Το Παιδί του Γιάννη Παλαβού το διάβασα σε μια δεκάωρη πτήση με το αεροπλάνο σχεδόν τρεις φορές και μέχρι να τον συναντήσω είχα ξαναγυρίσει πολλές φορές στα διηγήματά του – κάποια από αυτά έχω χάσει τον λογαριασμό πόσες φορές τα έχω διαβάσει. Το καλό με τα διηγήματα είναι ότι μπορείς να τα διαβάσεις αποσπασματικά και να κολλήσεις μαζί τους, όπως κολλάς με ένα τραγούδι, να τα προτείνεις σε φίλους σου (ακόμα και σε φίλους που, γενικά, δεν διαβάζουν) και μετά να ακούσεις τις αντιδράσεις τους και να συζητήσετε, να κάνεις δηλαδή ό,τι έκανες με ένα βιβλίο ή έναν δίσκο όταν ήσουν έφηβος.

 

Τα τελευταία χρόνια ελάχιστα βιβλία έχουν συζητηθεί ανάμεσα σε παρέες φίλων και αγαπηθεί όσο το Παιδί. Ήταν το πρώτο πράγμα που ήθελα να του πω όταν συναντηθήκαμε, αλλά με πρόλαβε με τις λεπτομέρειες για το ταξίδι του στην Κατάνια και το ξέχασα. Το Παιδί είναι το τρίτο του βιβλίο, που ήρθε μετά το βάρος του βραβείου της Κριτικής Επιτροπής Κρατικών Λογοτεχνικών Βραβείων για το Αστείο, επίσης μια συλλογή με διηγήματα που έκανε γνωστό το όνομά του στο κοινό που διαβάζει, και μετά το σενάριο που έγραψε για το Γρα Γρου (σε συνεργασία με τον Τάσο Ζαφειριάδη), το οποίο του χάρισε ένα ακόμα βραβείο. Έχει μεταφράσει (μεταξύ άλλων) Ουίλιαμ Φόκνερ, Φλάνερι Ο'Κόνορ, Τομπάιας Γουλφ, Μπρις Ντ' Τζ. Πάνκεϊκ.

 

Ο Γιάννης Παλαβός είναι τόσο καλός ομιλητής που δεν κατάλαβα καθόλου πώς πέρασαν δυόμισι ώρες κουβεντιάζοντας μαζί του non-stop ‒ και θα μπορούσαμε να μιλάμε για πολύ ακόμα, αν δεν έπρεπε να δώσει μια ομιλία στο Φεστιβάλ Βιβλίου...

 

Συνήθως στα social media οι άνθρωποι βγάζουν τον χειρότερο εαυτό τους, προσπαθούν να αυτοπροβληθούν, κάποτε με χυδαίο τρόπο, κουτσομπολεύουν, μαλώνουν λες και είναι στο νηπιαγωγείο, αλληλοϋπονομεύονται... Είναι σαν ένα καφενείο γεμάτο κουτσομπόληδες, αλλά μέσα στο σαλόνι σου. Δεν βλέπω τον λόγο.


— Αρχικά, θα ήθελα να μου λύσεις μια απορία: δεν έχεις δώσει καθόλου συνεντεύξεις; Έψαχνα στο Google να βρω πράγματα για σένα και το μόνο που υπάρχει είναι κριτικές για τα βιβλία σου...

Όταν βγήκε το Αστείο δεν ήθελα να δίνω συνεντεύξεις ούτε να κάνω παρουσιάσεις, από φόβο. Έχεις υπόψη σου το «σύνδρομο του απατεώνα»; Στα αγγλικά λέγεται «Impostor syndrome». Ε, ζω μ' αυτό από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Έχω αυτόν τον φόβο, ότι κάποιος θα με γνωρίσει ή θα διαβάσει τα βιβλία μου δεύτερη φορά και θα πει «καλά, τι ανοησίες είναι αυτές;». Το Αστείο εμφανίστηκε απ' το πουθενά κι έφτασε να βραβευτεί με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος, διαβάστηκε, μεταφράστηκε, κι εγώ σκεφτόμουν ότι όλο αυτό δεν μου αξίζει πραγματικά και ότι δεν μπορώ να το υποστηρίξω επί της ουσίας. Και, ακκιζόμενος κιόλας ως νεαρότερος τότε, έλεγα ότι δεν θα δώσω συνεντεύξεις. Φυσικά, με τον καιρό κατάλαβα ότι αυτό ήταν μια ανόητη άμυνα εκ μέρους μου και ότι στην ουσία δεν έχεις τίποτα να χάσεις εκτιθέμενος. Έτσι κι αλλιώς, γράφεις γιατί έχεις ανάγκη να εκτεθείς. Αλλά μου πήρε καιρό να το καταλάβω.


