Από την πρώτη κιόλας πρόταση, την πρώτη εντυπωσιακή παράγραφο, η βραβευμένη με το Booker 2018 Άννα Μπερνς αποφασίζει να κλείσει τους ανοιχτούς λογαριασμούς με τον αναγνώστη, ακονίζοντας τα αφηγηματικά της μαχαίρια:

 

«Η ΜΕΡΑ που ο Τάδε ΜακΤάδε μου 'χωσε το μπιστόλι στο στήθος και με είπε παλιοκόριτσο και φοβέρισε ότι θα μου την ανάψει ήταν η ίδια μέρα που σκοτώθηκε ο γαλατάς. Τον είχε πυροβολήσει κάποια από τις στρατιωτικές περιπόλους κι εμένα καθόλου δεν μ' είχε πειράξει που είχαν πυροβολήσει αυτό τον άντρα».

 

Η κατάληξη της ιστορίας που αποκαλύπτεται ήδη από την αρχή του βιβλίου, της φημολογούμενης δηλαδή σχέσης της πρωταγωνίστριας με τον επονομαζόμενο «γαλατά» ‒ψευδώνυμο ουσιαστικά του αρχηγού των παραστρατιωτικών που ελέγχουν την πόλη‒ συνίσταται στην οδυνηρή διαπίστωση μιας πλανώμενης απειλής και ενός (όχι και τόσο) απροσδόκητου θανάτου.

 

Τα πάντα εδώ μοιάζουν φασματικά ή αμφιλεγόμενα, βγαλμένα από τη φαντασία των ανθρώπων που έχουν μάθει να ελέγχουν και να ελέγχονται, ξεδιπλώνοντας συνωμοσίες, ρεβανσιστικά σενάρια και επικίνδυνες φήμες. Όταν το κριτήριο δεν είναι η αλήθεια αλλά ο θάνατος και η ταυτότητα ισοπεδώνεται από τα σενάρια που τη συνοδεύουν, η αποκάλυψη των πραγματικών ονομάτων δεν έχει καμία σημασία: η πρωταγωνίστρια του βιβλίου αποκαλείται έτσι «μεσαία αδελφή», ο μάτσο διεκδικητής «Γαλατάς», ο αφιλεγόμενος εραστής «ίσως φίλος», η μητέρα «Μα».

 

Ούτε οι τόποι ούτε οι δρόμοι κατονομάζονται, όπως τελικά ούτε καν τα ίδια τα συναισθήματα, αφού κανείς δεν έχει δικαίωμα στην πόλη αυτή να ελπίζει, να πονάει ή να αγαπάει.

 

Τα πάντα εδώ μοιάζουν φασματικά ή αμφιλεγόμενα, βγαλμένα από τη φαντασία των ανθρώπων που έχουν μάθει να ελέγχουν και να ελέγχονται, ξεδιπλώνοντας συνωμοσίες, ρεβανσιστικά σενάρια και επικίνδυνες φήμες


Και όμως, ο αναγνώστης εύκολα αντιλαμβάνεται από τις περιγραφές ‒ιδού ο αποκαλυπτικός ρόλος της λογοτεχνίας‒ ότι πρόκειται για το Μπέλφαστ της δεκαετίας του '70, τόπο καταγωγής της συγγραφέως, όπου όλοι υποπτεύονται τους πάντες και η αθωότητα πεθαίνει προτού καν οριστεί.

 

Καθώς τα παιδιά κυκλοφορούν ανάμεσα σε τεμαχισμένα πτώματα, βομβαρδισμένα αυτοκίνητα και αποκεφαλισμένα ζώα, δεν μπορούν να ελπίζουν ούτε να ονειρεύονται. Οι ρόλοι τους είναι προδιαγεγραμμένα, με τα αγόρια να προαλείφονται για πολεμιστές και τις γυναίκες για στωικές σύντροφοι ή ύποπτες ερωμένες. 

 

Η ενηλικίωση είναι εκ των πραγμάτων άγρια και τα σενάρια αντίστασης σχεδόν μηδαμινά, ειδικά για τη 18χρονη πρωταγωνίστρια, μέλος κι αυτή μιας πολύτεκνης ιρλανδικής οικογένειας που ζει τολμώντας να κάνει τη διαφορά με τη φαντασία.

