Ανένταχτη, πολυμαθής και κοσμοπολίτισσα, παράτολμη και αποσυνάγωγη, αλκοολική, λεσβία, παν-ερωτική, με το χάρισμα να μεταπλάθει σε τέχνη κάθε λεπτομέρεια του βίου, η Τζούνα Μπαρνς άφησε το δικό της ισχυρό αποτύπωμα στη λογοτεχνία. Όχι άδικα τη λάτρεψαν οι μοντερνιστές για την αδιανόητη τόλμη του ύφους της, με τον Τ.Σ. Έλιοτ να αποφασίζει να εκδώσει το εμβληματικό Νυχτοδάσος της το 1936 στον Faber & Faber, γράφοντας μάλιστα την εισαγωγή και κάνοντας ευρέως γνωστή την Αμερικανίδα συγγραφέα στους ευρωπαϊκούς κύκλους. Γεννημένη λίγο πριν από το τέλος του 19ου αιώνα σε μια ξύλινη καλύβα στα βόρεια της Νέας Υόρκης, την οποία είχαν καταλάβει εναλλακτικοί και ελευθεριακοί καλλιτέχνες όπως ο ζωγράφος πατέρας της, η Μπαρνς ανατράφηκε με καλλιτεχνικά ερεθίσματα αντί για απλά παιχνίδια. Η ώριμη ματιά της στα εικαστικά και ένα κύμα από αναφορές σε κάθε επίπεδο καλλιτεχνικού γεγονότος –ποίηση, λογοτεχνία, ακόμα και ιερά κείμενα, τα οποία επίσης διαβάζει ως ποιητικά έργα– διαπερνούν το αδιανόητα πρωτότυπο Νυχτοδάσος που δεν σε αφήνει για μέρες αφότου το έχεις τελειώσει. Και όπως όλα τα αξιοσημείωτα έργα που διαθέτουν έναν ανάλογο ποιητικο-κρυπτικό χαρακτήρα, σου αντιστέκεται σθεναρά. Ίσως είχε δίκιο ο Έλιοτ που έγραφε πως χρειάζεται η επίμονη επαναληπτική ανάγνωσή του για να αντιληφθείς τις κρυφές του χάρες, «το μεγάλο επίτευγμα του ύφους του, την ομορφιά της έκφρασης, τη λαμπρότητα του πνεύματος και των χαρακτηρισμών και μια ατμόσφαιρα φρίκης και ολέθρου που μας φέρνει κοντά στην ελισαβετιανή τραγωδία».


Ενδεχομένως και κοντά στην μπαρόκ πρόσληψη του κόσμου, αφού οι ήρωες του Νυχτοδάσους ψάχνουν εναγωνίως αυτό που τους υπερβαίνει, επικαλούμενοι εκστατικές καταστάσεις σε ένα κείμενο που θάλλει μέσα στον πειραματισμό του μοντερνισμού. Μια τέτοια αντίστιξη συναντά κανείς στην υπερβολική και συνάμα απέριττη πρόζα του Τζέιμς Τζόις, ίσως και στα ενορασιακά μοντερνιστικά παιχνίδια του Ντίλαν Τόμας, και δεν είναι να απορείς που αμφότεροι αγάπησαν την Τζούνα Μπαρνς όσο καμία. Ειδικά ο Ντίλαν Τόμας έλεγε πως ήταν η μόνη από τις τρεις γυναίκες που παραδεχόταν, δημιουργώντας αντιδράσεις μέχρι σήμερα. Με τα χρόνια η Αμερικανίδα συγγραφέας και δημοσιογράφος μετατράπηκε σε περσόνα, καθώς η ισχυρή της παρουσία στους κύκλους του μεσοπολεμικού Παρισιού ή στον γαλλικό Νότο ως μέλους της περίφημης «Χαμένης Γενιάς» φάνηκε να πρωταγωνιστεί στις καλλιτεχνικές φαντασιώσεις. Αφού συνέβαλε στη διαμόρφωση της φήμης του Γκρίνουιτς Βίλατζ ως ενός τόπου οργιαστικού και καλλιτεχνικού, συνιστώντας αδιαμφισβήτητο μέλος του, την περίοδο του Μεσοπολέμου μετοίκησε στη Γαλλία για να πάρει συνεντεύξεις από κορυφαίους εκπροσώπους του μοντερνισμού. Φορώντας μια μαύρη κάπα, κατεβάζοντας μπουκάλια κρασί και αψέντι και διαθέτοντας ένα βιτριολικό χιούμορ που όλοι τότε παρομοίαζαν με του Όσκαρ Ουάιλντ, έγινε γνωστή στους κύκλους του Παρισιού ως η περιπετειώδης ελευθεριακή ύπαρξη που αγαπούσε τις γυναίκες. Διαβόητη έμεινε και η σχέση της με τη γλύπτρια Θέλμα Γουντ, με τις διαπρύσιες ερωτικές ομολογίες της Νόρα προς τη Ρόμπιν στο βιβλίο να απηχούν κάτι από τις έντονες στιγμές εκείνου του έρωτα. Ίσως γι' αυτό το Νυχτοδάσος εξυμνήθηκε τόσα χρόνια μετά την έκδοσή του ως κομμάτι της περίφημης «λεσβιακής λογοτεχνίας» –αν και το έργο, όπως αντίστοιχα το Ορλάντο της Γουλφ, υπερβαίνει κάθε κατηγορία– και τελικά επανεκδόθηκε το 2007 από τη Faber & Faber, με την Τζάνετ Γουίντερσον να υπογράφει τη σχετική εισαγωγή.