— Δεν έχεις ούτε social media. Γιατί;

Δεν μ' αρέσουν. Συνήθως στα social media οι άνθρωποι βγάζουν τον χειρότερο εαυτό τους, προσπαθούν να αυτοπροβληθούν, κάποτε με χυδαίο τρόπο, κουτσομπολεύουν, μαλώνουν λες και είναι στο νηπιαγωγείο, αλληλοϋπονομεύονται... Είναι σαν ένα καφενείο γεμάτο κουτσομπόληδες, αλλά μέσα στο σαλόνι σου. Δεν βλέπω τον λόγο. Κι επίσης, χρειάζεσαι ησυχία. Η πολλή οικειότητα είναι αφύσικη, επικίνδυνη. Θυμάσαι το βιβλίο του Ρίτσαρντ Σένετ Η τυραννία της οικειότητας; Δεν χρειαζόμαστε τόση οικειότητα. Η οικειότητα είναι προφανώς σημαντική, αλλά για να έχει αξία, για να είναι αληθινή, πρέπει να κατακτηθεί, όχι να προσφέρεται «at face value», που λένε. Διαφορετικά, ανταλλάσσουμε ανώδυνες ανοησίες, τίποτα ουσιαστικό.


— Γράφεις εύκολα ή δύσκολα;

Γράφω δύσκολα, με το σταγονόμετρο. Η πείρα δείχνει ότι κάθομαι να γράψω περίπου μία φορά το τρίμηνο, συνήθως όταν ζορίζει η μέσα κατάσταση. Το έλεγε κάπου ο Σεφέρης στα Ημερολόγιά του, ότι καθημερινά θα γράψω κάτι, έστω και μια αράδα, απλώς για να κρατηθώ στην επιφάνεια – το λέω από μνήμης, δεν θυμάμαι ακριβώς τη διατύπωση. Όμως εγώ δεν λειτουργώ έτσι, γράφω όταν έρθει η ώρα. Στο μεταξύ εκτονώνω την ένταση μεταφράζοντας – μεταφράζω κι έτσι διατηρώ την επαφή μου με τη γλώσσα.


— Έχει μεγάλη διαφορά το «γράφω για μένα» από το «γράφω για τους άλλους». Εσύ για ποιον γράφεις;

Για μένα. Αυτές τις ερωτήσεις είναι δύσκολο να τις απαντήσεις... Αλλά γράφεις για να διατηρήσεις μια ισορροπία, γιατί η εσωτερική σου ισορροπία είναι επισφαλής, γιατί ως προσωπικότητα είσαι επικλινής, υπό γωνία, και κάποια στιγμή αυτή η γωνία αρχίζει να γίνεται επικίνδυνη και χρειάζεσαι αντιστήριγμα. Αυτό μπορείς να το κάνεις με πολλούς τρόπους – πίνοντας καφέ μ' έναν φίλο, πηγαίνοντας στο γήπεδο αν είσαι οπαδός, μιλώντας με τον σύντροφό σου, διαβάζοντας, μεταφράζοντας, και με τον πιο δύσκολο για μένα τρόπο, δηλαδή το γράψιμο. Αλλά είναι ό,τι πιο γοητευτικό. Πώς το λέει ο Σαββόπουλος στο «Με το κραγιόν σ' ένα χαρτάκι»; «Στο αιώνιο δράμα να επενέβαινα / πιο ξηγημένα να παιχτεί». Γράφεις ένα διήγημα για να παιχτεί λίγο πιο ξηγημένα το δράμα – στη σελίδα, φυσικά, όχι στη ζωή, στη ζωή δεν γίνεται.


— Γράφεις μόνο ιστορίες;

Γράφω διηγήματα. Έχω γράψει και ποιήματα, που είναι άτεχνα και δεν θα τα δημοσίευα ποτέ. Έγραψα μια ποιητική συλλογή πριν βγει το πρώτο μου βιβλίο, την Αληθινή αγάπη και άλλες ιστορίες, το οποίο έτσι κι αλλιώς δεν είναι καλό, είναι άγουρο. Την έχω στο συρτάρι μου και θα μείνει εκεί. Γράφω διηγήματα γιατί μου αρέσει η μικρή φόρμα, γιατί είναι ο ιδανικός συνδυασμός μεταξύ ποίησης και πεζογραφίας. Έχω γράψει και δύο σενάρια για κόμικς, αλλά περισσότερο από σπόντα. Έγινε πιο πολύ μέσω του Τάσου Ζαφειριάδη και του Θανάση Πέτρου, που είμαστε φίλοι. Μόνος μου δεν θα ασχολιόμουν.

