, είχε μέσα απ' όλα τα τζάμια επιφάνειες από μάρμαρο, ν' ακουμπάνε οι πιστοί και να βάζουν τα φλιτζάνια, και χώρο από κάτω για τσάντες και -βεβαίως- βιβλία. Δίπλα στο ταμείο οι δανέζικες μηχανές αλέσεως του 1958 και στο πέρα άκρο του χώρου ο πλατύς πάγκος ετοιμασίας και παραλαβής των καφέδων και γλυκών.

 

Εκείνη λοιπόν τη χρυσή εποχή, εκτός από την αφρόκρεμα και τα φιντάνια του πνεύματος, δεν έβρισκες σχεδόν κανέναν άλλον στο Μπραζίλιαν τις ώρες τις μεσημεριάτικες. Σχεδόν κάθε μέρα, ο Χατζιδάκις -σίγουρα απ' τους παλαιότερους του κύκλου- πάντα έπιανε θέση στο καλύτερο πόστο, στον πάγκο μπαίνοντας αριστερά. Άλλοι που μαζεύονταν απ' την αρχή ήταν ο Ελύτης πολύ πριν το Νόμπελ, ο Αργυράκης -μετά πήγαινε στου Απότσου για μεζέδες, όπως και μερικοί ακόμη-, κι οι Τσαρούχης, Σαχτούρης, Μόραλης, Εγγονόπουλος, Εμπειρίκος, Βασιλικός, Γκάτσος, Βαλαωρίτης, Σινόπουλος, μερικοί τους πολύ τακτικοί κι άλλοι λιγότερο. Πολλοί έρχονταν μετά το «Πατάρι του Λουμίδη»: Σαλαπασίδης, Χρηστάκης, Γκόρμπας, Καρούζος, Κατσαρός. Εγώ το γνώριζα απ' έξω κι όπως λέει κάπου ο Φασιανός, εμείς οι τότε καινούργιοι δεν τολμούσαμε να μπούμε από μόνοι μας. Πρωτοπήγα παρέα με τον Τέο Σαλαπασίδη ύστερα απ' το «Πατάρι». Ο Σαλαπασίδης είχε αδειάσει κάποτε έναν διπλό καπουτσίνο στο κεφάλι του Κατσίμπαλη «για το κακό που έκανες στην ελληνική λογοτεχνία»! Άλλα γνωστά ονόματα ήταν ο Κάλας, όταν ήταν στην Αθήνα, ο Κούνδουρος, η Αραβαντινού, ο Πλωρίτης κι αρκετοί απ' τους τότε νεότερους, όπως της ομάδας συνεργατών του περιοδικού «Πάλι». Μυλωνά και Κέπετζης, Ακριθάκης, εγώ κι ο Πουλικάκος... Η ατμόσφαιρα αναζωογονούσε τη δημιουργική σκέψη. Όρθιες συζητήσεις για σχέδια, επιτεύγματα και καθημερινά θέματα. Επικοινωνίες απλές κι αληθινές. Όλοι στριμωγμένοι -συχνά ασφυκτικά- πίσω απ' τις τζαμαρίες και τον μικρό υπόλοιπο χώρο.

 

Όμως οι καφεπότες των γραμμάτων και τεχνών, με την άφιξη της χούντας, σταμάτησαν να πηγαίνουν. Αρκετοί φύγαν σε άλλες χώρες. Άλλοι πάλι, λόγω ερήμωσης πάψαν τις επισκέψεις. Η εποχή-θρύλος είχε παρέλθει. Το 1975 φεύγει απ' τη ζωή κι ο καλός πρωτοπόρος Σαραβάνος. Από τότε θα συναντούσες μόνον λίγους απ' τους παλιούς. Κατά περίσταση. Οι περισσότερο τακτικοί πλέον ήταν οι σωφέρ απ' τις απέναντι λιμουζίνες και περαστικοί για τις δουλειές τους.

 

Το 1986 διευθυντής γίνεται ο Αντώνης Ψωμάς. Στο πεζοδρόμιο στήνονται απλόχωρα τραπέζια με σκαμπό για υπαίθριο ρόφημα και ντόνατ και χάζεμα τους διαβάτες. Κάπου το 1998 ο Ψωμάς φρεσκάρει -χωρίς ν' αλλάξει- το μέσα χώρο. Η μόνη εμφανής αλλαγή ήταν οι κάπου 45 φωτογραφίες -που πρόσφερε ο Φασιανός- όλων των πολύ ή λιγότερο φημισμένων θαμώνων που για τόσα χρόνια είχαν σκλαβωθεί από το ευγενές Μπραζίλιαν. Τα πρόσωπά τους είχαν γεμίσει όλους τους τοίχους. Μήνες πριν τη νέα χιλιετία, σε μεσημεριανή παρουσίαση βιβλίου του Βασίλη Καββαθά, το καφέ ήταν πάλι ασφυκτικά γεμάτο μέσα κι έξω, με όλους τους εν ζωή παλιούς και πλήθος πιο πρόσφατους της ελληνικής κουλτούρας, σαν να ξαναήρθε το παρελθόν. Τώρα στους καφέδες ήταν η Κατερίνα. Όμως τέλη 2002 κλείνει οριστικά και σε λίγο στήνονται ολόγυρα, σε όλο το Μετοχικό Ταμείο, οι λαμαρινοφράξεις. Έτσι τελείωσε ο πρώτος κύκλος του ένδοξου Μπραζίλιαν, τελευταίου απ' τα ιστορικά ευγενή καφέ της Αθήνας μας. Στα 70 χρόνια του είδε πάμπολλα.

 

Όμως το Μπραζίλιαν ποτέ δεν πεθαίνει. Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνει, και ξανά... αναγεννήθηκε στη Βαλαωρίτου -μέσ' τα στέκια των δημοσιογράφων- διακριτικό, καλόγουστο και φιλικό, με χαμηλή μουσική. Ο τωρινός διευθυντής, ο Κυριάκος Κακριδάς, έχει μεράκι προσωπικό και αγάπη για το θρύλο. Τα γλυκά του παρελθόντος σερβίρονται πάλι. Όπως τα 'φτιαχνε εκείνος ο Βασίλης: τούρτα σοκολάτα Brazilian, πουτίγκα, παλμιέ, γεμιστά σαμπλέ... Και όλοι οι καλοί καφέδες και, εννοείται, τα κρουασάν και τα ντόνατ - πιο καλά κι απ' τ' αμερικάνικα. Τώρα υπάρχει και φαγητό. Σπιτικές γεύσεις που ετοιμάζει η Αφροδίτη. Οι τοίχοι είναι πάλι σκεπασμένοι με τις 45 φωτογραφίες του Φασιανού, στριμωγμένες, όπως τότε κι οι ίδιοι οι εικονιζόμενοι. Σαν να γιορτάζουν. Βλέπω ακόμη και την παλαιά εκείνη φωτογραφία. Το Βrazilian της Αλεξάνδρειας.

 

Εκτός απ' τους καινούργιους θαμώνες του, συχνάζουμε και κάποιοι από τους πιστούς που δεν έχουν χαθεί. Έτσι που πάει, όπου να ‘ναι θα γίνει πάλι απαραίτητο στέκι για τους προσκυνητές του λόγου και της τέχνης, όπως ήταν και στις παλιές του δόξες. Όταν διαβαζόταν -και ακουγόταν- το «Τασία, έναν καφέ παρακαλώ» του Ταχτσή.

 

Πάνος Κουτρουμπούσης