 

H άκρως ποιητική πρόζα της Μπαρνς δεν έχει τίποτα αμερικανικό και ακόμα και οι στιγμές της γιορτής περισσότερο μοιάζουν με σκηνές της δαντικής κόλασης παρά με εκείνες του Φιτζέραλντ.


Αυτή την εισαγωγή μπορεί κανείς να βρει τώρα στην άρτια έκδοση του Gutenberg από τη σειρά της Aldina, συμπληρωμένη από την αντίστοιχη που έγραψε ο T.Σ. Έλιοτ για την πρώτη έκδοση και το κατατοπιστικότατο επίμετρο της μεταφράστριας Αργυρώς Μαντόγλου, στην οποία οφείλουμε την όμορφη και ακριβή απόδοση του πολυποίκιλτου ύφους της Μπαρνς στα ελληνικά. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά μιλώντας για το Νυχτοδάσος: «Μικρό σε όγκο, αλλά αριστοτεχνικά γραμμένο, συνεχίζει να προκαλεί με τις τολμηρές υφολογικές επιλογές και τις αμφιλεγόμενες περιγραφές των χαρακτήρων του, τις πολυσημίες, την αβίαστη συγκίνηση και τα θέματά του: το πάθος, την παρακμή, τον έρωτα για άτομα του ίδιου φύλου αλλά και τον έρωτα εν γένει, το μίσος, την πλήξη, αλλά και την αδάμαστη φύση που ελλοχεύει μέσα σε κάθε ανθρώπινο ον και που, κατά κάποιον τρόπο, αυτή αποφασίζει για το πώς και ποιους θα αγαπάμε για λίγο ή για μια ζωή».


Σε κάθε της φράση η Τζούνα Μπαρνς επικαλείται την τύχη, την οποία ορίζει ως μια διαρκή μάχη με το πεπρωμένο ή μια ατέρμονη αντιπαλότητα με την αιωνιότητα, την οποία φαίνεται να χαρίζει μονάχα στην τέχνη ή στις στιγμές του έρωτα. Οι ήρωές της, ο υποτιθέμενος βαρόνος Φέλιξ Φολκμπάιν, η χαμένη βαρόνη Ρόμπιν Βόουτ, την οποία όλοι ερωτεύονται και όλοι αναζητούν, ο γιατρός Μάθιου-Μέγκας-κόκκος-άλατος-Δάντης Ο'Κόνορ και η στωική Νόρα Φλαντ, όλοι μαζί μοιάζουν βγαλμένοι από ένα πολύχρωμο έργο τέχνης, αποτελώντας τις καλοδουλεμένες λεπτομέρειές του. Κάθε στιγμιότυπο από τη ζωή τους, ασήμαντο ή καθοριστικό, συνιστά υψηλό εικαστικό γεγονός με τα χρώματα και τις αντιθέσεις του, τις λεπτές σκιές αλλά και τον μπαρόκ-ροκοκό διάκοσμο τοποθετημένο σε ένα τεράστιο ταμπλό βιβάν που είναι η ίδια η λογοτεχνία. Επίσης, όλοι επιτελούν ρόλους, δεν είναι ποτέ αληθινοί, θυμίζοντας ήρωες της όπερας, στους οποίους παραπέμπει διαρκώς η συγγραφέας.