 

— Το κόμικ σε έχει επηρεάσει στη μικρή φόρμα;

Όχι, είναι δυο τελείως διαφορετικά πράγματα. Μου αρέσουν τα κόμικς, διάβαζα «Βαβέλ», διάβαζα «9», αλλά δεν κατάγομαι από κει, δεν είναι η βασική μου αναφορά. Επίσης, το σενάριο ενός κόμικ είναι σαν το σενάριο μιας ταινίας, πρέπει να σκέφτεσαι με εικόνες, έχεις λιγότερα μέσα στη διάθεσή σου και επιπλέον δεν είσαι εσύ αυτός που κάνει κουμάντο, κουμάντο κάνει ο σχεδιαστής ή ο σκηνοθέτης. Μπορεί να γράφεις την παρτιτούρα, αλλά ο ερμηνευτής έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. Συνεπώς δεν έχει καμία σχέση με το διήγημα. Το διήγημα είναι λογοτεχνία. Παλιότερα είχα γράψει το σενάριο για μια μικρού μήκους ταινία, αλλά δεν είμαι καλός. Όταν γράφεις σενάριο, έχεις λιγότερα εργαλεία για να δουλέψεις. Έχεις μόνο την εικόνα, δεν έχεις εσωτερικό μονόλογο και δεν μπορείς να παίξεις με τον αποχρώντα λόγο, με τον υπαινιγμό, που είναι ο κύριος τρόπος της λογοτεχνίας. Κι είναι και κάτι ακόμα. Οι συγγραφείς είναι εγωιστές, θέλουν να γίνεται το δικό τους.


— Προσωπικά, δεν πιστεύω ότι το γράψιμο είναι ομαδική δουλειά, μου φαίνονται αδιανόητα αυτά που διαβάζω «έγραψε το σενάριο μαζί με τον τάδε», δεν ξέρω πώς γίνεται. Είναι κάτι πολύ μοναχικό το γράψιμο, δεν μπορείς να το μοιραστείς.

Συμφωνώ απόλυτα. Κάποιος πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο, το γενικό πρόσταγμα. Στο Γρα-Γρου, με τον Τάσο χωρίσαμε την ιστορία στα δύο, ο καθένας έγραψε το δικό του μέρος και μετά κάπως τα ομογενοποιήσαμε. Αυτό που λέμε «δημιουργική δουλειά» φέρει κατά κανόνα το αποτύπωμα ενός ανθρώπου, ενός βλέμματος.


— Έχεις δοκιμάσει να γράψεις μυθιστόρημα;

Δεν έχω δοκιμάσει κι ούτε θα δοκιμάσω, γιατί δεν μου ταιριάζει από άποψη ιδιοσυγκρασίας – δεν έχω την υπομονή κι επίσης μου αρέσει το αιφνίδιο και το υπαινικτικό. Τα ψειρίζω τα πράγματα, μου αρέσει η δουλειά στο ελάχιστο στοιχείο, στο θεμελιώδες. Ένα διήγημα 1.500 λέξεων είναι συγκεκριμένες 1.500 λέξεις που έχω ξεδιαλέξει από χιλιάδες άλλες, και είναι μια δουλειά μασίφ. Σ' ένα μυθιστόρημα δουλεύεις αλλιώς, δουλεύεις στο οριζόντιο επίπεδο, στο διήγημα δουλεύεις σε βάθος. Αυτό μ' ενδιαφέρει. Αν έχεις την ικανότητα της πύκνωσης και του υπαινιγμού, του αιφνίδιου και της οικονομίας, μπορείς να κάνεις σπουδαία πράγματα μ' ένα διήγημα. Δες τι πέτυχαν ο Τσέχοφ, ο Μπόρχες, ο Παπαδιαμάντης... Με ρωτάνε διάφοροι «μα, καλά, πότε θα γράψεις μυθιστόρημα;», σαν να λένε ότι το διήγημα είναι το πρώτο σκαλί και μετά πρέπει να προχωρήσεις στο μυθιστόρημα. Ανοησίες, εξυπακούεται.


