Στις αρχές του περασμένου μήνα, ο μεγάλος σκηνοθέτης παραχωρώντας συνέντευξη στο περιοδικό Empire, απάντησε σε μια ερώτηση για τις ταινίες με ήρωες της Marvel, είπε ότι του φαίνονται να είναι πιο κοντά σε «θεματικά πάρκα» παρά στην αντίληψη που έχει ο ίδιος για τις κινηματογραφικές ταινίες και ότι εν τέλει, δεν πιστεύει ότι αποτελούν σινεμά. Οι αντιδράσεις – θετικές και αρνητικές – υπήρξαν έντονες, εντός και εκτός Χόλιγουντ, και ο 76χρονος δημιουργός επανήλθε χθες στο ζήτημα με βαρυσήμαντο άρθρο γνώμης στους New York Times, όπου γράφει τα εξής:

 

«Πολλές από τις αποκαλούμενες franchise ταινίες δημιουργούνται από ανθρώπους που διαθέτουν σημαντικό ταλέντο. Το βλέπεις στην οθόνη. Το ότι οι ίδιες οι ταινίες δεν με ενδιαφέρουν αποτελεί ζήτημα προσωπικού γούστου και ταπεραμέντου. Ξέρω ότι αν ήμουν νεότερος, ενδεχομένως να έτρεφα μεγαλύτερο ενθουσιασμό και ίσως ακόμα να ήθελα να γυρίσω κι εγώ μια τέτοια ταινία. Μεγάλωσα όμως σε μια εποχή όπου ανέπτυξα μια αίσθηση του σινεμά – του τι είναι και του τι μπορεί να είναι μια ταινία - που ήταν τόσο μακριά από το κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel όσο είναι η Γη από τον Άλφα Κενταύρου.

 

«Για μένα, για τους δημιουργούς που αγάπησα, για τους φίλους μου που ξεκίνησαν να κάνουν ταινίες τον ίδιο καιρό με μένα, το σινεμά είχε να κάνει κυρίως με μια αίσθηση αποκάλυψης – αισθητικής, συναισθηματικής και πνευματικής. Είχε να κάνει με χαρακτήρες – με την πολυπλοκότητα των ανθρώπων και τις αντικρουόμενες και παράδοξες φύσεις τους, με τον τρόπο που πληγώνουμε ο ένας τον άλλον ή που αγαπάμε ο ένας τον άλλον και βρισκόμαστε ξαφνικά αντιμέτωποι με τον εαυτό μας...»

 

«Για μας το σινεμά αντιπροσώπευε μια μορφή τέχνης, ισότιμη με την λογοτεχνία, τη μουσική ή τον χορό. Και οδηγηθήκαμε στην αντίληψη ότι αυτή η τέχνη μπορεί να βρεθεί σε πολλά διαφορετικά μέρη και με εξίσου πολλές μορφές – στο "The Steel Helmet" του Σαμ Φούλερ και στην "Persona" του Μπέργκμαν, στο "It's Always Fair Weather" του Στάνλεϊ Ντόνεν και του Τζιν Κέλι και στο "Scorpio Rising" του Κένεθ Άνγκερ, στο "Vivre Sa Vie" του Γκοντάρ και στο "The Killers" του Ντον Σίγκελ».

 

«Όπως όλοι γνωρίζουμε, η βιομηχανία του σινεμά έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία 20 χρόνια σε όλα τα μέτωπα. Η πιο δυσοίωνη αλλαγή όμως συνέβη υπογείως και υπό την σκέπη της νυκτός. Μιλάω για τον σταδιακό αλλά σταθερό περιορισμό του ρίσκου».
«Όπως όλοι γνωρίζουμε, η βιομηχανία του σινεμά έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία 20 χρόνια σε όλα τα μέτωπα. Η πιο δυσοίωνη αλλαγή όμως συνέβη υπογείως και υπό την σκέπη της νυκτός. Μιλάω για τον σταδιακό αλλά σταθερό περιορισμό του ρίσκου».

 

«Ή στις ταινίες του Άλφρεντ Χίτσκοκ – μπορεί υποθέτω να πει κάποιος ότι ο Χίτσκοκ είχε δημιουργήσει το δικό του franchise, ή μάλλον ότι οι ταινίες του ήταν το δικό μας franchise...»

 

«Πολλά από τα στοιχεία που ορίζουν το σινεμά όπως εγώ το αντιλαμβάνομαι, υπάρχουν στις ταινίες της Marvel. Αυτό που απουσιάζει είναι αυτή η αίσθηση αποκάλυψης, μυστηρίου ή γνήσιου συναισθηματικού κινδύνου. Δεν υπάρχει κανένα ρίσκο. Οι ταινίες γίνονται για να ικανοποιήσουν κάποιες πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις και είναι σχεδιασμένες ως παραλλαγές σε πεπερασμένο αριθμό θεμάτων...»

