Παρακαλούμε απενεργοποιήστε το Adblocker για να έχετε πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις υπηρεσίες μας. Δείτε πώς.
Βρήκατε κάποιο λάθος ή παράλειψη;     Επικοινωνήστε μαζί μας  »
ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΓΙΑ ΚΙΝΗΤΑ
 

Αχμέτ Αλτάν: «Καμιά λέξη δεν μπορεί να περιγράψει τον βαθύ, γυμνό και αρχέγονο καημό που βιώνεις στη φυλακή»

Απόσπασμα από τα κείμενα που έχει γράψει στο κελί του ο σπουδαίος Τούρκος συγγραφέας Αχμέτ Αλτάν που βρίσκεται στη φυλακή από το 2016, καταδικασμένος αρχικά σε ισόβια κάθειρξη με την κατηγορία της «απόπειρας ανατροπής του καθεστώτος»

«Μπορείτε να με φυλακίσετε, αλλά δεν μπορείτε να με κρατάτε εδώ». Έχει ήδη καταστεί εμβληματική η φράση αυτή που βρίσκεται στο τέλος του πιο πρόσφατου βιβλίου του σπουδαίου Τούρκου λογοτέχνη Αχμέτ Αλτάν που έχει τίτλο «Δεν θα ξαναδώ ποτέ τον κόσμο». Ο 69χρονος συγγραφέας και δημοσιογράφος έχει καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη με την αστήρικτη κατηγορία της «απόπειρας ανατροπής του καθεστώτος και βρίσκεται φυλακισμένος εδώ και τρία χρόνια, από την εποχή του κύματος καταστολής που ακολούθησε την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016 στην Τουρκία. Το κείμενο που ακολουθεί προέρχεται από το απόσπασμα του βιβλίου που δημοσιεύτηκε αυτήν την εβδομάδα στο Paris Review υπό τον τίτλο «Ταξίδι γύρω από το κελί μου». Σ' αυτό, ο Αλτάν γράφει με συγκλονιστικό τρόπο για τη ζωή του στη φυλακή, για τα «μαγικά παράδοξα» της γραφής, για τον καημό της επιθυμίας, για τα όνειρα που δεν μπορούν να βγουν αληθινά, και για εκείνα που μπορούν, γι΄ αυτό είναι και τα πιο τρομακτικά. «Υπάρχει μια θεραπεία για τα πάντα», γράφει. «Εκτός από τη λαχτάρα».

 

 

Μπορώ να γράψω οπουδήποτε – οι ήχοι και οι κινήσεις γύρω μου όχι μόνο δεν μου αποσπούν την προσοχή, αλλά με το που ξεκινώ το γράψιμο, σταματώ να προσέχω τι συμβαίνει γύρω μου. Πηγαίνω σ' ένα αόρατο δωμάτιο όπου είμαι ολομόναχος και κόβω κάθε δεσμό με τον υπόλοιπο κόσμο.
 
Λησμονώ οτιδήποτε δεν αποτελεί μέρος αυτού για το οποίο γράφω.
 
Η λήθη είναι η μεγαλύτερη πηγή ελευθερίας που μπορεί να έχει ένα άτομο. Η φυλακή, το κελί, οι τοίχοι, οι πόρτες, οι κλειδαριές, τα προβλήματα και οι άνθρωποι – τα πάντα και οι πάντες που θέτουν όρια στη ζωή μου και μου λένε «δεν μπορείς να πας παραπέρα» σβήνουν και χάνονται.

 

Από τότε που ήμουν παιδί σκεφτόμουν ότι υπάρχει μια γραμμή στον ορίζοντα όπου σταματά η βροχή και αναρωτιόμουν πού να είναι. Στη φυλακή, την είδα αυτή τη γραμμή.


 
Η πράξη της γραφής υποθάλπει ένα μαγικό παράδοξο – λειτουργεί ως καταφύγιο και κρυψώνα αλλά συγχρόνως σου επιτρέπει να ανοίξεις τον εαυτό σου στον κόσμο και να απλωθείς μέσω των λέξεων στο σύμπαν.
 
