Ο Ισίδωρος Ζουργός γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε παιδαγωγικά και υπηρετεί στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος. Παράλληλα, εδώ και αρκετά χρόνια ξεχωρίζει ως ένας από τους πιο πετυχημένους συγγραφείς με έντονη παρουσία στον χώρο του βιβλίου και σημαντικό εκδοτικό έργο, το οποίο έχει ευρύτατη αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό. Έχει συνεργαστεί στο παρελθόν με διάφορα περιοδικά, δημοσιεύοντας ποίηση και πεζογραφία, καθώς και βιβλιογραφικά κριτικά σημειώματα. Επίσης, έχει ασχοληθεί με θέματα διδασκαλίας της λογοτεχνίας στο δημοτικό σχολείο και ιστορίας της εκπαίδευσης.


Συναντηθήκαμε ένα συννεφιασμένο απόγευμα στο σπίτι του, που βρίσκεται στο κέντρο της συμπρωτεύουσας. Σε κάθε σημείο του διαμερίσματος υπάρχουν ταξινομημένες βιβλιοθήκες, προσωπικά αντικείμενα, κρεμασμένα οικογενειακά κειμήλια αλλά και σκόρπιες λευκές σελίδες, αφημένες στο ξύλινο γραφείο του.


Καθ' όλη τη διάρκεια της συνομιλίας μας έχω μπροστά μου έναν άνθρωπο ευγενή, χαμογελαστό και εγκάρδιο. Στα πολυσέλιδα μυθιστορήματά του πολλές φορές χρησιμοποιεί τον ερευνητικό φακό της Ιστορίας και καταπιάνεται με το παρελθόν, τις μνήμες και την πόλη, χαρτογραφώντας με τον δικό του τρόπο διάφορες εκδοχές του κόσμου.


Ο ίδιος παραμένει μανιώδης αναγνώστης, ενώ εξακολουθεί να γράφει στο χέρι, χρησιμοποιώντας τα αγαπημένα του μολύβια. Όταν αντιλήφθηκε ότι η ποίηση δεν τον χόρταινε, στράφηκε στον πεζό λόγο. Τα βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη του μετέδωσαν το ρίγος της γραφής αλλά και το αίσθημα της ελευθερίας. Όπως τονίζει αρκετές φορές στη συζήτησή μας, ο συγγραφέας πρέπει να ακούει τη δική του φωνή. Επίσης, γι' αυτόν η δημιουργία σημαίνει προσήλωση, πειθαρχία και καθορισμένο ωράριο.


Στη συνέντευξη που ακολουθεί μιλά για το νέο του βιβλίο «Οι ρετσίνες του βασιλιά», τη ζωή του, τη Θεσσαλονίκη, την παιδεία, τη διδασκαλία στην εποχή του Διαδικτύου, τη συγγραφή, την απώλεια αλλά και για το τι θεωρεί σημαντικό στη ζωή.

 

Στην Ελλάδα, δυστυχώς, πρέπει να παλέψεις για το αυτονόητο. Αυτό που στους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς θεωρείται δεδομένο για εμάς αποτελεί έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης.

 

— Σε τι περιβάλλον μεγαλώσατε; Τι θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια;

Στάθηκα πολύ τυχερός, γιατί μεγάλωσα στους κόλπους μιας οικογένειας όπου κυριαρχούσαν η αγάπη, η θαλπωρή και το ασίγαστο ενδιαφέρον για τα πράγματα. Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι απλοί και καθημερινοί, οι οποίοι, λόγω των κακουχιών, δεν κατάφεραν να σπουδάσουν. Ήταν μια εποχή μέτρου και ορίων, αξιοπρέπειας και αισιοδοξίας με βασικό στόχο την υπέρβαση και το όνειρο μιας καλύτερης ζωής. Αυτό που θυμάμαι έντονα είναι ότι στο σπίτι μας θεωρούνταν δεδομένος ο αστικός κώδικας ευγένειας. Από κείνα τα χρόνια αναπολώ τα παιχνίδια με τους φίλους στις αλάνες αλλά και τα επικά καλοκαίρια της ανεμελιάς και της απέραντης ελευθερίας. Παρέες, παιδικές συμμορίες, το άκουσμα των τζιτζικιών, ξύλα, σαΐτες και τόξα ήταν τα δικά μας μνημεία του θέρους. Έτσι, αξιώθηκα να έχω ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, γι' αυτό προσπάθησα να δώσω τα ίδια ερεθίσματα και στα δικά μου παιδιά. Το μεγαλύτερο εφόδιο και προίκα που μπορείς να μεταδώσεις ως γονιός δεν είναι μόνο η εκμάθηση ξένων γλωσσών αλλά ένα «κουκούλι» αγάπης, φροντίδας και ζεστασιάς, το οποίο στην πορεία αποδεικνύεται το μεγαλύτερο ψυχικό οπλοστάσιο. Τέλος, αυτό που διατηρώ πολύ έντονα στη μνήμη μου από τα παιδικά μου χρόνια είναι το ασύγκριτο αίσθημα που σε διακατέχει όταν ζεις εντελώς ανυποψίαστα απέναντι στη φθορά και στη θνητότητα.