Όμως, αυτό που ουσιαστικά τους απασχολεί, κατά την Μπαρνς, είναι να βρουν τη μοίρα τους –«σπίτι, πουλί ή άνθρωπο»–, ανακαλύπτοντας διαρκώς ότι είναι χαμένοι σε ένα συμβολικό εσωτερικό νυχτοδάσος: «Δεν είμαστε παρά κουφάρια στον άνεμο, με τους μυς μας σφιγμένους μπροστά στη θνητότητα. Μας παίρνει ο ύπνος μέσα στην ατέρμονη σκόνη που επικάθεται στο σαρκίο μας. Είμαστε βυθισμένοι μέσα στα ονόματα που δίνουμε στη δυστυχία μας. Ζωή, το λιβάδι όπου η νύχτα βόσκει να αναμασά το χορτάρι που θρέφει την απόγνωσή μας. Ζωή, το δικαίωμα να γνωρίσουμε τον θάνατο. Δημιουργηθήκαμε μόνο και μόνο για να μπορέσει η γη να μάθει τις απάνθρωπες προτιμήσεις της και αγαπάμε μόνο και μόνο για να γίνει το σώμα μας τόσο πολύτιμο, ώστε ακόμα και η γη να βογκάει όταν το υποδέχεται. Μάλιστα, εμείς που ξεχειλίζουμε από θλίψη πρέπει να κοιτάζουμε γύρω μας προσεκτικά, να αμφιβάλλουμε για όσα βλέπουμε, για όσα γίνονται και λέγονται, επειδή ξέρουμε μονάχα το όνομά τους και όχι την πεμπτουσία τους».

 

Επομένως, η αφρώδης ψευδαίσθηση της ματαιότητας, τα πάρτι, οι συνευρέσεις, οι ευκαιριακοί εναγκαλισμοί, δεν είναι ποτέ ικανά να κρύψουν την αγωνία γι' αυτό που υπάρχει πίσω από το γέλιο, «το δεύτερο κέλυφος κάτω από το οποίο κρύβεται ο απροστάτευτος άνθρωπος», που δεν είναι άλλο από το διαρκές άγχος του θανάτου. Παραδόξως η άκρως ποιητική πρόζα της Μπαρνς δεν έχει τίποτα αμερικανικό και ακόμα και οι στιγμές της γιορτής περισσότερο μοιάζουν με σκηνές της δαντικής κόλασης παρά με εκείνες του Φιτζέραλντ. Το Παρίσι των έντονων αντιθέσεων και η Βιέννη στην αριστοκρατική της αιχμή και όχι στο μοντερνιστικό της κλέος, με τα παλάτια της ή τους αυτοκρατορικούς κήπους, δεσπόζουν παντού στο βιβλίο ως το κατεξοχήν ταμπλό βιβάν του ψευτοβαρόνου πρωταγωνιστή της και ως απόδειξη πως «η ανάμνηση του παρελθόντος είναι το μοναδικό μας μέλλον», υπογραμμίζοντας πως ακόμα και οι βασιλιάδες και οι σπουδαίες προσωπικότητες, όπως η Αικατερίνη η Μεγάλη, ουρούσαν στους θρόνους των αντιπάλων τους και κυλιόντουσαν στη λάσπη. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του χαρακτήρα.

 

