ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΕΝΑ μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε διακριτικά, χωρίς να κάνει ιδιαίτερη αίσθηση, να γνωρίσει ξαφνικά, δύο χρόνια μετά, μια έκρηξη δημοσιότητας και θαυμασμού; Ίσως γιατί καμιά φορά τα βραβεία κάνουν τη δουλειά τους, ανασύροντας παραγνωρισμένα διαμάντια ανάμεσα σε βραχείες λίστες με θηρία. Και ο Γιώργος Παπαδάκης τέτοια είχε απέναντί του, τον Πανσέληνο, τον Συμπάρδη, την Πέτσα, όταν έφτασε να διεκδικεί το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2019 (για τις εκδόσεις του 2018) με το ολιγοσέλιδο μυθιστόρημα «Ο ταχυδρόμος» (Βιβλιοπωλείον της Εστίας). Και το πήρε!

 

Τρέξαμε οι αδιάβαστοι να το βρούμε. Για να βυθιστούμε σε έναν σκοτεινό, ανησυχητικό, παλιό κόσμο, σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης του 1950, παρέα με έναν περίεργο, ανατριχιαστικό φορές-φορές νεαρό άντρα, ταχυδρόμο στο επάγγελμα. Να ζήσουμε τον γάμο του με μια γυναίκα που δεν έχει δει ούτε μία φορά. Να δούμε τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα όπως ακριβώς είναι: πέτρες στον λαιμό των ανθρώπων, αγριότητα και υποκρισία. Να καταλήξουμε μαζί με τον ταχυδρόμο μας σε μια αίθουσα δικαστηρίου και να προσπαθήσουμε (δύσκολο, ομολογώ) να καταλάβουμε το φοβερό έγκλημα που έκανε. Αυτός ο καλός, ευγενικός, φιλήσυχος νέος άντρας με την πλούσια εσωτερική ζωή και την αρρωστημένη παθητικότητα.

 

Ο Γιώργος Παπαδάκης, γεννημένος στο Ρέθυμνο το 1959, είναι εκπαιδευτικός, εργάζεται στην Αθήνα και έχει ειδικευτεί στην τέχνη του μεσαίωνα και της πρώιμης Αναγέννησης (με μελέτες και μονογραφίες). Ο «Ταχυδρόμος» είναι το δεύτερο μυθιστόρημά του, το πρώτο, «Ιστορία μιας ανοχύρωτης νιότης», είχε κυκλοφορήσει το 1994, πάλι από την Εστία.

 

Ήθελα να εστιάσω σε δύο σημεία, στον φόβο που προκαλεί η ψυχική ασθένεια στις παραδοσιακές κοινωνίες, με αποτέλεσμα την απόρριψη και τον αποκλεισμό από την κοινότητα, και στη μελέτη του θανάτου. 

 

— Φαντάζομαι ότι ο ήρωάς σας, αυτός ο παθητικός, αδιάφορος, υποταγμένος σε συμβάσεις νέος άντρας και η πορεία του στη ζωή ήταν το κέντρο του λογοτεχνικού σας σχεδίου. Τι σας οδήγησε στον Αλέξη Δαφέρμο; Πού θέλατε να εστιάσετε;

