Σαν να τηρεί ένα ετήσιο εκδοτικό ραντεβού, ο ιστορικός και τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος κυκλοφορεί τις επόμενες ημέρες το νέο του βιβλίο Αναμνήσεις ενός μολυβένιου στρατιώτη. Πρόκειται για αυτοβιογραφικό έργο, στο οποίο ο γνωστός ιστορικός καταπιάνεται με την πανεπιστημιακή του διαδρομή, πρώτα ως φοιτητή και ύστερα ως καθηγητή. Περιγράφει εμπειρίες, στιγμές και κομβικούς σταθμούς, ενώ, παράλληλα, αναδεικνύει παραμορφωτικές πτυχές που διατηρούνται διαχρονικά στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Λίγο πριν βγει στα βιβλιοπωλεία, η LiFO δημοσιεύει τον πρόλογο του βιβλίου που εξηγεί την ταύτιση του συγγραφέα με τον μολυβένιο στρατιώτη του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και ειδικότερα την ταύτιση της πανεπιστημιακής του σταδιοδρομίας με το ταξίδι του στρατιώτη στον υπόνομο.

 

Πρόλογος

Όταν ήταν παιδί, ένα από τα αγαπημένα του παραμύθια ήταν ο Μολυβένιος Στρατιώτης του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Όταν πια γέρασε, αναρωτήθηκε γιατί. Ανακάλυψε τότε ότι η ταύτισή του με τον μολυβένιο ήρωα του παραμυθιού είχε τουλάχιστον τρία επάλληλα στρώματα. Πάνω-πάνω βρισκόταν το ερωτικό πάθος του στρατιώτη για τη χάρτινη χορεύτρια. Βαθύτερα βρισκόταν η αμετακίνητη προσήλωση του στρατιώτη στο καθήκον. Άλλωστε ο αρχικός, πλήρης τίτλος του παραμυθιού τον χαρακτήριζε ακριβώς έτσι: Den standhaftige tinsoldat. Στα αγγλικά: The Steadfast Tin Soldier. Τέλος, ακόμη βαθύτερα υπήρχε η εγγενής, η αθεράπευτη διαφορετικότητα του στρατιώτη. Όπως ίσως θυμάστε, ήταν ο τελευταίος της παρτίδας και δεν είχε απομείνει γι' αυτόν αρκετό μέταλλο. Βγήκε έτσι από το καλούπι με ένα μόνο πόδι, αλλιώτικος από τα άλλα είκοσι τέσσερα στρατιωτάκια του κουτιού. Ξεχώριζε, λοιπόν, εξαρχής από τους άλλους και αυτό δεν του βγήκε σε καλό.


Σκεφτόταν τώρα ότι αυτά τα τρία στοιχεία του παραμυθιού χαρακτήρισαν και τη δική του ζωή. Ποτέ δεν μπόρεσε να αποφύγει ούτε να χαλιναγωγήσει τον κεραυνοβόλο έρωτα. Κάθε φορά παραδινόταν σ' αυτόν ολοκληρωτικά και ανεπιφύλακτα, μολονότι τον οδήγησε σε πολλά και στο τέλος ανεπανόρθωτα λάθη. Άλλωστε, η χάρτινη χορεύτρια του παραμυθιού υποδηλώνει ακριβώς την εξιδανίκευση που συνεπάγεται ο έρωτας – φθαρτή και εύφλεκτη σαν χαρτί. Όπως ο κύριος Κόυνερ του Μπέρτολντ Μπρεχτ, έτσι κι εκείνος ζωγράφιζε κάθε φορά ένα πορτρέτο του αγαπημένου προσώπου και πάσχιζε ύστερα να μοιάσει το πρόσωπο στο πορτρέτο.

 

Το κράτος που είχε φανταστεί δεν έμοιαζε καθόλου με εκείνο του Χομπς, ούτε με εκείνο του Χέγκελ. (Και οι δύο τού προκαλούσαν πάντοτε αλλεργία.) Ήταν αποκλειστικά και μόνο το δημοκρατικό κράτος, στη χώρα όπου έτυχε να γεννηθεί. Αυτό αγάπησε και υπηρέτησε πιστά. Αυτό τον πρόδωσε, όπως τόσες άλλες του αγάπες.


Πιο αινιγματικό, πάντως, του φαινόταν το δεύτερο στοιχείο. Από πού προήλθε, άραγε, η έμμονη ιδέα του καθήκοντος, από την οποία δεν κατάφερε ποτέ να απαλλαγεί; («Να χειραφετηθεί» θα ταίριαζε ίσως περισσότερο, αλλά και τώρα ακόμη δίσταζε να το ξεστομίσει.) Από το οικογενειακό περιβάλλον; Από τα γονίδια; Ο παππούς του έλεγε ότι ήθελε να κυκλοφορεί με το μέτωπο καθαρό (χωρίς να αναφέρεται στη συζυγική πίστη). Έτσι κι εκείνος άρχισε από μικρός να αισθάνεται την προσωπική ακεραιότητα ως απόλυτη ψυχική ανάγκη. Πρωταρχικό του μέλημα: να έχει τη συνείδησή του ήσυχη – ή σχεδόν ήσυχη. Κάθε φορά που χρειάστηκε να διαλέξει ανάμεσα στο συμφέρον του και το καθήκον του, σε μικρά και μεγάλα πράγματα, ήταν βέβαιος ότι, αν προτιμούσε το πρώτο παραβιάζοντας το δεύτερο, αργά ή γρήγορα η ένοχη συνείδηση και προπαντός η μειωμένη αυτοεκτίμηση θα ακύρωναν το όποιο όφελος.

 

Κάποτε που δίδασκε στην Ιταλία, έτυχε να διαβάσει στην εφημερίδα «La Repubblica» τη νεκρολογία ενός ανώτατου κρατικού λειτουργού. Τον συγκλόνισε και του εντυπώθηκε ανεξίτηλα η εξής φράση για τον νεκρό: «Όλη του τη ζωή υπηρέτησε με αφοσίωση το Κράτος – όχι το Κράτος όπως ήταν στην πραγματικότητα, αλλά την ιδέα που είχε ο ίδιος για το Κράτος». Έτσι κι εκείνος υπηρετούσε ένα κράτος όπως το είχε φανταστεί – όχι αυθαίρετα, αλλά με βάση τα διαβάσματα και τα ακούσματα που τον είχαν διαπλάσει, από μικρή ηλικία μέχρι και το μάθημα του Συνταγματικού Δικαίου στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου. Υπήρχε δηλαδή και εδώ το στοιχείο της εξιδανίκευσης, όπως σε κάθε αγάπη, σύμφωνα με τον κύριο Κόυνερ.


Το κράτος που είχε φανταστεί δεν έμοιαζε καθόλου με εκείνο του Χομπς, ούτε με εκείνο του Χέγκελ. (Και οι δύο τού προκαλούσαν πάντοτε αλλεργία.) Ήταν αποκλειστικά και μόνο το δημοκρατικό κράτος, στη χώρα όπου έτυχε να γεννηθεί. Αυτό αγάπησε και υπηρέτησε πιστά. Αυτό τον πρόδωσε, όπως τόσες άλλες του αγάπες.


Μένει το τρίτο στοιχείο: η διαφορετικότητα. Όπως με τον ήρωα του Άντερσεν, αυτή είχε και στη δική του περίπτωση αφετηρίες σωματικές, όπως π.χ. το ότι φόρεσε πολύ μικρός γυαλιά. Ως «γυαλάκιας» βρέθηκε αποκλεισμένος από τις βίαιες συμμορίες και συγκρούσεις των συνομηλίκων του, ενώ απέκτησε και ο ίδιος αποτρεπτική επίγνωση της μειονεξίας του στον αθλητισμό. Δεν υπήρχαν τότε άθραυστα γυαλιά! (Μόνο η ξιφασκία τού ταίριαζε, επειδή ακριβώς η μεταλλική μάσκα προστάτευε τελείως το πρόσωπο και τα γυαλιά του.) Με τις τότε συνθήκες, ήταν ίσως φυσικό ο «γυαλάκιας» να στραφεί στα βιβλία και να γίνει πρόωρα διανοούμενος.


Ωστόσο, αργότερα ανακάλυψε σταδιακά και επώδυνα ότι ξεχώριζε και από τους περισσότερους συγχρόνους του διανοούμενους – τουλάχιστον της χώρας του. Τελικά, η διαφορετικότητά του ήταν προπαντός ψυχολογική. Πήγαζε από τον χαρακτήρα του, που ακόμη και πολλοί φίλοι του δεν δίσταζαν να ονομάσουν «δύσκολο». Ήταν όμως εύκολα προβλέψιμος. Δυσκόλευε τη ζωή των άλλων –και τη δική του– μόνο όποτε προέκυπτε κάποιο ζήτημα που η συναίσθηση του καθήκοντος και το πάθος της ειλικρίνειας δεν τον άφηναν να παραβλέψει. Δυστυχώς γι' αυτόν, στη δουλειά του και στη χώρα του τέτοια ζητήματα προκύπτουν συνεχώς.


Από πού προήλθε άραγε η ανικανότητά του να υποκριθεί και να πει πειστικά ψέματα; Επρόκειτο για κουσούρι, για αληθινή αναπηρία! Όποτε προσπάθησε, κατά κανόνα απέτυχε να πείσει όσο θα ήθελε. Δεν κατάφερε, ιδίως, να κολακέψει όσο του χρειαζόταν. Δεν κατάλαβε ποτέ την ανάγκη των άλλων για κολακεία. Επιπλέον, δεν μπόρεσε ποτέ να κρύψει την ακατάσχετη απέχθειά του για την υποκρισία και τον φαρισαϊσμό.


Μάταια αναζήτησε κάποιαν αφετηρία και εξήγηση αυτής ειδικά της ιδιαιτερότητας. Τον παρηγορούσε πάντως η επίγνωση ότι δεν αποτελούσε πρωτοφανή ούτε μοναδική περίπτωση. Αυτό το έμαθε προπαντός από το θεατρικό έργο του Λουίτζι Πιραντέλλο που επιγράφεται, ακριβώς, Η ηδονή της τιμιότητας (Il piacere dell'onestà). Άλλωστε, και ο Μισάνθρωπος του Μολιέρου από το ίδιο ανεξέλεγκτο πάθος της ειλικρίνειας κυριαρχείται και οδηγείται τελικά στην πλήρη απομόνωση. Μ' αυτόν ταυτιζόταν απόλυτα.


Απ' όλες αυτές τις απόψεις, το παραμύθι του Άντερσεν προοιώνιζε τη δική του ζωή. Ή μήπως την προκαθόρισε; Δεν θα μπορούσε όμως ποτέ να είχε φανταστεί ότι η πανεπιστημιακή του σταδιοδρομία θα ταίριαζε ειδικά με το ταξίδι του μολυβένιου στρατιώτη στον υπόνομο. Όπως ίσως θυμάστε, εκεί βρέθηκε όταν κάτι παιδιά τον έβαλαν σε μια χάρτινη βαρκούλα που παρασύρθηκε από το ρυάκι. Τις αναμνήσεις του στρατιώτη από τον υπόνομο τις έγραψε, βέβαια, ο Άντερσεν. Τις δικές του αποφάσισε να τις γράψει ο ίδιος.


Το βιβλίου του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου «Αναμνήσεις ενός μολυβένιου στρατιώτη» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη στις 31 Οκτωβρίου.