— Τις ιστορίες που γράφεις τις έχεις ακούσει ή τις έχεις επινοήσει;

Σε μερικές ταινίες βλέπουμε να λένε «βασισμένη σε αληθινά γεγονότα» και απορώ γιατί το λένε αυτό, γιατί δεν υπάρχει ιστορία που να μη βασίζεται σε αληθινά γεγονότα. Όλες τις ιστορίες είτε τις βιώσαμε είτε τις είδαμε γύρω μας. Στα διηγήματά μου πάντα υπάρχει ένας βιωματικός πυρήνας ή πράγματα που έχουν συμβεί σε φίλους, αλλά ακόμα και το 99% να είναι αληθινά γεγονότα, όλη η γοητεία –αν υπάρχει γοητεία– είναι στο υπόλοιπο 1%. Σημασία έχει το πώς ο συγγραφέας πραγματεύεται μια ιστορία, εκεί είναι η μαγεία, εκεί και στην αισθητική στρατηγική του. Στο Παιδί ειδικά μία ιστορία, αυτή με τα λυκάκια, μου την αφηγήθηκε ένας φίλος του πατέρα μου στο καφενείο. Μόλις τέλειωσε, πήγα αμέσως σπίτι και την έγραψα. Στην ιστορία με τα παπαδάκια που καβγαδίζουν για τον σταυρό, έχει συμβεί αυτό. Δεν έπεσε ξύλο όπως στο διήγημα, αλλά επειδή είμαι από θρησκευόμενη οικογένεια και για χρόνια ντυνόμουν τις Κυριακές παπαδάκι, τα έχω δει όλ' αυτά.

 

Αν εξαιρέσεις ακραίες περιστάσεις ή –χτύπα ξύλο, γιατί είμαι ελαφρώς υποχόνδριος– αρρώστιες, αν παίρνεις στα σοβαρά τη δουλειά σου και όχι τον εαυτό σου, αν αφουγκράζεσαι και καλλιεργείς τις μέσα κλίσεις σου και δεν είσαι γκρινιάρης, τι έχεις να φοβηθείς; Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Αν εξαιρέσεις ακραίες περιστάσεις ή –χτύπα ξύλο, γιατί είμαι ελαφρώς υποχόνδριος– αρρώστιες, αν παίρνεις στα σοβαρά τη δουλειά σου και όχι τον εαυτό σου, αν αφουγκράζεσαι και καλλιεργείς τις μέσα κλίσεις σου και δεν είσαι γκρινιάρης, τι έχεις να φοβηθείς; Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


— Τα πιο πολλά είναι τόσο αληθινά, που τα ζεις όταν τα διαβάζεις, είναι σαν να τα έχεις βιώσει. Αν έχεις μεγαλώσει σε χωριό ειδικά, σου είναι πολύ οικεία όλα αυτά που αφηγείσαι. Κι ήταν όντως πολύ hardcore οι καταστάσεις που ζούσε ένα παιδί.

Αυτή η εξιδανικευμένη, εξωτική εικόνα της επαρχίας, ότι είναι καλά να πάμε στο χωριό, να φυτέψουμε ένα μποστάνι και να είμαστε ήσυχοι, είναι ψέμα. Είναι μόνο για ανθρώπους που δεν έχουν μεγαλώσει στην επαρχία. Το έλεγε αυτό ο λογιστής του θεάτρου όπου δούλευα παλιότερα, ο Σωτήρης. Ο Σωτήρης είναι από ένα χωριό κοντά στο Καρπενήσι και του έλεγαν «Σωτήρη, να πάμε σ' ένα χωριό να αράξουμε» κι εκείνος τους απαντούσε «πιάστε πρώτα χώμα και μετά πάτε». Πολλοί άνθρωποι που ονειρεύονται να ζήσουν σε χωριό δεν έχουν πιάσει καν χώμα, είναι φοβερό.


— Σκληρές συνθήκες, πολλή δουλειά και πολλή βία, ήταν πολύ άγρια τα πράγματα, ειδικά σε ένα χωριό με Αρβανίτες όπου έχω μεγαλώσει εγώ. Μπορεί να είναι διαφορετικές οι περιοχές, αλλά οι ιστορίες είναι παρόμοιες. Σε όλη την ελληνική επαρχία ήταν έτσι τα πράγματα. Όταν ήρθα στην Αθήνα ήταν όλα πολύ πιο ήπια.