Συνηθίζω να λέω ότι ένας συγγραφέας δεν πρέπει να αναλύει εξονυχιστικά τα έργα του, γιατί τότε αφαιρεί από τον αναγνώστη τη δυνατότητα της συνδημιουργίας, της ερμηνείας και της αίσθησης που προκύπτει από τις πράξεις των χαρακτήρων. Θέλω να πω ότι εάν γνωρίζει την πρόθεση του συγγραφέα, η αναγνωστική πράξη παύει να εδράζεται σε παρθένο έδαφος. Ωστόσο, δεν θα αποφύγω την απάντηση στην ερώτηση, η οποία τέθηκε πρώτη στη συζήτηση και συνεπώς πρέπει να σας απασχόλησε πολύ. Ήθελα να εστιάσω σε δύο σημεία, στον φόβο που προκαλεί η ψυχική ασθένεια στις παραδοσιακές κοινωνίες, με αποτέλεσμα την απόρριψη και τον αποκλεισμό από την κοινότητα, και στη μελέτη του θανάτου. Εδώ ο θάνατος δεν είναι απλώς μια επώδυνη απουσία αλλά μια λυτρωτική πράξη, την οποία εξηγεί ο ήρωας στην τελευταία σελίδα του βιβλίου. Θα διαφωνήσω, όμως, στα επίθετα «παθητικός» και «αδιάφορος». Υπάρχουν στιγμές στη διαδρομή του που αναγκάζεται να πάρει καθοριστικές αποφάσεις όσον αφορά την ανατροφή των παιδιών του. Η αδιαφορία που του προσάπτουν άλλα πρόσωπα της ιστορίας –και κυρίως στις σκηνές του δικαστηρίου– είναι γιατί βιώνει με εσωτερίκευση αυτά που του συμβαίνουν.

 

— Η Κρήτη του 1950 είναι ιδανικό υποστηρικτικό πλαίσιο της λογοτεχνικής σας περσόνας, με όλα αυτά τα οπισθοδρομικά ήθη. Γεννηθήκατε στο Ρέθυμνο, αλλά δεν ζείτε πια στην Κρήτη. Πώς είναι για έναν Κρητικό να αποκαλύπτει, έστω και με το δικό σας μέτρο, μια κοινωνία που κάθε άλλο παρά για νοσταλγία είναι; Βρίσκετε πως διάφορες παλιές νοοτροπίες επιζούν και σήμερα;

Και βέβαια επιζούν στις ορεινές κοινότητες! Η ειδησεογραφία από καιρού εις καιρόν αποκαλύπτει του λόγου το αληθές. Αυτά τα δύσκολα έθιμα έχουν αρχέγονες καταβολές και παρέμειναν ζωντανά για συγκεκριμένους λόγους και σε συγκεκριμένες εστίες. Η Κρήτη, όμως, δεν είναι αυτό μόνο. Η κρητική ψυχή, όπως την περιγράφει ο Καζαντζάκης, έχει πολύ δυνατά χαρακτηριστικά, πολύ ιδιαίτερα, που αφορούν κυρίως την έννοια του χρόνου και της ύλης, όπως και την αντιμετώπιση του θανάτου, την ανθρωπιά και την αλληλεγγύη. Στην Κρήτη η ύλη είναι χώμα και όνειρο, αίμα και αθανασία, πάθος και συστολή, φως και σκοτάδι. Το σκοτάδι των αιμάτων συντηρεί τη συνέχεια ενός βλέμματος, τη γενεαλογία των μορφών, την αντίσταση στην ανυπαρξία. Το αίμα εκεί είναι φλόγα που δαμάζει τους αιώνες.

 

— Η ιστορία του Αλέξη Δαφέρμου ανατρέπει τα κλισέ περί ανδροκρατίας στην Κρήτη, το στερεότυπο του μάτσο άντρακλα και της υποταγμένης γυναίκας. Εδώ το θύμα είναι ο μαλακός, ευεπηρέαστος νέος άνδρας, και θύτες δύο γυναίκες (η μάνα του και η γυναίκα του), που αποφασίζουν για τα πάντα στη ζωή του. Πώς σας ήρθε αυτή η ενδιαφέρουσα ανατροπή;