 

— Τι είναι αυτό που σας ώθησε να γίνεται εκπαιδευτικός;

Το σχολείο της δικής μου περιόδου είχε μια αυταξία, έναν σημαντικό ρόλο αλλά και κύρος σε μια κοινωνία που το θεωρούσε τη μοναδική δίοδο φωτισμού και βελτιστοποίησης της ζωής. Διαμόρφωνε τον ελεύθερο πολίτη, ενέπνεε και έδινε μέσω της γνώσης την αυτονομία στο άτομο. Σήμερα, αντιθέτως, ο κοινωνικός ρόλος του σχολείου έχει υπονομευτεί αρκετά και πιθανόν αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ζούμε σε μια εποχή με πολλά ερεθίσματα. Ένα μέρος της εκπαίδευσης έχει φυλλορροήσει κυρίως λόγω του Διαδικτύου.


— Πώς ανακαλύπτει ένας άνθρωπος τι είναι αυτό που θέλει στη ζωή;

Πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο ερώτημα, διότι, για να βρεις την απάντηση, απαιτείται βάθος χρόνου, μια διασταύρωση με την καθημερινότητα και τις εμπειρίες, καθώς και μια δοκιμή σωστού - λάθους. Ίσως το πρώτιστο είναι να μάθουμε να ξεχωρίζουμε όσα έχουν αξία από τα υποδεέστερα και, δεύτερον, να γνωρίζουμε τι είναι αυτό που πραγματικά μας αφορά οντολογικά. Εκεί νομίζω ότι βρίσκεται η ευτυχία και αυτή την οδό πρέπει να αναζητήσουμε.

 

H βασικότερη αιτία της κακοδαιμονίας της εκπαίδευσης εντοπίζεται στο ότι σε πολιτικό επίπεδο η παιδεία ήταν πάντα περισσότερο ένα καύχημα από τα μπαλκόνια παρά ένα πραγματικό νοιάξιμο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
H βασικότερη αιτία της κακοδαιμονίας της εκπαίδευσης εντοπίζεται στο ότι σε πολιτικό επίπεδο η παιδεία ήταν πάντα περισσότερο ένα καύχημα από τα μπαλκόνια παρά ένα πραγματικό νοιάξιμο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Έχετε πει ότι η συγγραφή είναι ένα φιλοσοφικό πέλαγος. Γράφετε για εσάς από εσωτερική ανάγκη ή για τους άλλους;

Τελικά, πιθανόν να είναι ωκεανός... (γέλια) Η συγγραφή είναι ένας δρόμος αυτογνωσίας. Ένα εργαλείο ανάλυσης και κατανόησης του κόσμου. Μια επικοινωνία, ένα μανιφέστο, μια προσευχή αλλά και ένας εσωτερικός ψίθυρος. Μια μυσταγωγική σχέση με βαθύτερες και μεστές υπαρξιακές ανησυχίες. Γράφω για τον εαυτό μου και πιστεύω ότι κάθε συγγραφέας το ίδιο πράττει. Ο δημιουργός έχει την ανάγκη να απεικονίσει τα δικά του οράματα για τον κόσμο, γι' αυτό και οι αναγνώστες έπονται. Φυσικά, η ευτυχής συγκυρία είναι να καταφέρεις να συναντηθείτε σε αυτήν τη γοητευτική διαδρομή.