Η ελληνική επαρχία είναι μία. Αγαπώ τους συγγραφείς που γράφουν για την επαρχία, κι όχι επειδή γεννήθηκα και μεγάλωσα εκεί. Αυτό που σου προσφέρει η επαρχία είναι ότι όλα συμβαίνουν στην πλατεία. Είναι σαν μια σκηνή όπου παρελαύνει κυριολεκτικά η ανθρωπότητα, όπου βλέπεις ανάγλυφα όλες τις εκδοχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Κι αυτό που επίσης προσφέρει είναι ότι βλέπεις τους ανθρώπους στον χρόνο – κάθετα, που λέγαμε. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι απ' όταν ήσουν παιδί και παραμένουν εκεί και μεγαλώνουν, οι συμμαθητές σου που κάνουν προγούλια, οι συγγενείς σου και οι γείτονες που γερνούν και πεθαίνουν. Είναι σαν ένα θεωρείο με προνομιακή θέα στα ανθρώπινα. Για έναν συγγραφέα, η επαρχία, αν δεν τον καταβάλει –γιατί πολλούς τους τσακίζει–, είναι πλούτος.


— Ναι, στο χωριό ξέρεις τα πάντα για όλους, σου παρέχει πολύ υλικό, στην Αθήνα ξέρεις ελάχιστους και τίποτα. Θα μπορούσες να γράψεις αστικές ιστορίες;

Υποθέτω πως ναι, έχω γράψει στο πρώτο μου βιβλίο, οι οποίες βέβαια δεν είναι καθόλου καλές. Και στο Αστείο έχω γράψει. Αλλά γιατί όχι, ζω στην πόλη από τα 18 μου –20 χρόνια–, οπότε έχω υλικό. Απλώς στο Παιδί ήθελα να γράψω αποκλειστικά για το Βελβεντό και ήθελα το βιβλίο να είναι συνεκτικό, κι έτσι όλες τις ιδέες που δεν αφορούσαν το χωριό τις έβαλα στην άκρη. Όπως και να 'χει, αν δεν κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη, αν δεν αντικρίσεις εσένα και τη ρίζα σου, τον τόπο όπου γεννήθηκες και μεγάλωσες, ό,τι σε διαμόρφωσε, είναι σαν να αρνείσαι τη γλώσσα σου. Η ελληνική λογοτεχνία είναι γεμάτη από επαρχία – δες τον Παπαδιαμάντη και τη Σκιάθο, τον Μέσκο και την Έδεσσα, τον Τσιαμπούση και τη Δράμα, τον Παπαμόσχο και την Καστοριά, δες τον Όμηρο Πέλλα.


— Είναι σπουδαίος ο Όμηρος Πέλλας, αλλά είναι πολύ δύσκολο να βρεις τα βιβλία του. Ψάχνω τα διηγήματα και δεν υπάρχουν πουθενά. Ούτε καν το Στάλαγκ.

Θα τα βρεις μόνο σε δημόσιες βιβλιοθήκες. Πήγα χθες στη Δημοτική Βιβλιοθήκη στον Σταθμό Λαρίσης, όπου είναι να σε πιάνει κατάθλιψη. Είναι κρίμα, είναι ντροπή για την Αθήνα να έχει τέτοια δημόσια βιβλιοθήκη. Πέρσι επιμελήθηκα την επανέκδοση των διηγημάτων του Αθανάσιου Γκράβαλη, ενός συγγραφέα από το Αϊβαλί, που έγραψε ένα και μοναδικό βιβλίο το 1930, οπότε πήγα εκεί να βρω εφημερίδες και υλικό, και είχε κατσαρίδες. Ο Πέλλας είναι πολύ καλός συγγραφέας και είναι κρίμα που δεν είναι γνωστός. Είναι λησμονημένος.


— Φύση, θρησκεία, θάνατος... Έχεις μια εμμονή με τον θάνατο, όλοι πεθαίνουν κάπως, κυριολεκτικά ή μεταφορικά...

Ο θάνατος είναι το πιο καθοριστικό, το πιο καταλυτικό γεγονός. Δεν ξεφεύγεις απ' αυτό και, επίσης, όσο και να προσπαθείς να το απωθήσεις, είναι κάτι που με τα χρόνια το νιώθεις σαν έναν κλοιό που ολοένα σφίγγει γύρω σου, ώσπου κάποτε έρχεται η σειρά σου. Δεν μπορείς να τον αγνοήσεις. Κι ο θάνατος δεν είναι ένας, ζεις διαρκώς μικρούς θανάτους: χωρίζεις, μαλώνεις με τον σύντροφό σου, χάνεσαι μ' έναν φίλο. Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να μην κάνεις διάλογο μ' αυτά.