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μινωική Κρήτη ήταν εξόχως μητριαρχική. Και τη δεκαετία του '50 και τώρα, νομίζω, η γυναικεία φιγούρα παίζει σημαντικό ρόλο στην οικογένεια, αλλά όχι στην κοινωνική προφάνεια. Η σύζυγος και η μητέρα πολύ συχνά αποφασίζουν, προτρέπουν, αναδεικνύουν, ενθαρρύνουν τους άντρες. Η παρουσία τους είναι καθοριστική εντός του ιδιωτικού πλαισίου της οικογένειας. Μεγάλη ήταν η έκπληξή μου όταν είδα ότι ένας μεγάλος περιηγητής και λάτρης της Ελλάδας, ο Ζακ Λακαριέρ, κάνει αυτή την παρατήρηση στο σπουδαίο βιβλίο του «Ελληνικό Καλοκαίρι», το οποίο διάβασα στα φοιτητικά μου χρόνια. Αφιερώνει εξαιρετικές σελίδες στη γυναίκα της Κρήτης, την ίδια δεκαετία που εκτυλίσσεται η ιστορία του «Ταχυδρόμου».

 

Ασφαλώς και ένα βραβείο παρακινεί περισσότερους αναγνώστες να διαβάσουν ένα βιβλίο. Δημιουργεί όμως και αυξημένη ευθύνη στον συγγραφέα, καθώς και μεγαλύτερες προσδοκίες στους αναγνώστες για τα επόμενα βιβλία. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Ασφαλώς και ένα βραβείο παρακινεί περισσότερους αναγνώστες να διαβάσουν ένα βιβλίο. Δημιουργεί όμως και αυξημένη ευθύνη στον συγγραφέα, καθώς και μεγαλύτερες προσδοκίες στους αναγνώστες για τα επόμενα βιβλία. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Το βιβλίο σας προφανώς δεν είναι ηθογραφία, είναι ένα μοντέρνο, σκληρό, ρεαλιστικό ανάγνωσμα. Μια και δεν λείπουν, όμως, οι σκηνές γαμήλιων εθίμων, έχω μια ερώτηση: υπήρχε περίπτωση ένας άντρας στην ορεινή Κρήτη το 1950 να φτάσει στον γάμο χωρίς να έχει δει καν τη νύφη;

Όχι μόνο υπήρχε περίπτωση αλλά συνέβαινε όχι σπάνια, σύμφωνα με διηγήσεις που έχω ακούσει. Αυστηροί περιορισμοί, κανόνες και ίσως πονηρές βουλήσεις της οικογένειας της νύφης, όταν αυτή είχε κάποιο ελάττωμα. Ε, ναι, την έκρυβαν και δεν ήταν λίγες οι φορές που έκαναν αυτό ακριβώς που συνέβη στους αρραβώνες του ταχυδρόμου...

 

— Σε μια βαθιά πουριτανική κοινωνία, η σύζυγος του Δαφέρμου μας αιφνιδιάζει με την έντονη σεξουαλικότητα με την οποία την προικίζετε ‒ απολαμβάνει το σεξ, το αποζητά, σχεδόν το επιβάλλει στον σύζυγό της. Δεν γίνεται, όμως, γι' αυτό πιο συμπαθής και ανθρώπινη. Το σεξ είναι σαν να ολοκληρώνει την αδηφάγα διάθεσή της απέναντι στον άντρα της. Γιατί της δώσατε αυτό το ενδιαφέρον χαρακτηριστικό;

Αυτό το χαρακτηριστικό είναι συμβολικό και αρχετυπικό. Αυτή η γυναίκα έχει την ορμή της γονιμότητας, είναι η αρχέγονη μήτρα της ζωής. Στη δική της περίπτωση, βέβαια, υπάρχει η αιτιολογία της στέρησης λόγω του αυστηρού περιβάλλοντος και της ηλικίας της. Δεν ξέρω αν είναι συμπαθής ή αντιπαθής, πάντως αγάπησε πραγματικά με τον τρόπο της τον Αλέξη και στο τέλος εναντιώθηκε στα τρομερά αδέρφια της.