— Στα βιβλία σας επιλέγετε να μπλέκετε ιστορικά γεγονότα. Τι είναι αυτό που σας ελκύει στην Ιστορία;

Είχα πάντα μια έλξη για το ιστορικό περιβάλλον με την έννοια του τρόπου σκέψης των ανθρώπων, του πώς αισθάνονταν αλλά και πώς ήταν η καθημερινότητά τους. Πάντοτε μού άρεσε η σαγηνευτική διαδρομή που οδηγούσε προς τα πίσω, διότι έτσι διεισδύεις σε περιόδους, εποχές, πρόσωπα και ζωές και τις παρατηρείς πέρα από τα αυτονόητα επιτεύγματα της δικής μας περιόδου. Καλείσαι να ερευνήσεις μια δέσμη διαφορετικών ερωτημάτων και προβληματισμών. Την ίδια στιγμή, καιροφυλακτεί ένα φιλοσοφικό και πολιτικό ερώτημα: «Αλλάζει ο άνθρωπος; Και με ποιον τρόπο;». Κάποιοι θεωρούν ότι ο πυρήνας παραμένει ίδιος, άλλοι υποστηρίζουν ότι εξελίσσεται.


— Εσείς πιστεύετε ότι αλλάζουν οι άνθρωποι στο πέρασμα του χρόνου;

Ανήκω σ' εκείνους που πιστεύουν ότι τα βαθύτερα «θέλω», τα ρίγη και οι αναζητήσεις παραμένουν αναλλοίωτα στον χρόνο. Ίσως αλλάζουν τα επιφαινόμενα, πιθανόν και ‒εξωτερικά‒ οι πράξεις των ανθρώπων. Στο βάθος όλοι μας είχαμε πάντα ‒και έχουμε‒ ανάγκη αναγνώρισης, φροντίδας και αγάπης αλλά και σκληρές έξεις κυριαρχίας, ιδιοκτησίας και φθόνου. Από κει και πέρα, αν το προσδιορίζουμε στο στενό χρονικό όριο μιας ανθρώπινης ζωής, θεωρώ ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει ως προς τον χαρακτήρα και τις βασικές του δομές. Απλώς μαθαίνει να λαξεύει, να μεταμφιέζει και να αποκρύπτει κάποιες συμπεριφορές, ανάλογα με το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται.


— Τι είναι η λογοτεχνία για εσάς;

Με μια λέξη θα έλεγα ότι είναι μια μορφή αναπνοής. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς τη λογοτεχνία. Ξέρετε, ασφυκτιώ ζώντας στο μικρό ραμμένο κουστούμι της ζωής μου και επιλέγω, μέσω της λογοτεχνίας, να περιδιαβαίνω σε άλλες ζωές και τόπους. Το ζητούμενο στην τέχνη είναι να κατακτήσεις την αίσθηση ελευθερίας που σου προσφέρει και δεν μπορεί να σου παρέχει η καθημερινότητα στον βαθμό που θα ήθελες.


— Τι είναι αυτό που σας απασχολεί στο νέο σας βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Οι ρετσίνες του βασιλιά» ;

Το βιβλίο έχει έναν αινιγματικό τίτλο, γιατί δεν μπορεί κανείς να φανταστεί έναν βασιλιά να πίνει ρετσίνα. Η ρετσίνα ήταν το ποτό των λαϊκών ανθρώπων, της γειτονιάς, της παρέας και της οικογενειακής συνάθροισης. Αργότερα, βέβαια, όταν ο Έλληνας ανακάλυψε τα τζιπ, τα πούρα, το σκάφος, τις χειμερινές αποδράσεις στον Παρνασσό και τα καλοκαίρια στη Μύκονο, η ρετσίνα χάθηκε από τη δημόσια σφαίρα. Στο βιβλίο αυτό, λοιπόν, επιχειρώ μια οινοβαρή συνομιλία με τον σαιξπηρικό κόσμο του «Βασιλιά Ληρ» αλλά και μια καταβύθιση στον κόσμο της ανθρώπινης μοναξιάς στις αρχές του 21ου αιώνα. Οι «Ρετσίνες του βασιλιά» είναι ένα μυθιστόρημα-νόμισμα. Στη µια του όψη βρίσκεται ο αναμαλλιασμένος γέροντας που κάποτε ήταν βασιλιάς και στην άλλη ένας κοιλαράς που μοιάζει με τον Γαργαντούα, ως αναφορά στον χθόνιο πολιτισμό. Κάπως έτσι, στρίβοντας το νόμισμα στον αέρα, φανερώνονται μέσα από γράμματα και μυστικά οικογενειακές ιστορίες και εικόνες μιας χώρας αμήχανης και βουτηγμένης στην ανεργία και στη νέα μετανάστευση.