 

«Με άλλα λόγια, δεν έχουν καμία σχέση με τις ταινίες του Πολ Τόμας Άντερσον ή της Κλερ Ντενί ή του Σπάικ Λι ή του Άρι Άστερ [του σκηνοθέτη του "Hereditary" και του "Midsommar"] ή της Κάθριν Μπίγκελοου ή του Γουές Άντερσον. Όταν βλέπω μια ταινία κάποιου εξ αυτών των δημιουργών, ξέρω ότι θα δω κάτι καινούριο που θα με οδηγήσει σε απρόσμενες και ίσως ανώνυμες ακόμα περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας, διευρύνοντας την αντίληψή μου σχετικά με τις δυνατότητες της μυθοπλασίας μέσω κινούμενων εικόνων και ήχων».

 

«Τελικά, ποιο είναι το πρόβλημα σου; - μπορεί να με ρωτήσει κάποιος. Γιατί δεν αφήνουμε τις ταινίες με υπερήρωες και τα άλλα κινηματογραφικά franchise να υπάρχουν επίσης; Ο λόγος είναι απλός. Σε πολλά μέρη σ΄ αυτή την χώρα αλλά και σε όλον τον κόσμο, αυτές οι ταινίες είναι η κυρίαρχη και συχνά η μοναδική επιλογή για όσους επιθυμούν να πάνε να δουν σινεμά στη μεγάλη οθόνη. Είναι χαλεποί οι καιροί για την διανομή των ταινιών στις αίθουσες και υπάρχουν λιγότεροι ανεξάρτητοι κινηματογράφοι από ποτέ. Η εξίσωση έχει αναστραφεί και το streaming αποτελεί πλέον το κυρίαρχο μέσο. Παρ' όλα αυτά, δεν γνωρίζω ούτε έναν σκηνοθέτη που να μην έχει στο μυαλό του τη μεγάλη οθόνη και την αίθουσα μαζικής προβολής, όταν σχεδιάζει μια ταινία».

 

«Κι εγώ σ΄ αυτή την κατηγορία ανήκω, παρότι μιλώ ως κάποιος που μόλις ολοκλήρωσε μια ταινία για το Netflix που αυτό, και μόνο αυτό, μας επέτρεψε να κάνουμε το "The Irishman" όπως το θέλαμε, και γι' αυτό θα είμαι για πάντα ευγνώμων. Θα παιχτεί και σε κάποιες αίθουσες ανά τον πλανήτη και σίγουρα θα ήθελα να ήταν πολλές περισσότερες. Το γεγονός όμως παραμένει ότι, ασχέτως του ποιος χρηματοδοτεί την ταινία σου, οι αίθουσες στα περισσότερα multiplex του πλανήτη είναι συνωστισμένες από ταινίες κάποιου franchise».

 

Ματά από μια σύντμη πορεία σε περιορισμένες αίθουσες, τo "The Irishman" θα κάνει πρεμιέρα στην πλατφόρμα του Netflix στις 27 Νοεμβρίου
Ματά από μια σύντμη πορεία σε περιορισμένες αίθουσες, τo "The Irishman" θα κάνει πρεμιέρα στην πλατφόρμα του Netflix στις 27 Νοεμβρίου

 

«Και αν μου αντιτείνετε ότι είναι απλά ζήτημα προσφοράς και ζήτησης και ότι αυτά θέλει ο κόσμος, θα διαφωνήσω έντονα. Είναι σαν το ερώτημα με την κότα και το αυγό. Αν δίνεις στον κόσμο ένα μόνο πράγμα ξανά και ξανά χωρίς άλλη επιλογή, στο τέλος θα ζητάει μόνο περισσότερο από αυτό το ίδιο πράγμα».

 

«Όπως όλοι γνωρίζουμε, η βιομηχανία του σινεμά έχει αλλάξει δραματικά τα τελευταία 20 χρόνια σε όλα τα μέτωπα. Η πιο δυσοίωνη αλλαγή όμως συνέβη υπογείως και υπό την σκέπη της νυκτός. Μιλάω για τον σταδιακό αλλά σταθερό περιορισμό του ρίσκου. Πολλές ταινίες στις μέρες μας αποτελούν τέλειες κατασκευές προορισμένες για άμεση κατανάλωση. Πολλές από αυτές δημιουργούνται από ομάδες ταλαντούχων ατόμων. Τους λείπει όμως κάτι απαραίτητο στην τέχνη του σινεμά: το ενοποιητικό όραμα του καλλιτέχνη-δημιουργού. Κι αυτό συμβαίνει βεβαίως επειδή ο μεμονωμένος δημιουργός αποτελεί τον μεγαλύτερο παράγοντα ρίσκου απ' όλους».