 

— Η κορύφωση του βιβλίου, φυσικά, είναι ένας φόνος. Ο «άβουλος» Δαφέρμος ξεσπά. Αντιδρά σε κάτι. Πώς εξηγείτε την πράξη του; Είναι άμοιρη, λέτε, των ίδιων προκαταλήψεων και κανόνων που εγκλώβισαν και τη δική του ζωή; Μήπως στο αυτοκαταστροφικό ξέσπασμά του επαναλαμβάνει τα μυστικά και ψέματα που καθόρισαν τον γάμο και τη ζωή του; Τον καταλαβαίνετε τον Δαφέρμο, είναι προφανές, δεν τον καταδικάζετε.

Αλίμονο αν οι συγγραφείς καταδίκαζαν τους ήρωές τους! Αυτό είναι προνόμιο του αναγνώστη. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ιστορία ενός μυθιστορήματος είναι μια συνθήκη που θα επιτρέψει στον συγγραφέα να βυθιστεί στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής. Πέρα από τα κοινωνιολογικά και ανθρωπολογικά δεδομένα του μύθου, με ενδιέφερε η ψυχογράφηση των χαρακτήρων, η κατάδυσή μου στη βαθιά περιοχή της ύπαρξής τους, όταν αυτή έρχεται αντιμέτωπη με τα ακραία διλήμματα του ανθρώπου, εκεί όπου και η σιωπή ακόμα είναι περιττή, γιατί πρωτεύει η σύγκρουση των αποφάσεων και ο χρόνος καταργείται. Πιστεύω πάντα ότι οι βασικοί ήρωες της μυθοπλασίας πρέπει να είναι σε απόκλιση από το σύμπαν, για να αφήνουν το περιθώριο στον δημιουργό να ερευνήσει τη στάση τους απέναντι στα πιο αγωνιώδη θέματα της ζωής. Υπάρχει κάποιος ήρωας της αρχαίας τραγωδίας που ήταν σε σύγκλιση με το σύμπαν; Δεν νομίζω! Ναι, με ενδιαφέρει εκείνη η περιοχή, όπου η γλώσσα πρέπει να αναμετρηθεί με το ανείπωτο. Οι λέξεις τελειώνουν και αρχίζει η άβυσσος.

 

— Μια και το θέμα της ψυχικής ασθένειας, των γονιδίων, παίρνει από μια στιγμή και πέρα το πάνω χέρι στο βιβλίο σας, αναρωτιέμαι μήπως ο Δαφέρμος έχει ίχνη μιας ψυχικής αρρώστιας. Εμένα, αυτός ο σιωπηλός, αντιφατικός άνθρωπος, που κατάπινε τα πάντα αλλά παρατηρούσε με ένταση τα πάντα, ήχους, σιωπές, χρώματα, φως, πάντα ιδιόρρυθμος και «ξένος», με τρόμαζε από την αρχή.

Μπορεί να τον έκανα να είναι σε απόκλιση από τα καθιερωμένα, αλλά δεν πιστεύω ότι εμφανίζει ίχνη ψυχασθένειας. Είναι ένας καλόβουλος και καλόπιστος άνθρωπος που δεν θέλει να έχει προβλήματα και δεν δημιουργεί ο ίδιος ενόχληση στους άλλους. Βέβαια, ο αναγνώστης έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να προσλάβει τους χαρακτήρες με τη δική του οπτική σήμανση και να τους αφήσει να μιλήσουν μέσα του ελεύθερα.

 

— Να μιλήσουμε λίγο για το ύφος, αυτόν τον απλό, λιτό, κοφτό λόγο, που φυσικά έχει και τα πετάγματά του, ακολουθώντας την εσωτερική ζωή του ήρωα. Υπάρχουν συγγραφείς, βιβλία, που έχετε αγαπήσει πολύ, που ίσως είναι οι αναφορές σας, οι «δάσκαλοί» σας στη λογοτεχνία, Έλληνες και ξένοι;

Πολύ σωστά το λέτε ότι το ύφος ακολουθεί την εσωτερική ζωή του ήρωα. Πρέπει να σας εξομολογηθώ ότι η γραφή αυτού του βιβλίου ήταν μια ευκαιρία άσκησης ύφους για μένα, δεδομένου ότι έχει πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η οποία γίνεται από έναν εγγράμματο μεν άνθρωπο, αλλά όχι λόγιο. Το ύφος, λοιπόν, έπρεπε να είναι ανάλογο με τη σύμβαση ότι κάποιος αφηγείται χωρίς αξιώσεις λογοτεχνικές. Ωστόσο, έχει μια ποιητική σχέση με τις λέξεις και όταν ζει σημαντικές στιγμές τις καταγράφει με ένταση και βάθος, χωρίς όμως να βυθίζεται σε συγκινησιακή φόρτιση. Πρόσεξα πάρα πολύ να μην υπάρχει καθόλου μελοδραματικότητα, γιατί τότε το κείμενο θα βούλιαζε, συντετριμμένο από το θέμα. Όσες φορές παρασύρθηκα, έσβηνα και έγραφα ξανά. Χρειάστηκε μεγάλη προσήλωση και ανυποχώρητη κυριαρχία στο υλικό για να μην ξεφύγει ο βασικός ήρωας. Η γλώσσα σώζει το κείμενο από την παγίδα του μελοδράματος. Γι' αυτό και η Εστία σημειώνει στο οπισθόφυλλο ότι η γλώσσα γίνεται επίσης πρωταγωνίστρια του βιβλίου.


Τώρα, για τις επιρροές μου, θα σας πω μόνο ότι η πρώτη μου επαφή με τη γραφή ήταν η ποίηση. Από μικρός και μέχρι το τέλος των φοιτητικών μου χρόνων στην Ελλάδα υπήρξα μόνο ποιητής. Αλλά όταν έφυγα στη Γαλλία για μεταπτυχιακές σπουδές, ήρθα σε επαφή με τη γαλλική πρόζα, διάβασα πολλή γαλλική λογοτεχνία και τότε έγινε η μεταστροφή μου στο μυθιστόρημα, η οποία οφείλεται στη Μαργκερίτ Ντιράς. Δεν το έχω πει αλλού. Ο κοφτός της λόγος, οι σπαραγμένες φράσεις της, με εντυπωσίασαν. Όλοι οι συγγραφείς του λεγόμενου «nouveau roman» στη Γαλλία με επηρέασαν πολύ. Ο Aλέν Ρομπ-Γκριγιέ, η Ναταλί Σαρότ, αλλά και ο Σελίν, με το δουλεμένο ύφος ενός σχεδόν προφορικού λόγου. Δεν ξεχνώ τον εξαιρετικό Αλμπέρ Καμί. Δεν με άφησε ασυγκίνητο. Σπουδαία η γραφή και η σύλληψη στα έργα του. Όμως ο ρυθμός και η αυστηρή επιλογή των λέξεων οφείλονται οπωσδήποτε στους ποιητές που κατοικούν στη μνήμη μου.

 

Αλίμονο αν οι συγγραφείς καταδίκαζαν τους ήρωές τους! Αυτό είναι προνόμιο του αναγνώστη. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Αλίμονο αν οι συγγραφείς καταδίκαζαν τους ήρωές τους! Αυτό είναι προνόμιο του αναγνώστη. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

— Μία από τις πολλές αρετές του βιβλίου σας είναι αυτή η συνεχής αγωνία που δημιουργείτε στον αναγνώστη για το τι τον περιμένει στην επόμενη σελίδα, τι θα γίνει, πού θα πάει αυτή η εκ πρώτης όψεως «τετριμμένη» ιστορία προξενιού στην ορεινή Κρήτη. Πρόθεσή σας ή απλώς ιδέα μιας αναγνώστριας;

Όταν γράφω, δεν μπορώ να ξέρω αν η ροή των γεγονότων θα δημιουργήσει αγωνία στον αναγνώστη, γιατί δεν κάνω αστυνομική λογοτεχνία. Προφανώς και δεν υπάρχει τέτοια πρόθεση. Ήξερα όμως από την αρχή ότι θα υπάρξει αυτή η μεγάλη ανατροπή στην πλοκή και ότι θα προκαλέσει αναστάτωση στους αναγνώστες.