 

Όσο για τη φύση, δυσκολεύομαι να σκεφτώ κάτι πιο αθώο απ' τη φύση, κομμάτι της οποίας είμαστε κι εμείς, όσο κι αν προσπαθούμε να το ξεχάσουμε με κάθε τρόπο. Ιδίως σ' αυτά τα διηγήματα, τα οποία εκτυλίσσονται μέσα στη φύση –το Βελβεντό είναι ανάμεσα σε λίμνη και βουνό, δίπλα στο δάσος–, η φύση έπρεπε να είναι δομικό στοιχείο. Και το θρησκευτικό στοιχείο στο Βελβεντό είναι έντονο. Υπάρχουν εβδομήντα ξωκλήσια γύρω γύρω και είσαι νοικοκύρης αν έχεις εξωκλήσι και το φροντίζεις. Εμείς, το σόι μου, έχουμε την Αγία Παρασκευή, μία από τις τρεις Αγίες Παρασκευές του χωριού. Επίσης, ο χτύπος της καμπάνας ορίζει τις ώρες και τα μισάωρα και, όταν πεθαίνει κάποιος, η καμπάνα χτυπάει πένθιμα και τότε τα τηλέφωνα ανάβουν.

 

Τώρα που πλησιάζω τα σαράντα προσπαθώ σιγά-σιγά να ανοίξω διάλογο μ' αυτά. Επειδή μεγάλωσα σε μια οικογένεια θρησκευόμενη, κι αυτό έρχεται κυρίως από τη μεριά της μητέρας μου, ντυνόμουν παπαδάκι, πήγαινα στην εκκλησία. Αλλά από την εφηβεία μου δεν πιστεύω, παρότι και στο Άγιο Όρος πάω και έχω φίλους που θρησκεύονται. Όμως δεν έχω καταφέρει να πιστέψω. Τα βλέπω όλ' αυτά σαν ένα παρηγορητικό παραμύθι. Πότε-πότε, ωστόσο, αν και ξέρω ότι πρόκειται για μια κακοστημένη θεατρική παράσταση –σαν όπερα είναι, με τα πλουμιστά ρούχα και τα σκηνικά αντικείμενα–, πάω στην εκκλησία, αλλά πάω για τη γλώσσα που, είναι υπέροχη. Μου αρέσει να ακούω αυτά τα ελληνικά.

 

Ομοίως και με τον στρατό δεν έχω καλή σχέση, αλλά μου αρέσει καμιά φορά να ακούω στρατιωτικούς, επειδή χρησιμοποιούν μια παλιότερη εκδοχή της γλώσσας, κι εκεί ανιχνεύεται και διασώζεται κάτι από τη συνέχειά της. Ίσως επειδή μεγάλωσα στο χωριό και είχα χίλια δύο κόμπλεξ –και ταξικά, αν θέλεις–, σκεφτόμουν ότι το μόνο που έχω για να μπορέσω να ξεφύγω είναι η γλώσσα. Δηλαδή το γεγονός ότι μπορώ να μιλήσω καλά ελληνικά κι έτσι να νιώσω ότι ξεφεύγω από κει. Μ' αυτόν τον χαζό, ενδεχομένως, τρόπο. Αλλά καθένας απ' όπου μπορεί κρατιέται. Δεν είχες τίποτε άλλο να κρατηθείς – τις λέξεις, τα τραγούδια, τις ταινίες, κι απ' αυτά προσπαθούσες, κουτσά στραβά, να φτιάξεις έναν εαυτό.


— Γιατί πάμε πάντα πίσω; Όλοι επιστρέφουν στην παιδική ηλικία με κάποιον τρόπο, ειδικά οι συγγραφείς.