 

«Δυστυχώς, όπως είναι διαμορφωμένη η κατάσταση, έχουμε πλέον δύο διαφορετικά πεδία: υπάρχει η παγκόσμια οπτικοακουστική ψυχαγωγία και υπάρχει και το σινεμά. Ακόμα υπάρχει ανάμεσά τους κάποια αλληλοεπικάλυψη καμιά φορά, αλλά είναι αυτό είναι όλο και πιο σπάνιο. Και φοβάμαι ότι η απόλυτη οικονομική κυριαρχία της πρώτης χρησιμοποιείται για την περιθωριοποίηση και την ελαχιστοποίηση της ύπαρξης του δεύτερου».

 

«Για όσους και όσες μόλις ξεκίνησαν ή ονειρεύονται να γυρίσουν ταινίες, η επικρατούσα κατάσταση είναι στυγνή και εντελώς αφιλόξενη προς την τέχνη. Και μόνο η πράξη της γραφής αυτού του κειμένου με γεμίζει με τρομερή θλίψη».

 

Ας μου επιτραπεί να καταθέσω κι εγώ εν είδει επιλόγου μια ταπεινή άποψη για το μείζον τελικά θέμα που ανακίνησε σε μια αποστροφή του λόγου του ο μεγάλος σκηνοθέτης και σύντομα πήρε ανεξέλεγκτες διαστάσεις, αναγκάζοντας τον να επανέλθει με το κείμενο αυτό που πήρε τη μορφή «μανιφέστου».

 

Ως εκπρόσωπος μιας γενιάς (αγοριών κατά κανόνα) που πέρασε μεγάλο κομμάτι της προεφηβείας και της πρώιμης εφηβείας συντροφιά με τους ήρωες των κόμικς της Marvel, θυμάμαι για χρόνια να αναρωτιόμαστε πώς γίνεται να μην γυρίζονται μεγάλες κινηματογραφικές παραγωγές βασισμένες στις ιστορίες αυτών των αγαπημένων μας χαρακτήρων.

 

Όταν αυτό συνέβη τελικά, στην αυγή του 21ου αιώνα, και παρά το γεγονός ότι εμείς είχαμε αγγίξει ήδη τα τριάντα, ο ενθουσιασμός ήταν μεγάλος, ειδικά από την στιγμή που επρόκειτο για παραγωγές κύρους με εγνωσμένης αξίας σκηνοθέτες (Ο Μπράιαν Σίνγκερ στο "X-Men" ή ο Σαμ Ράιμι στο "Spider Man") και σταρ.

 

Σταδιακά βέβαια, οι περιορισμοί του είδους, η διατήρηση της ίδιας συνταγής και η αβάσταχτα «ενοποιημένη παρουσία» μιας εταιρικής σχεδόν αντίληψης, έφεραν τον κορεσμό, τη ρουτίνα και την ισοπέδωση. Από ένα σημείο και μετά, οι ταινίες λειτουργούσαν απλά ως σποραδικές νοσταλγικές τελετουργίες αντροπαρέας, χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες και χωρίς ρίσκο, που λέει και ο Σκορσέζε.

 

Ώσπου εγκατέλειψα σταδιακά το είδος, εκτιμώντας πάντως κάποιες απολαυστικές εξαιρέσεις στην μανιέρα, όπως το ενήλικου πνεύματος και (αυτο)σαρκασμού "Deadpool" (το πρώτο έστω) ή το "Black Panther" που αν μη τι άλλο έκανε τον κόπο να κατασκευάσει ένα εντυπωσιακό και μεγαλειώδες παράλληλο σύμπαν υψηλού αφροφουτουρσιμού.

 

Είναι αποκαρδιωτικό όμως να βλέπει κανείς τις λίστες του αμερικανικού (αλλά και του παγκόσμιου) box office και συχνά να μην υπάρχει ούτε μία ταινία που να μην ανήκει τεχνικά (όπως το Joker) ή ουσιαστικά σε κάποιο αβάσταχτα προβλέψιμο franchise.

 

Και τώρα περιμένουμε να δούμε το "The Irishman" στο Netflix (ελπίζει κανείς να το προλάβει σε κάποια αίθουσα, αλλά ποιον κοροϊδεύουμε; μέχρι να το κανονίσουμε θα έχει χαθεί η ευκαιρία) που το πρόβλημά του ως υπηρεσία δεν είναι ότι υποκαθιστά το σινεμά ή μπασταρδεύει την εμπειρία της αίθουσας, αλλά ότι τα κάνει όλα να φαίνονται ίδια και «ό,τι να΄ναι» και μπορούμε να φανταστούμε από τώρα την σκηνή στο σαλόνι που πατά κάποιος νυσταγμένα την παύση στην πολυαναμενόμενη νέα, μεγάλη ταινία του Σκορσέζε με σκοπό να την συνεχίσει άλλη μέρα – ή ποτέ.