Αυτό που συνδέει τους ετερόκλητους πρωταγωνιστές της Μπαρνς είναι ότι ακόμα και την πιο ιταμή στιγμή δεν στερούνται τη χαμένη μεγαλοπρέπεια την οποία η Μπαρνς καταφανώς αναζητά σε κάθε φευγαλέα λεπτομέρεια. Δεν την απασχολεί οτιδήποτε θα γινόταν αφορμή να καταργηθεί η ποιητικότητα και σε καμία περίπτωση δεν ήθελε να ταυτιστεί με την τριταγωνίστριά της Τζένη Πεθερμπρίντζ, η οποία επιθυμούσε «να γίνει η αφορμή όλων των γεγονότων κι έτσι κατέληγε να μην είναι η αιτία για το τίποτα» και «ήταν ειδική στις υπερβολικά γλυκές φράσεις και στις υπερβολικά σφιχτές αγκαλιές». Τα είχε δει αυτά η Μπαρνς στα διάσημα καλλιτεχνικά στέκια και τις βαρετές συναναστροφές, ήξερε πόσο καταστροφικά μπορούν να αποβούν για τη λογοτεχνία. Γιατί η ουσιαστική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην ακρίβεια και στην υπερβολή, στην επίφαση και στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να είναι παρά η υψηλή τέχνη και η εικαστική λειτουργία, οι αρχαίοι μύθοι με τη μεταφορική τους διάσταση, η ποίηση με τους άγραφους κανόνες της. Εκεί λειτουργούν όλες οι αντιθέσεις που χαρακτηρίζουν τους πρωταγωνιστές της Τζούνα Μπαρνς, οι οποίοι μπορεί να ψεύδονται καταφανώς στις αφηγήσεις τους, αλλά είναι πραγματικά ικανοί να νιώσουν βαθιά συγκίνηση, μπορεί να φαίνονται άνθρωποι του λόγου, αλλά ενίοτε διαθέτουν βαθιά ενσυναίσθηση, όπως το alter ego της, η Νόρα, για την οποία γράφει πως «υπήρχε μια παραφροσύνη στην ισορροπία της, η οποία τη διατηρούσε απρόσβλητη από την ίδια της την πτώση» – και θαρρείς πως περιγράφει τον ίδιο της τον εαυτό.


Ικανοί κόλακες, αποτυχημένοι γονείς, χαμένοι εραστές, τελικά αυτό που όλοι αναζητούν μέσα στην ιερή τους παραφροσύνη είναι η αγάπη. «Προσκολληθήκαμε στη ζωή με τον τελευταίο μυ που μας έχει απομείνει... την καρδιά» γράφει η Μπαρνς, για να τονίσει ότι το χαμένο νόημα κάθε αρχέγονης πράξης και η πραγματική κινητήρια δύναμή της, εκτός από τη μοίρα, είναι η αγάπη, γράφοντας έναν από τους πιο όμορφους μονολόγους στην ιστορία της λογοτεχνίας: «Η αγάπη γίνεται ο χώρος όπου φυλάσσεται η καρδιά, ανάλογος, από κάθε άποψη, με τα "ευρήματα" ενός τάφου. Όπως σε έναν τάφο χαρτογραφείται το σημείο που καταλαμβάνουν το σώμα, τα ρούχα, τα χρειώδη σκεύη για την άλλη ζωή, έτσι και στην καρδιά του αγαπημένου θα χαρτογραφηθεί η ανεξίτηλη σκιά εκείνου που αγαπά. Στην καρδιά της Νόρας υπήρχε το απολίθωμα της Ρόμπιν, η σφραγίδα της ταυτότητάς της και γύρω της, για να συντηρηθεί, έρρεε το αίμα της Νόρας. Συνεπώς το σώμα της Ρόμπιν δεν θα ξέμενε ποτέ από αγάπη, ποτέ δεν θα φθειρόταν ούτε θα παραμεριζόταν. Η Ρόμπιν τώρα βρισκόταν πέρα από τις μεταβολές που επιφέρει ο χρόνος, εκτός από τις μεταβολές του αίματος που της έδινε ζωή. Με τη σκέψη πως εκείνο το αίμα θα μπορούσε να χυθεί, η Νόρα εναγωνίως σταθεροποιούσε τη ρευστή εικόνα της Ρόμπιν στο μυαλό της – η Ρόμπιν μόνη της να διασχίζει τους δρόμους, να κινδυνεύει. Της έγινε έμμονη ιδέα και ο φόβος της έκανε τη Ρόμπιν να φαντάζει γιγάντια, να γίνεται δύο πόλοι που έλκυαν όλες τις καταστροφές, μαγνήτιζαν όλες τις δυσκολίες: η Νόρα ξυπνούσε από τον ύπνο ουρλιάζοντας, ανακαλώντας τη δίνη των εφιαλτών που η ανησυχία της την είχε βυθίσει, συμπαρασύροντας και το σώμα της Ρόμπιν εκεί κάτω, όπως τα επίγεια πλάσματα παρασύρουν ένα πτώμα κάτω από το χώμα, ενώ αυτό προβάλλει ελάχιστη αντίσταση, αφήνοντας πάνω στο χορτάρι σχήματα, λες και κατά τη διάρκεια της κατάβασής τους ταυτόχρονα κεντούν».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO