Θυμάμαι κάποτε στο πλαίσιο ενός άρθρου για τις πιο σημαντικές / αγαπημένες ελληνικές ταινίες, ένας επιφανής Έλληνας κριτικός κινηματογράφου, ερωτηθείς για την «Στέλλα», είχε απαντήσει υποτιμητικά ότι «δεν εκτιμά τα μελό».

 

Μπορεί να ήταν οπαδός του «Δράκου», γούστα είναι αυτά, αλλά είχα την αίσθηση ότι επιθυμούσε να υπονοήσει και κάτι μειωτικό για την πρωταγωνίστρια της ταινίας του Μιχάλη Κακογιάννη.

 

Προσωπικά, θεωρώ την «Στέλλα», όπως και τις δύο ταινίες του Κακογιάννη που ακολούθησαν – «Το τελευταίο ψέμα» (ή όπως προβλήθηκε έξω, "A Matter of Dignity») και «Το κορίτσι με τα μαύρα» - εξαιρετικά κοινωνικά δράματα - ή μελοδράματα - διεθνούς κλάσης.

 

Υπάρχει μια ιδιαίτερη νοσταλγική ποιότητα στη «Φαίδρα» και μια πραγματικά εθιστική ντελιριακή ανεμελιά και μια ασυμβίβαστη ευζωία σε όλες σχεδόν τις υπόλοιπες. Δεν είναι μικρά πράγματα αυτά.

 

Πέρα από αυτό όμως, είναι εντελώς αδύνατο να διανοηθεί κανείς την «Στέλλα» με διαφορετική πρωταγωνίστρια, όχι τόσο επειδή μοιάζει ακόμα και σήμερα τόσο ιδιοσυγκρασιακή η περιφορά της Μερκούρη στην ταινία σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη ηρωίδα του ελληνικού σινεμά, αλλά επειδή καταφέρνει να μοιάζει συγχρόνως αυθεντική και πέρα (ή μπροστά) από την εποχή της. Ακόμα κι αν σε ατάκες όπως το «Και τι είμαι εγώ για να μ' αλλάζουν βρε αδερφέ ; Γραμμόφωνο;» της έβγαινε λίγο βεβιασμένη η δικαιωματική αγανάκτηση.

 

Την ίδια εποχή (μέσα της δεκαετίας του '50) ο Ζυλ Ντασέν είχε ήδη σκηνοθετήσει κάποια εξαιρετικά νουάρ όπως το "The Naked City" (1949) ή το «Η νύχτα και η πόλη» (1950), πριν υποχρεωθεί να εγκαταλείψει το Χόλιγουντ εξαιτίας της λαίλαπας του Μακαρθισμού.

 

Κατά την περιπλάνησή του όμως στην Ευρώπη, η μοίρα του επεφύλασσε να γνωρίσει τη Μελίνα. Και πέρασαν αυτοί καλά κι εμείς - ως θεατές - μάλλον χειρότερα.

 

Γράφει επ΄ αυτού με γλαφυρό ύφος, ο ιστορικός του σινεμά Ντέιβιντ Τόμσον στο λήμμα του για τον Ντασέν στο The New Biographical Dictionary of Film:

 

«Ο Ντασέν με τη Μελίνα δημιούργησαν κάποιες από τις πιο ιδιαίτερες κακές ταινίες της δεκαετίας του '60 – ταινίες που υπερβαίνουν τις αδυναμίες τους και καταλήγουν αγρίως απολαυστικές καθώς ο θεατής περιμένει να δει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η επιδεικτική τους επιτήδευση. Με καλή παρέα και ποτό, η «Φαίδρα» και το «10:30 ένα καλοκαιρινό βράδυ» μπορούν να αποτρέψουν επίδοξους αυτόχειρες από κάθε δυσοίωνη σκέψη. Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που βρήκαν το «Ποτέ την Κυριακή» χαριτωμένο και το «Τοπ Καπί» συναρπαστικό. Μάλλον θα είχαν πιει κάτι παραπάνω...»

 

Με τον Άντονι Πέρκινς στην "Φαίδρα" (1962) του Ζυλ Ντασέν
Με τον Άντονι Πέρκινς στην "Φαίδρα" (1962) του Ζυλ Ντασέν

 

Η αυτοεξορία δεν λειτουργεί πάντα ευεργετικά στη δημιουργική διαδικασία, όπως απέδειξε η κινηματογραφική πορεία του συμπαθέστατου Ντασέν μετά τη φυγή του από τις ΗΠΑ, όμως ο χαρακτηρισμός «κακές» - έστω και απολαυστικά κακές – είναι υπερβολικός νομίζω, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τον ανταγωνισμό στην πιο προβληματική δεκαετία του "mainstream" σινεμά.

 

Υπάρχει μια ιδιαίτερη νοσταλγική ποιότητα στη «Φαίδρα» και μια πραγματικά εθιστική ντελιριακή ανεμελιά και μια ασυμβίβαστη ευζωία σε όλες σχεδόν τις υπόλοιπες. Δεν είναι μικρά πράγματα αυτά.

 

Η αλήθεια είναι όμως ότι δεν παλεύεται η φολκλόρ υστερία του «Ποτέ την Κυριακή», ταινία που μας ανέδειξε τουριστικώς στα πέρατα του σύμπαντος, αλλά αγαπήθηκε από το ελληνικό κοινό λιγότερο ακόμα κι από τον «Ζορμπά».

 

Φυσικά, η Μελίνα Μερκούρη ορίζεται με διάφορες άλλες ιδιότητες πέραν αυτής της κινηματογραφικής σταρ. Μεταξύ άλλων, υπήρξε επίσημη και ανεπίσημη πρόξενος της χώρας πριν πολιτευτεί καν, και μετά έγινε εμβληματική ΠΑΣΟΚάρα και ακόμα πιο εμβληματική Υπουργός Πολιτισμού που - ασχέτως της όποιας αξιολόγησης της θητείας της - σκιάζει ακόμα οποιονδήποτε άλλο/η βρέθηκε σ΄ αυτό το πόστο.

 

Κάποτε όμως ήταν η «Στέλλα» και είχε καταφέρει να αλλάξει μόνη της – έστω και προσωρινά – το υπόδειγμα μιας κινηματογραφικής ηρωίδας στο ελληνικό σινεμά.