Επειδή η παιδική ηλικία είναι σαν μια πλάκα από κερί, πάνω στην οποία η βελόνα χαράζει ανεξίτηλα το τραγούδι της. Εκεί το κερί είναι μαλακό, εκεί γράφεται το «master take» του τραγουδιού. Η καθοριστική ζημιά ή οι βασικές θετικές εμπειρίες συμβαίνουν σ' αυτή την ηλικία, γι' αυτό και δεν μπορείς παρά να επιστρέφεις εκεί. Βλέπεις ανθρώπους που πάσχουν από άνοια και, παρ' όλα αυτά, θυμούνται τα παιδικά τους χρόνια. Είναι αδύνατον να μην επιστρέψεις. Και δεν μπορείς να προχωρήσεις αν δεν ανοίξεις ειλικρινή διάλογο μ' αυτά. Έτσι θα μπορέσεις να καταλάβεις τι δεν πήγε καλά και κάπως να ξορκίσεις το τραύμα. Να διορθώσεις τη ζημιά δεν γίνεται, έχει γίνει και θα μείνει για πάντα, μπορείς όμως να τη διαχειριστείς καλύτερα, κατανοώντας την και μεταβολίζοντάς τη σε κάτι όμορφο και θετικό, δηλαδή σε τέχνη – στον βαθμό που τα διηγήματά μου είναι τέχνη. Μιλάω για ψυχοθεραπεία με άλλα μέσα.


— Πες μου για το περιβάλλον όπου μεγάλωσες.

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Βελβεντό Κοζάνης. Η μητέρα μου είναι μοδίστρα και ο πατέρας μου δούλευε για χρόνια ως φορτηγατζής και αγρότης, και τελευταία στα ορυχεία της Πτολεμαΐδας ως οδηγός εκσκαφέα. Τώρα έχει πάρει σύνταξη. Τέλειωσαν και οι δύο το δημοτικό. Στο Βελβεντό ζουν περίπου 3.000 άνθρωποι, οι περισσότεροι αγρότες, είναι ένα μεγάλο χωριό με τα καλά και τα κακά του. Δούλευα στο χωράφι από παιδί, στα ροδάκινά μας. Αλλά ευτυχώς είχα μια παρέα από τρεις-τέσσερις ανθρώπους, αποκλίνοντες όπως κι εγώ, και φτιάξαμε έναν μικρό κύκλο, ανταλλάσσαμε δίσκους και βιβλία. Επίσης, υπάρχουν δύο βιβλιοθήκες στο χωριό κι ένας δραστήριος Μορφωτικός Όμιλος. Δεν ξέρω γιατί στράφηκα σ' αυτά τα ερεθίσματα, ήταν απλώς η ανάγκη μου να μη γίνω όπως οι περισσότεροι γύρω μου, γιατί αυτό το περιβάλλον με έπνιγε, από παιδί. Οι φίλοι μου με κράτησαν και τους κράτησα μέσα σ' ένα περιβάλλον που δεν ήταν ό,τι ζητούσαμε – κι εμείς δεν ήμασταν ό,τι ζητούσε το περιβάλλον. Διαβάζαμε «01», «Τέταρτο», ήταν από τα πράγματα που μας άνοιξαν τα μάτια.


— Υπάρχει κάτι που σου άλλαξε τη ζωή; Βιβλίο, δίσκος;

Χρωστάω πολλά στη μουσική, ίσως περισσότερα και απ' την ανάγνωση. Οι Smiths ή οι Smashing Pumpkins π.χ. διαμόρφωσαν, καθώς μεγάλωνα, την αισθητική μου. Αλλά δεν μου άλλαξαν τη ζωή. Νομίζω ότι οι γονείς, το σχολείο, η πετριά σου, αυτά είναι το σπέρμα, και σιγά-σιγά ξεδιπλώνεσαι. Συνήθως τα αρνητικά πράγματα είναι αυτά που σου αλλάζουν τη ζωή, αλλά κάτι τέτοιο μείζον δεν μου έχει συμβεί.


— Τι προσβάλλει την αισθητική σου;

Αυτή είναι μια ερώτηση που, όταν δεν σου την κάνουν, ξέρεις εύκολα τι να απαντήσεις, όταν όμως σε ρωτούν, ξαφνικά αναρωτιέσαι τι να πεις. Όσο μεγαλώνω, πάντως, τείνω να προσβάλλομαι και να οργίζομαι λιγότερο και να το ρίχνω στο χιούμορ. Νομίζω ότι είναι πιο υγιής αντίδραση.