 

Το μόνο μέσο αντίστασης που έχει σε μια πόλη όπου οι μνήμες και ο θάνατος παραμονεύουν παντού, όπου τα πάρκα είναι γεμάτα βομβαρδισμένες εκκλησίες και οι διαδρομές οριοθετημένες και ελεγχόμενες από κάμερες, γείτονες, «εθνικούς», «παραστρατιωτικούς» και «ενωσίτες», είναι ότι μπορεί να διαβάζει: όχι με τον συνηθισμένο τρόπο αλλά καθώς περπατά, επιδεικνύοντας μέσα από αυτή την πρωτόγνωρη επαναστατική πράξη τη διάθεσή της να αντιταχθεί στους κανόνες που δεν επιβάλλονται μόνο από τους εχθρούς της πόλης «πέρα από το νερό», οι οποίοι σκορπούν τον θάνατο, αλλά και από μέσα. Έτσι, ένα καθήκον ελέγχου, ένα πανοπτικόν αλά Φουκό, με μάτια και κάμερες που παραμονεύουν σε κάθε βήμα, απλώνεται πάνω στις ψυχές, τα σώματα και τις επιθυμίες, καταργώντας τις αμφισημίες.

 

Η αμφιβολία κάνει την πρωταγωνίστρια-«μεσαία αδελφή», μια άτυπη ηρωίδα που εκτίθεται για όλους –«Το "Δεν ξέρω λοιπόν" ήταν η τρισύλλαβη άμυνά μου στις επιθέσεις των ερωτήσεων»‒, καθώς αμφισβητεί διαρκώς τα θέσφατα που όλες οι πλευρές επιβάλλουν στην πόλη και στον εαυτό τους.

 

Δεν εγκαταλείπει, όμως, ούτε την τρυφερότητα, αφού τολμά να κουβαλήσει στα αθώα χέρια της ένα γατίσιο κεφάλι, κατάλοιπο των βομβαρδισμών, αναζητώντας μέρος για να το θάψει, μετατρεπόμενη σε άλλη μια Αντιγόνη, άλλη μια έφηβη που ξέρει τους συμβολισμούς που είχαν οι Έλληνες, πηγαίνοντας κόντρα στον κυρίαρχο νόμο όχι με το πτώμα του αδελφού της αλλά με ένα ακέφαλο γατί.

 

Από το σημείο αυτό και ύστερα η «μεσαία αδελφή» είναι υπόλογη για τα πάντα. Η ίδια, ωστόσο, δεν απολογείται, ξέροντας, όπως θα έλεγε και ο Νίτσε, πως η ενοχοποίηση είναι η αρχή της μνησικακίας, παρά τολμά να σκέφτεται φωναχτά, με τον λόγο της να απλώνεται στις σελίδες σαν πολυβόλο μέσα από μακρόσυρτες περιόδους και ατελείωτες συνδετικές προτάσεις ‒ το μοναδικό ίσως καταιγιστικό όπλο μιας ασθματικής πρωτοπρόσωπης αφήγησης που έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να αποδίδει δικαιοσύνη εκεί όπου όλοι αναζητούν ένοχους και φταίχτες.

 

Όσο για την προσωπική της ιστορία, δηλαδή αυτήν της υποτιθέμενης σχέσης με τον Γαλατά, γίνεται το θέατρο του κόσμου, αποκαλύπτοντας τη δική της δυνατότητα προκλητικής αμφισημίας.

 

Αλλά και το πικρόχολο χιούμορ, που ώρες-ώρες θαρρείς πως φέρνει στο φως τα απωθημένα του επίσης Ιρλανδού ανένταχτου Τρίστραμ Σάντι, μετατρέποντας ενίοτε τα πρόσωπα σε καρικατουρες, είναι ένας εξίσου ενδεικτικός τρόπος αντίστασης, όπως και η τολμηρή συνειδητοποίηση μιας σεξουαλικότητας που υφέρπει, αλλά δεν εκφράζεται ποτέ στην πράξη.

 

Οι ανατριχίλες που νιώθει η πρωταγωνίστρια-«μεσαία αδελφή» όταν την πλησιάζει ο αποκρουστικός, κατά τα άλλα, γι' αυτήν «Γαλατάς», η αναστάτωση που της προκαλεί, ώστε να ποτίζει κάθε της σκέψη, εξωθώντας την στο να διακόψει τις επαφές με τον «ίσως φίλο», ύστερα από τις ελάχιστες συνευρέσεις τους, εξαγγέλλει μια διαφορετική σχέση με την επιθυμία.