— Πείτε μου πώς είναι για έναν άνθρωπο να είναι δάσκαλος;

Οι δάσκαλοι ζούμε σε καταστάσεις εργασιακής πολυτέλειας, και για να μην παρεξηγηθώ, εννοώ συναισθηματικής πολυτέλειας. Έχουμε το προνόμιο να μπορεί να ξεκινά η μέρα ή η εβδομάδα μας ακούγοντας π.χ. από ένα παιδί τι όνειρο είχε δει το προηγούμενο βράδυ. Τα παιδιά είναι το μέλλον, η ζωή που έρχεται και η ελπίδα των επόμενων χρόνων. Ο δάσκαλος έχει την τύχη να εισπράττει μερίδιο απ' αυτές τις αθώες επιθυμίες. Γι' άλλους, βέβαια, ίσως είναι αφόρητο να μιλούν καθημερινά με παιδιά, αλλά θα μπορούσαν να ακολουθήσουν ένα διαφορετικό επάγγελμα από εκείνο του δασκάλου. Όταν είσαι στην τάξη, οφείλεις να προσαρμόζεσαι στις ανάγκες της παιδικής ψυχής. Γι' αυτό πιστεύω ότι επιτυχημένος δάσκαλος είναι αυτός που παίζει επάξια τον ρόλο του, έχοντας συνείδηση της αποστολής του.


— Έχει αξία σήμερα αυτό το επάγγελμα, σε μια περίοδο κυριαρχίας του Διαδικτύου και της τεχνολογικής επανάστασης;

Στην εποχή μας ο δάσκαλος καλείται να δείξει στον μαθητή πώς να ξεχωρίζει την περιττή πληροφορία από εκείνη που τον αφορά, τη στιγμή που εξελίσσεται ως προσωπικότητα μέσα από ένα σύνολο πολυάριθμων εικόνων και ερεθισμάτων. Κι αυτό επιτυγχάνεται μέσω μιας σύνθετης διαδικασίας που έχει να κάνει με τον εγγραμματισμό αλλά και με τη δημιουργία νοητικών δομών που θα μετατρέψουν τον μαθητή σε έναν ικανό χρήστη των προκλήσεων που έχει να αντιμετωπίσει. Επομένως, το σχολείο και κατ' επέκταση οι εκπαιδευτικοί δεν πρέπει να είναι «μορφωτικοί χορηγοί» αλλά να πετυχαίνουν μια σύζευξη εικόνας και καλλιέργειας του λόγου. Αν δεν έχουμε ασκηθεί στον λόγο, δεν μπορούμε να γίνουμε ενεργοί πολίτες, σωστοί κριτές, ούτε και αποδοτικοί στον κόσμο της εικόνας.

 

— Ποιο είναι το βασικό περιεχόμενο της μόρφωσης;

Κοινωνικοποίηση, συνύπαρξη, αποδοχή του «άλλου», καλλιέργεια της ευθύνης και της υπευθυνότητας. Παράλληλα, θεωρώ πολύ σημαντικά, εκτός από τον ασκημένο γραπτό λόγο, τη μεγαλόφωνη ανάγνωση και την ακουστική δεξιότητα.


— Κατά τη γνώμη σας, πού πάσχει η παιδεία στην Ελλάδα;

Ο μεγάλος ασθενής είναι κυρίως το λύκειο, το περιεχόμενο που διδάσκεσαι εκεί και σε οδηγεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τότε χάνεται ο προσανατολισμός. Νομίζω, όμως, ότι η βασικότερη αιτία της κακοδαιμονίας της εκπαίδευσης εντοπίζεται στο ότι σε πολιτικό επίπεδο η παιδεία ήταν πάντα περισσότερο ένα καύχημα από τα μπαλκόνια παρά ένα πραγματικό νοιάξιμο.