— Διαβάζεις;

Κάνω και τίποτε άλλο;

 

— Τι διαβάζεις τώρα;

Διαβάζω Φόκνερ, και το καλοκαίρι ξανάπιασα τον Μπολάνιο. Επίσης, επειδή τον Αύγουστο ταξίδεψα στη Σερβία και στη Βοσνία, διάβασα τον Ίβο Άντριτς, που είναι υπέροχος. Πίστευα ότι θα ήταν ελαφρώς παρωχημένος, αλλά καμία σχέση. Είναι σαν ένας Άμος Οζ πριν από τον Άμος Οζ. Τον λατρεύω τον Άμος Οζ. Το βιβλίο του που βγήκε φέτος στα ελληνικά, το Μεταξύ φίλων, είναι έξοχο. Διαβάζω συνεχώς, αλλά όχι σχολαστικά, όχι με σκοπό να ξέρω τη λογοτεχνική επικαιρότητα – ποιος γράφει τώρα και τι τάσεις υπάρχουν. Διαβάζω όπως ακούγαμε μικρότεροι μουσική, όταν άκουγες π.χ. τους Smiths και μετά διάβαζες ότι ο Μόρισεϊ δήλωσε «με επηρέασαν οι τάδε» κι έψαχνες να μάθεις ποιοι είν' αυτοί, και ούτω καθεξής. Διαβάζουμε κάτι επειδή μας αρέσει και μας αρέσει επειδή αποκαλύπτει, τελικά, κάτι για τον εαυτό μας. Θα διαβάσω, ας πούμε, τον Σκαμπαρδώνη και όταν πει σε μια συνέντευξη ότι ένα από τα αγαπημένα του βιβλία είναι το Μπακακόκ του Νίκου Χουλιαρά θα πάω να το πάρω – και δεν θα χάσω.


— Για πες μερικά βιβλία που θα πρότεινες σε κάποιον να διαβάσει.

Χουάν Ρούλφο, ιδίως τον Κάμπο στις φλόγες – αυτά τα διηγήματα είναι ό,τι πιο μαύρο έχει γραφτεί, είναι σκληρά και χωμάτινα, αριστουργήματα. Να διαβάσει Ε.Χ. Γονατά, Παπαδημητρακόπουλο... Υπάρχει μια συλλογή διηγημάτων του Νίκου Κάσδαγλη που λέγεται Σπιλιάδες, μάλλον άγνωστα, αλλά εξαίσια διηγήματα. Το Γκάρντεν Πάρτι της Κάθριν Μάνσφιλντ, τις Εικόνες από τη ζωή στο χωριό του Άμος Οζ. Είναι πολλά αυτά που αγαπώ, οι βασικές μου αναφορές.


— Πώς τα βλέπεις τα πράγματα, γενικά;

Ένας φίλος, όταν του κάνουν αυτή την ερώτηση, απαντά: «Είμαι συγκρατημένα απαισιόδοξος». Παρότι συχνά νιώθω έτσι, τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα, τουλάχιστον όχι εδώ που ζούμε. Αν εξαιρέσεις ακραίες περιστάσεις ή –χτύπα ξύλο, γιατί είμαι ελαφρώς υποχόνδριος– αρρώστιες, αν παίρνεις στα σοβαρά τη δουλειά σου και όχι τον εαυτό σου, αν αφουγκράζεσαι και καλλιεργείς τις μέσα κλίσεις σου και δεν είσαι γκρινιάρης, τι έχεις να φοβηθείς;


— Πώς τη βλέπεις τη γενιά σου, λογοτεχνικά;

Επειδή ο τρόπος που διαβάζω είναι, όπως λέγαμε, κάθετος και όχι οριζόντιος –δεν διαβάζω δηλαδή για «καλύψω» μια εποχή ή ένα ρεύμα–, θα ήταν ψέμα αν έλεγα ότι έχω καλή εποπτεία του τι γράφεται σήμερα. Ένας βιβλιοκριτικός ή ένας γραμματολόγος θα ήταν καταλληλότερος να μιλήσει επ' αυτού. Υποθέτω ότι, όπως σε κάθε εποχή και γενιά –αν και ο όρος «γενιά» είναι προβληματικός, γιατί το κριτήριό του είναι ποσοτικό, είναι η ηλικία, τσουβαλιάζοντας φωνές που πιθανώς να είναι εντελώς ανόμοιες–, το 80% των έργων θα λησμονηθεί, το 15% θα έχει κάτι ενδιαφέρον να πει κι ένα 5% θα πλουτίσει τη λογοτεχνία και τη γλώσσα μας.


— Γράφεις κάτι τώρα;

Τίποτα. Το καλοκαίρι, όμως, μετέφρασα τα ποιήματα του Άλντεν Νόουλαν, ενός Καναδού ποιητή που μ' αρέσει, και χαίρομαι που σύντομα θα εκδοθούν.