 

— Βάζετε στο τέλος τον ήρωά σας να αναφέρεται στον Καραβάτζιο, να θυμάται τους πίνακές του που έβλεπε στο βιβλίο της Ιστορίας, αλλά κι αυτά που τους έλεγε για την τέχνη της Αναγέννησης ο καθηγητής του. Είναι μια ελευθερία που παίρνει ένας μελετητής και ειδικός σαν κι εσάς στην τέχνη της Αναγέννησης ή πατάει και σε ιστορικά δεδομένα; Διδασκόταν η τέχνη της Αναγέννησης στα ελληνικά σχολεία της δεκαετίας του '40;

Είχα ακούσει ιστορίες ανθρώπων στο Ρέθυμνο για έναν καθηγητή που τους μιλούσε για τη βυζαντινή τέχνη και την Αναγέννηση, όταν ήταν μαθητές ακριβώς τη δεκαετία του '40. Τον ίδιο καθηγητή είχα κι εγώ στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης στην Ιστορία της Τέχνης, στο τέλος της δεκαετίας του '70 ‒ δεν θα πω το όνομά του. Αυτές οι ιστορίες με ώθησαν να γράψω τη σκηνή που αναφέρετε. Δεν είναι τυχαία. Είναι όνειρο που αναζωπυρώνει ερωτήματα για την ψυχή και τον άνθρωπο, για το φως και τις σκιές. Πάντως, λίγη σημασία δίνω στην πραγματολογική διάσταση του συγκεκριμένου θέματος. Το πραγματικό πρέπει να υποχωρεί, να αποσύρεται προς όφελος της δραματουργικής ύφανσης ενός έργου. Πιστεύω σ' αυτή την ελευθερία του λόγου που τολμά να αναδομεί και να αναπλάθει, αφήνοντας χώρο στο σύμπαν της αφήγησης να τελειοποιήσει το όνειρο.

 

— Είναι το δεύτερο μυθιστόρημά σας, με μεγάλη απόσταση από το πρώτο. Διδάσκετε σε σχολείο. Τι σας κράτησε τόσα χρόνια μακριά από το γράψιμο;

Δεν ήμουν καθόλου μακριά από το γράψιμο. Οι απαιτήσεις του σχολείου –δίδασκα στο Πειραματικό Σχολείο του Πανεπιστημίου Αθηνών τότε– αλλά και άλλα θέματα με κράτησαν μακριά από την παρουσίαση των γραπτών μου στο κοινό. Το βιβλίο που έρχεται σε λίγο από τις ίδιες εκδόσεις γράφτηκε εν πολλοίς στη διάρκεια αυτής της περιόδου «της σιωπής», αλλά έχει εντελώς διαφορετικό ύφος και γλώσσα.

 

— Το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, μια χρονιά μάλιστα με πολύ γερή short list (Συμπάρδης, Πανσέληνος, Πέτσα και άλλοι), ήταν για σας μια έκπληξη, εκτός από χαρά; Αισθάνομαι ότι είναι μια δικαίωση και μια ευκαιρία να διαβαστεί από περισσότερους το βιβλίο. Εσείς τι λέτε;

Τιμώ και εκτιμώ τους συγγραφείς που περιελήφθησαν στη βραχεία λίστα. Δεν γράφω για τα βραβεία. Ήρθε. Πολλοί μου έλεγαν ότι θα διακριθεί. Δεν είχα ιδέα, δεν το έβαλα στο μυαλό μου, γιατί δεν μου αρέσουν οι διαψεύσεις. Ασφαλώς και ένα βραβείο παρακινεί περισσότερους αναγνώστες να διαβάσουν ένα βιβλίο. Δημιουργεί όμως και αυξημένη ευθύνη στον συγγραφέα, καθώς και μεγαλύτερες προσδοκίες στους αναγνώστες για τα επόμενα βιβλία.