Σε βοηθάει όχι μόνο να ξεχνάς αλλά και να σε θυμούνται.
 
Και όπως όλοι οι συγγραφείς, θέλω και να ξεχνάω και να με θυμούνται.
 
Η επιθυμία της λήθης είναι αθώα – όλοι κάποτε παρασύρονται σ' αυτήν και όλοι την κατανοούν.
 
Η επιθυμία να σε θυμούνται δεν είναι τόσο ανεκτή – αντιμετωπίζεται ως αλαζονική και άπληστη συμπεριφορά και προκαλεί το μένος των ανθρώπων που την βλέπουν ως μια αξίωση των θνητών σε ένα αποκλειστικά θεϊκό δικαίωμα.
 
Και έτσι είναι.
 
Γιατί όμως είναι κακό να θέλει κάποιος να κλέψει τη φωτιά που ανήκει στους θεούς; Δεν είναι ανάμεσα στ' άλλα η ανθρώπινη περιπέτεια και ένα εγχείρημα θεοποίησης;
 
Δεν μας έλκει στη διάρκεια της ζωής όλο και πιο πολύ η ιδέα της θεοποίησης μας ενώ βυθιζόμαστε όλο και πιο πολύ στις κοινοτοπίες της ανθρωπότητας; Δεν φωτίζει τον κόσμο η δημιουργική λάμψη της αέναης μάχης μας ενάντια στο θάνατο ενώ την ίδια στιγμή μας βουλιάζουν στο τέλμα οι οικτρές φιλοδοξίες όντων που λησμονούν τον θάνατο;
 
Γιατί δηλαδή να μην επιζητούμε την θεοποίηση;
 
Όταν κάποιος καταδικάζεται να ξεχαστεί σε μια πλαστική καρέκλα μέσα σ΄ ένα κελί που η σιδερένια πόρτα του κλειδώνει μόνο απ' έξω, πρέπει να ομολογήσω ότι η επιθυμία μου να με θυμούνται μου φαίνεται ότι απλά εξυπηρετεί μια ανθρώπινη ανάγκη για δικαίωση.



Καθώς γράφω, λέω «εγώ θα σας ξεχάσω αλλά εσείς θα με θυμόσαστε».
 
Πόσο απίστευτα αλαζονικό και ματαιόδοξο, ναι.
 
Παρ' όλα αυτά, προτιμότερο από την ανειλικρίνεια και την υποκριτική μετριοφροσύνη που επιζητά τον οίκτο των άλλων.
 
Το πλαστικό τραπέζι και η καρέκλα είναι για να γράφω και οι βόλτες στο προαύλιο είναι για να ονειρεύομαι.
 
Όπως όλοι οι άνθρωποι, τα όνειρά μου είναι δύο ειδών. Τα όνειρα που μπορούν να γίνουν αληθινά και τα όνειρα που ποτέ δεν μπορούν να γίνουν αληθινά.
 
Τα όνειρα που μπορούν να γίνουν αληθινά με τρομάζουν. Δεν ξέρω γιατί. Ποτέ σχεδόν δεν ονειρεύομαι πράγματα που μπορούν πραγματικά να συμβούν. Καμιά φορά όμως χάνω τον έλεγχο και παρασύρομαι στη χώρα των ονείρων που θα μπορούσαν πιθανόν να πραγματοποιηθούν. Ανάμεσα σε τέτοια όνειρα είναι και ένα σπίτι στην εξοχή, γαλήνιο κι ευτυχισμένο. Ένα ήσυχο δωμάτιο για να γράφω, ένας όμορφος κήπος, ένα ρυάκι.
 
Η αλήθεια είναι ότι για κάποιον στη θέση μου, κανένα όνειρο δεν μπορεί να ταξινομηθεί ως εφικτό, αλλά καμιά φορά ξεχνιέμαι.
 
Συνήθως όμως προσπαθώ να ξεφεύγω από τέτοια όνειρα.
 
Φοβάμαι ότι αν συνεχίσω να τα ονειρεύομαι, χάνεται κάθε ελπίδα να βγουν αληθινά.
 
Αντίθετα, ρίχνω τον εαυτό μου στα ανέφικτα όνειρα. Αυτά είναι τα όνειρα όπου μπορώ κατά βούληση να αλλάξω τον χρόνο και τον χώρο και να βρεθώ στην ηλικία και στον αιώνα της επιλογής μου. Σε μια μαγική ζούγκλα γεμάτη παιχνίδια και απολαύσεις. Εκεί παίρνω τη ζωή και την σμιλεύω σε διαφορετικό σχήμα κάθε μέρα.
 
Κάποιες φορές, εκεί ανάμεσα στα εφικτά και στα ανέφικτα όνειρα, μια εικόνα, μια φωνή, μια πρόταση μου τραβά την προσοχή και αμέσως την παίρνω και την βάζω σ΄ ένα ειδικό μέρος με σκοπό να φωλιάσει σε μια νουβέλα κάποτε.
 
Σταδιακά, αυτή η μόνη πρόταση, αυτή η μόνη φωνή, αυτή η μόνη εικόνα παίρνει σάρκα και οστά και αρχίζει να αναπαράγεται, γίνεται μια σκηνή από την οποία αναδύονται νέοι άνθρωποι και νέες φωνές, αναπτύσσεται σαν σπόρος που βλασταίνει. Βλέπω ανθρώπους, τους ακούω, τους μιλάω.
 
Τότε επιστρέφω αμέσως στο κελί και τους βάζω στο τετράδιο.
 
Τέτοιες στιγμές, νιώθω μια πελώρια χαρά. Τέτοιες στιγμές, συνειδητοποιώ ότι μια γωνιά του μυαλού στην οποία δεν έχω πρόσβαση, ετοιμάζεται να γράψει μια νέα νουβέλα χωρίς να κάνει τον κόπο να με ειδοποιήσει.
 
Η σχέση μου μ' αυτή την απρόσιτη γωνιά του μυαλού είναι περίεργη. Ξέρω ότι είναι εκεί αλλά δεν επιχειρώ να ανοίξω τις πόρτες της. Ούτε καν σκέφτομαι ότι υπάρχει. Μόνο περιμένω να ωριμάσουν και να αναδυθούν όλες αυτές οι σκηνές, όλοι αυτοί οι άνθρωποι και να μου πουν στον πιο ανύποπτο χρόνο «ξεκίνα να γράφεις, τι περιμένεις...».

 

 



Οι βόλτες μου στο προαύλιο είναι γεμάτες περισυλλογή, έντονο διάλογο με τον εαυτό μου, όνειρα και σκηνές μιας νέας νουβέλας.
 
Ο περίβολος της φυλακής έχει τις δικές του εποχές, τους δικούς του ήλιους, τις δικές του βροχές. Τον χειμώνα, ο ήλιος ίσα που γδέρνει τις κορυφές από τα τοιχώματα. Την άνοιξη, λάμπει σε μια γωνία μόνο. Το καλοκαίρι, το φως μπορεί να φτάσει μέχρι και το κέντρο της αυλής. Δεν υπάρχει εποχή όμως που να φτάνει ο ήλιος σε όλο το προαύλιο. Υπάρχει μια πλευρά που είναι πάντα στη σκιά.
 
Από τότε που ήμουν παιδί σκεφτόμουν ότι υπάρχει μια γραμμή στον ορίζοντα όπου σταματά η βροχή και αναρωτιόμουν πού να είναι.
 
Στη φυλακή, την είδα αυτή τη γραμμή.
 
Έβρεχε μόνο στο μισό προαύλιο. Είτε το σύννεφο τελείωνε ακριβώς πάνω από τη μέση της αυλής είτε οι τοίχοι εμπόδιζαν τη βροχή να πέφτει πέρα από μια συγκεκριμένη γραμμή.
 
Έπαιζα σαν παιδί με τη βροχή στο προαύλιο: έκανα ένα βήμα μπροστά και βρεχόμουν, έκανα ένα βήμα πίσω και ήμουν στεγνός.
 
Το μισό προαύλιο στεγνό, το μισό βρεγμένο με μια αυστηρή γραμμή να χωρίζει τα δύο μέρη. Μου φάνηκε σαν θαύμα. Ίσως και να ήταν θαύμα.
 
Νωρίς ένα βράδυ με πήρε ο ύπνος και όταν ξύπνησα το φεγγάρι έλαμπε πάνω από το ατσάλινο κελί. Το φως του έμοιαζε να καλύπτει ολόκληρο σχεδόν τον ουρανό. Η θεά αυτού του ασημένιου φωτός με τις σκοτεινές μπλε αποχρώσεις με γέμισε φόβο. Ήταν τρομακτικό να βλέπεις κάτι τόσο όμορφο μέσα από τη φυλακή. Χωρίς δισταγμό, σηκώθηκα από το κρεβάτι και πήγα κάτω.
 
Κάθε τόσο περνάνε αεροπλάνα πάνω από το προαύλιο. Τα βλέπω κι από το παράθυρο του κελιού όταν ξαπλώνω τις νύχτες. Ταξιδεύουν προς τις ελεύθερες χώρες. Όποτε τα κοιτάζω, θυμάμαι αυτή τη χαρακτηριστική οσμή που έχουν οι καμπίνες των αεροπλάνων, θυμάμαι τα δικά μου ταξίδια, θυμάμαι να προσγειώνομαι σε μια ξένη πόλη μ' ένα σκίρτημα ενθουσιασμού και προσμονής.
 
Ζω στην ίδια φυλακή που είναι και ο αδελφός μου ο Μεχμέτ Αλτάν, αλλά μας έχουν σε διαφορετικά κελιά και δεν μας επιτρέπουν να μείνουμε μαζί. Όταν πρωτοήρθε στη φυλακή, ένας κρατούμενος που πληροφορήθηκε από τους φρουρούς την άφιξή του, του φώναξε από το διπλανό προαύλιο: «Μεχμέτ, εδώ πρέπει να ξεχάσεις τον έξω κόσμο, αλλιώς θα περάσεις πολύ άσχημα».
 
Σοφή συμβουλή, αναμφισβήτητα.
 
Πρέπει να ξεχάσεις ότι υπάρχει ζωή μακριά από 'δω.
 
Είναι αδύνατον όμως να απαλλαγείς από την επιθυμία. Μπορείς να ξεχάσεις τη ζωή, δεν μπορείς όμως να ξεχάσεις τους ανθρώπους που αγαπάς και κάθε όμορφο πράγμα που τυχαίνει να δεις μεγαλώνει αυτόν τον καημό.
 
Είναι κάποιες φορές που τέτοιες κρίσεις αβάσταχτης λαχτάρας είναι τόσο έντονες που νιώθεις τα πνευμόνια σου να ραγίζουν, σα να παλεύει να βγει ένα πλάσμα από μέσα σου. Αισθάνεσαι ότι πεθαίνεις. Τέτοιες στιγμές, πρέπει να κινηθείς για να ξεφύγεις απ' αυτό το πλάσμα.
 
Αν είναι μέρα, βγαίνεις στο προαύλιο. Περπατάς και περπατάς και περπατάς. Για ώρες. Μέχρι να ηρεμήσεις.
 
Τη νύχτα όμως τι γίνεται; Δεν έχεις πού να πας, πού να περπατήσεις, προς τα πού να κινηθείς. Μόνο μια καρέκλα για να κάτσεις. Οι πόρτες είναι κλειδωμένες. Αυτές είναι οι πιο δύσκολες ώρες των ταξιδιών μου μέσα στο κελί.
 
Με κάποιο τρόπο, έρχεται και μια περίεργη αίσθηση ενοχής να αναμιχθεί με την επιθυμία. Θυμώνεις με τον εαυτό σου επειδή «δεν της είπες πότε πόση αγάπη νιώθεις για εκείνη» όταν μπορούσες. Στην πραγματικότητα της το είχες πει, τούτη τη στιγμή όμως εδώ μέσα σου φαίνεται ότι το έχεις αμελήσει. Απλά θα ήθελες τόσο πολύ να μπορείς να της το πεις τώρα, είναι όμως αδύνατον. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που συνειδητοποιείς πραγματικά ότι οι πόρτες είναι κλειδωμένες.
 
Θυμάσαι το πρόσωπό της, θυμάσαι τη φωνή της, θυμάσαι το άγγιγμά της, θυμάσαι τη μυρωδιά της, θυμάσαι το γέλιο της, θυμάσαι τα πράγματα που κάνατε μαζί.
 
Είναι αδύνατο να περιγράψεις αυτόν τον καημό που βιώνει κανείς στη φυλακή. Είναι τόσο βαθύς, τόσο γυμνός, τόσο αρχέγονος. Καμιά λέξη δεν μπορεί να είναι τόσο γυμνή και αρχέγονη. Είναι ένα συναίσθημα που δεν μπορείς να περιγράψεις με λόγια. Μπορούν να το περιγράψουν μόνο τα γρυλίσματα και τα βογκητά ενός σκυλιού που μόλις το πυροβόλησαν.
 
Για να γίνει αντιληπτό αυτό το συναίσθημα θα έπρεπε να μπορεί να ακούσει κανείς τον εσωτερικό θρήνο των φυλακισμένων. Ποτέ όμως αυτός δεν ακούγεται.
 
Υπάρχει μια θεραπεία για τα πάντα. Εκτός από τον καημό.
 

 

__________________ 

Με στοιχεία από τη δημοσίευση στο Paris Review αποσπάσματος της πρόσφατης μετάφρασης στα αγγλικά του βιβλίου του Μεχμέτ Αλτάν, «Δεν θα ξαναδώ ποτέ τον κόσμο».
Μετάφραση: Δ. Πολιτάκης

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αχμέτ Αλτάν: "Δεν θα ξαναδώ τον κόσμο"
Το "βιβλίο της φυλακής" ενός μεγάλου τούρκου συγγραφέα.
Νομπελίστες εναντίον Ερντογάν: Ζητούν την απελευθέρωση κρατούμενων δημοσιογράφων και συγγραφέων
Υπολογίζεται πως επί του παρόντος βρίσκονται φυλακισμένοι περισσότεροι από 150 δημοσιογράφοι στην Τουρκία
Τουρκία: Ο δημοσιογράφος Αχμέτ Αλτάν προφυλακίστηκε ξανά, 24 ώρες μετά την απελευθέρωσή του
Ο Αλτάν κατηγορείται για συμμετοχή στην οργάνωση του αποτυχημένου πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου
Το μεγάλο κόλπο του Ερντογάν με το προσφυγικό και η Γερμανική υποκρισία
Μια χαρτογράφηση των προθέσεων της Τουρκίας με αφορμή την επίθεση στη Συρία
Έκλαιγε στο τηλέφωνο επειδή είχε εξοργίσει τον Ερντογάν - Αυτός είναι ο νέος κροίσος των μίντια στην Τουρκία
Το παρασκήνιο που οδήγησε στην πώληση της Dogan Media και ο νέος μιντιάρχης της Τουρκίας

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Ο Προυστ σε περιορισμό: μικρές γωνιές, μεγάλες ηδονές
Ξαναδιαβάζοντας (αλλιώς) τον Προυστ
Τζάκομο Καζανόβα: Μια ζωή σαν μυθιστόρημα
Σαν σήμερα, το 1725, γεννιέται στη Βενετία ο τυχοδιώκτης ταξιδευτής και αμετανόητος bon vivant, του οποίου το ανυπόταχτο πνεύμα ξεδιπλώνεται στα απομνημονεύματά του με τίτλο «Casanova, Η ιστορία της ζωής μου» (εκδ. Άγρα).
Όταν ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν επισκέφθηκε την Ελλάδα
Ο κορυφαίος παραμυθάς που γεννήθηκε σαν σήμερα το 1805 ανασυνθέτει τις μεθυστικές εντυπώσεις του από ένα ταξίδι του στη χώρα μας στο διήγημά του "Το σύμφωνο φιλίας".
O διανοούμενος Μανώλης Γλέζος και o εκδοτικός του οίκος «Βέγας»
Επί δικτατορίας είχε ιδρύσει τον εκδοτικό οίκο και το βιβλιοπωλείο «Βέγας», τυπώνοντας βιβλία δικά του και άλλων.
Αρχαιοελληνική τραγωδία: Ο Λέοναρντ Κοέν και η κατάρα της Ύδρας
Όταν πριν από εξήντα χρόνια κατέφτασε στο νησί ο 25χρονος Κοέν, εντάχθηκε άμεσα στην μποέμικη αποικία που είχαν στήσει ήδη εκεί διάφοροι επιφανείς και μη εμιγκρέδες των γραμμάτων και των τεχνών. Πολλοί από αυτούς όμως έμελλε να έχουν τραγική κατάληξη.
Podcast: Σεφέρης & Μουσική ― 1
Μια σειρά podcast της LIFO για τη σχέση του μεγάλου Έλληνα ποιητή με την μουσική.
Μπορούμε να περάσουμε ποιοτικό χρόνο με τα παιδιά μας όταν βρισκόμαστε μαζί τους 24 ώρες το 24ωρο;
Η Ζωή Κοσκινίδου, προτείνει να ασχοληθούμε με μεγαλόφωνη ανάγνωση, επιτραπέζια παιχνίδια και τις δουλειές του σπιτιού.
Το κρατικό μπορντέλο του Restif de la Bretonne. Aπό τον Πολ Πρεσιάδο
Σπέρμα, κυριαρχία και χρέος στην ουτοπική συγκρότηση της Ευρώπης κατά τον δέκατο όγδοο αιώνα.
Ξαναδιαβάζοντας το «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου
Πιο επίκαιρο από ποτέ, το «Δεκαήμερο» περιγράφει πώς η χαρά του έρωτα και της ζωής είναι η μοναδική απάντηση στον ιό.
«Ιμπέριος και Μαργαρώνα»: Μια κομβική δημώδης μυθιστορία του 16ου αι.
Βραβεύτηκε χθες από την Ακαδημία Αθηνών ο καθηγητής Κώστας Γιαβής, για την πρώτη φιλολογική έκδοση της έμμετρης μυθιστορίας του «Ιμπερίου και της Μαργαρώνας» - ενός έργου, που πρωτοτυπώθηκε στη Βενετία το 1543 και άνοιξε νέο δρόμο στην ελληνική λογοτεχνία.
Το 1821 από την οθωμανική σκοπιά: Mια διαφωτιστική συζήτηση
Οι «Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση» των Σοφίας Λαΐου και Μαρίνου Σαρηγιάννη φωτίζουν μια άγνωστη στο ευρύ κοινό πλευρά των γεγονότων. Μιλήσαμε μαζί τους.
«Εννέα Μαρτίου Δύο Χιλιάδες Είκοσι»: Ένα ποίημα της Ιταλίδας ποιήτριας Μαριάντζελα Γκουαλτιέρι
Την ημέρα που η ιταλική κυβέρνηση ανακοίνωσε τα δραστικά μέτρα περιορισμού για την επέκταση του κορωνοϊού, η Μαριάντζελα Γκουαλτιέρι έγραψε ένα ποίημα την πρώτη ελληνική μετάφραση του οποίου δημοσιεύουμε σήμερα.
Στ. Ζουμπουλάκης: «Για την τιμιότητα στον καιρό της επιδημίας. Με οδηγό τον Καμύ»
Μαθήματα από την Πανούκλα του Αλμπέρ Καμύ
Ο Μιχάλης Μακρόπουλος έγραψε ένα σπουδαίο νέο βιβλίο
Το «Μαύρο Νερό» είναι μία συγκλονιστική νουβέλα για τον αγώνα του ανθρώπου να επιβιώσει σε μία έρημη γη, γραμμένη με μία «παπαδιαμαντική» θρησκευτικότητα.
Το πρώτο όμορφο πράγμα του Σαββάτου  21 Μαρτίου 2020
Το πρόσωπο με το οποίο μοιράζεστε αυτήν την περίοδο της απομόνωσης
Συνεχίζοντας την περιήγηση στο lifo.gr, αποδέχεστε τη χρήση cookies.     Μάθετε περισσότερα.     Αποδοχή