 

Η ίδια μετατρέπεται έτσι σταδιακά σε μια άτυπη μυθιστορηματική ηρωίδα του 19ου αιώνα που είναι η μεγάλη της αδυναμία ‒αφού, όπως ομολογεί, τον 20ό τον μισεί‒, επιβεβαιώνοντας πανηγυρικά πως είναι πια κι εκείνη «απ' τους σαλεμένους, κοινωνικά απόβλητους, προβληματικούς τύπους της κοινότητας», συνομιλώντας εδώ ιδανικά με τις αναλύσεις του Μισέλ Φουκό, όταν έγραφε στους Μη Κανονικούς πως «ο άξονας συμμορφώσιμου/ασυμμόρφωτου θα χρησιμεύσει ως βάση για όλους τους θεσμούς που ειδικεύονται στους μη κανονικούς, οι οποίοι αναπτύσσονται τον 19ο αιώνα.

 

Τέρας χλωμό και συνηθισμένο, ο μη κανονικός του 19ου αιώνα είναι επίσης ένας ασυμμόρφωτος, ένας ασυμμόρφωτος που θα τοποθετηθεί στο επίκεντρο ενός σωφρονιστικού μηχανισμού».

 

Γι' αυτό, λοιπόν, τελικά η ηρωίδα αρνείται να συμμορφωθεί: εξακολουθεί να περπατά με τον Γαλατά, έστω και αν του αντιστέκεται, να πηγαίνει στην «περιοχή με τα κόκκινα φώτα» με τον «ίσως φίλο», να διεκδικεί την ασυνείδητη σεξουαλικότητά της. Κυρίως, όμως, να επιβάλει τη βούλησή της εκεί όπου ακόμα και η φαντασία μοιάζει να είναι απαγορευμένη ή ελεγχόμενη.

 

Μία από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές του βιβλίου είναι όταν, κόντρα σε όλες τις ασχήμιες, αφήνεται να την αιφνιδιάσει η ομορφιά ενός αγάλματος, της καλόγριας Τερέζας της Άβιλα, με τους στροβιλισμούς των πτυχώσεων και τον άγγελο με το βέλος, με τις κρυφές υποδηλώσεις της ομορφιάς και της γύμνιας.

 

Αλλά η τολμηρή επαφή της με την ομορφιά δεν τελειώνει εδώ, αφού μονάχα αυτή τολμάει να χαζεύει τα ηλιοβασιλέματα σε μια πόλη όπου επικρατεί το μαύρο και κανείς δεν δύναται ή δεν επιτρέπεται να ξεχωρίσει τη λαμπρότητα και τα χρώματα που καταυγάζει ο ήλιος. Εξού και ότι, σε αντίθεση με τους συμμαθητές της από την τάξη των Γαλλικών, ξέρει ότι ο ουρανός δεν είναι μόνο γαλάζιος:

 

«Ακόμα και τότε, παρόλο πια που στον ουρανό έβλεπα περισσότερα από τα τρία αποδεκτά ουράνια χρώματα ‒το γαλανό (του ουρανού της μέρας), το μαύρο (του ουρανού της νύχτας) και το άσπρο (σύννεφα)‒, ακόμα και τότε κράτησα το στόμα μου κλειστό. Και τώρα δεν το παραδέχονταν ούτε οι άλλοι στην τάξη ‒ όλοι τους μεγαλύτεροι από μένα, κάποιοι μάλιστα τριαντάρηδες και βάλε. Ήταν η σύμβαση: να μην παραδέχεται κανείς λεπτομέρειες, γιατί η παραδοχή τέτοιων λεπτομερειών θα σήμαινε επιλογή, και η επιλογή θα σήμαινε ευθύνη, και ευθύνη θα σήμαινε βάρος... Κι αν, τελικά, δεν μπορούσαμε να το σηκώσουμε αυτό το βάρος; Αν δεν καταφέρναμε να τα βγάλουμε πέρα με τις συνέπειες στην περίπτωση που θα βλέπαμε περισσότερα απ' όσα μπορούσαμε να κουμαντάρουμε; Ακόμα χειρότερα: τι θα κάναμε αν ήταν ωραίο, ό,τι κι αν ήταν αυτό, αν μας άρεσε, αν το συνηθίζαμε και το χαιρόμασταν, αν φτάναμε να το 'χουμε ανάγκη ‒ κι ύστερα το χάναμε ή μας το παίρνανε και δεν μας το ξαναδίνανε ποτέ; Καλύτερα να μην το δοκιμάσουμε καθόλου, αυτό ήταν το συναίσθημα που υπερίσχυσε, κι έτσι το γαλανό ήταν το χρώμα που θα είχε ο ουρανός μας».

 

Εξαιρετική η μετάφραση του πολύπλευρου Γαλατά από τη Μαρία Αγγελίδου.