— Αν σας ρωτούσα τι πόλη είναι η Θεσσαλονίκη, τι θα μου απαντούσατε; Αινιγματική, συντηρητική ή πολυεπίπεδη;

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πολυεπίπεδη πόλη, η οποία εμφανίζει πολλά πρόσωπα στη διάρκεια της ιστορίας της και στην οποία συναντάμε είτε έναν πολιτικό προοδευτισμό την περίοδο του Μεσοπολέμου είτε έναν βαθύτατο συντηρητισμό, υπαίτιο για μερικές από τις σκοτεινές πολιτικές της σελίδες. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η Θεσσαλονίκη, στη διάρκεια των 23 αιώνων της ιστορίας της, ήταν πάντοτε πόλη. Αναμφίβολα, ξεχωρίζει για τις απίστευτες επιστρωματώσεις όχι μόνο σε ευρήματα αλλά και στις νοοτροπίες και στις αντιλήψεις.

 

Η αίσθηση της έλλειψης σεβασμού απέναντι στον διπλανό μας είναι ένα καρκίνωμα της ελληνικής κοινωνίας. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Η αίσθηση της έλλειψης σεβασμού απέναντι στον διπλανό μας είναι ένα καρκίνωμα της ελληνικής κοινωνίας. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Τι είναι αυτό που σας ενοχλεί σε αυτήν;

Στη Θεσσαλονίκη με ενοχλεί που έχει αλωθεί από την αντιπαροχή των εργολάβων. Με στενοχωρεί όταν σκέφτομαι την κοσμοπολίτικη πόλη του 1890 και πώς αυτή μετατράπηκε σε μια γκρίζα πόλη της δεκαετίας του '50 και του '60. Αν σταθώ στο σήμερα, αυτό που με εκνευρίζει είναι οι λαμαρίνες στα έργα του μετρό που δεν έρχεται ποτέ. Τις μισώ αυτές τις λαμαρίνες, γιατί έχουν κόψει τον ορίζοντα κι έχουν δηλητηριάσει την καθημερινότητά μας. Πρόκειται για έναν βιασμό της πόλης. Επίσης, με ενοχλούν η βρομιά και η ανοησία, όπως αυτή αποτυπώνεται στις μουτζούρες στους τοίχους. Αναφέρομαι σε αυτά τα σκωληκοειδή, τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με γκράφιτι και την τέχνη του δρόμου.


— Σας ενδιέφεραν πάντα οι σκιές μιας πόλης;

Ας μην ξεχνάμε ότι οι σκιές αποτελούν τη βασική τροφή της λογοτεχνίας.


— Βασικό χαρακτηριστικό των λογοτεχνικών σας έργων είναι τα λιμάνια και τα τείχη. Τι σηματοδοτούν για εσάς; Ποια η συμβολική τους σημασία;

Το λιμάνι είναι το αντίθετο του τείχους. Είναι η έξοδος προς τον κόσμο, τον άλλον, η οδός του εμπορίου που έχει προωθήσει τον άνθρωπο ως είδος. Από την άλλη πλευρά, τα τείχη είναι η άμυνα και ο φόβος.

 

— Ως λαός γνωρίζουμε την Ιστορία της χώρας μας;

Δεν νομίζω. Ως προϊόντα ενός συγκεκριμένου εκπαιδευτικού συστήματος ξέρουμε την Ιστορία όπως μας μεταδόθηκε. Από τη γέννηση του ελληνικού κράτους η χώρα μας διατηρεί με την Ιστορία της μια σχέση που συχνά χαρακτηρίζεται από κομπορρημοσύνη. Τη χρησιμοποιούμε, δε, όταν δεν τα καταφέρνουμε στα πρακτικά προβλήματα του βίου μας. Οπότε, η Ιστορία λειτουργεί στην Ελλάδα ως άλλοθι πολλές φορές, για να σκεπάσει τις χρόνιες αδυναμίες μας. Ουσιαστικά, το πρόβλημα δεν είναι η ποσότητα ή η ποιότητα της γνώσης αλλά η χρήση της ως κουκουλώματος της ανεπάρκειάς μας σε διάφορους τομείς της ζωής μας.


— Ποιο είναι το βασικότερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας;

Ένα από τα βασικά μας προβλήματα είναι ότι έχουμε ξεχάσει τα όρια σεβασμού, συνύπαρξης αλλά και κατανάλωσης. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, πρέπει να παλέψεις για το αυτονόητο. Αυτό που στους υπόλοιπους ευρωπαϊκούς λαούς θεωρείται δεδομένο για εμάς αποτελεί έναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης. Η αίσθηση της έλλειψης σεβασμού απέναντι στον διπλανό μας είναι ένα καρκίνωμα της ελληνικής κοινωνίας. Θόρυβος, ηχορύπανση, απουσία δικαιωμάτων των πεζών αλλά και καμία περιβαλλοντική συνείδηση. Είναι τρομερό το ότι ακόμα δεν έχουμε καταλάβει τι σημαίνει ανακύκλωση. Έχουμε πρόβλημα επιβολής νόμου και αυτό φαίνεται από τη μη εφαρμογή του αντικαπνιστικού. Αλλά, ας μην ξεχνάμε ότι είμαστε ο πιο έξυπνος λαός του κόσμου... (γέλια)


— Ποια είναι η πηγή της συγγραφικής σας περιέργειας;

Η συναναστροφή με τους ανθρώπους και ταυτόχρονα οι πολυάριθμες αναγνώσεις. Πολλές φορές το θέμα σε διαλέγει, δεν το διαλέγεις. Προκύπτει ένα ερέθισμα που μπορεί να μετατραπεί σε μια ενόχληση που επιμένει. Μια εμμονή ενός συμπτώματος. Εκεί ξεκινά η διαδρομή διερεύνησης. Και πιθανόν να καταλήξει στην επέμβαση, δηλαδή στη γέννηση ενός βιβλίου. Ο συγγραφέας, άλλωστε, είναι ένας δημιουργός που οφείλει να συνδέσει την αναπνοή του με τους εσωτερικούς κραδασμούς.


— Πείτε μου κάτι που φοβάστε;

Ο φόβος είναι η υγιής αντίδραση απέναντι σ' έναν κόσμο γεμάτο ερωτηματικά. Φοβάμαι, λοιπόν, μήπως έρθει εκείνη η στιγμή που δεν θα μπορώ να πω τίποτα σημαντικό στους αναγνώστες, που να μην το έχω ξαναπεί. Πέρα από τον φόβο της λευκής σελίδας, φοβάμαι τις επερχόμενες εποχές της ισοπέδωσης των βεβαιοτήτων. Μπορεί οι βεβαιότητες να αποτελούν ένα αρνητικό διακύβευμα, διότι έχουν γεννήσει ολοκληρωτισμούς και τοξικές απόψεις, αλλά το να ζεις μετέωρος, χωρίς πυξίδα, το θεωρώ αδιανόητο. Διότι, τι γίνεται σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από μια μεγάλη ρευστότητα; Και τι θα συμβεί σε μια δημοκρατία που αδυνατεί να εφαρμοστεί ή σε ένα περιβάλλον που καταρρέει;


— Σας τρομάζει η φθορά;

Απέναντι στην ανίκητη φθορά ο άνθρωπος πρέπει να προτάξει μια ασπίδα ανθρωπισμού, φιλοσοφίας και νοσταλγίας του Θεού. Και ποιον δεν τρομάζει η φθορά; Όμως, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να επινοήσεις και να χρησιμοποιείς το δικό σου «αντισκορικό».


— Τι είναι ευτυχία;

Η ευτυχία είναι σύμφυτη με τη δημιουργία και το «κοινωνείν», δύο συνθήκες που μπορούν να χτίσουν μοναδικά την ανθρώπινη ευτυχία.


— Μια βαθιά πληγή που σας ακολουθεί ακόμη;

Η απώλεια του αδερφού μου πριν από τέσσερα χρόνια. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ερχόταν στιγμή που ο άνθρωπος με τον οποίο μεγαλώσαμε μαζί και με προστάτευε όταν ήμασταν μικρά παιδιά δεν θα υπάρχει πια. Μια πληγή που πονά πολύ και όσο κι αν μάθεις να τη διαχειρίζεσαι, κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός εξακολουθεί να σου υπενθυμίζει την παρουσία της. Πιστεύω ότι η απώλεια είναι μια λέξη συνώνυμη του ολέθρου.


— Τι θεωρείτε σημαντικό στη ζωή;

Να επιτυγχάνεις τη νοηματοδότηση της παρουσίας σου και να μην αφήνεσαι στην τυχαιότητα της ζωής. Ουσιαστικά, να δίνεις ένα βαθύτερο περιεχόμενο στην καθημερινότητά σου, πέρα από τις περιστασιακές απολαύσεις.

 

Το νέο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού «Οι ρετσίνες του βασιλιά» κυκλοφορεί ήδη στα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Πατάκη.