Ζώντας στα πιο μικροαστικά σύμπαντα των ΗΠΑ, σε εποχές που πάσχιζαν να δώσουν στους Αμερικανούς πίστη και φως, ο Ρέιμοντ Κάρβερ, γνωρίζοντας πως είναι απλώς από τύχη ένας ακόμα «επιζήσας», όπως έλεγε ο ίδιος, βάλθηκε να δείξει από τι είναι φτιαγμένη η ζωή: από σάρκα και αίμα, από υλικά που μπορεί στα μάτια των βαθυστόχαστων να φαίνονται φτενά, από μορφές που, σαν βγαλμένες από πίνακες του Χόπερ, αποκαλύπτουν τη δύναμη που έχει ακόμα και η σιωπή.

 

Αυτές είναι που πολλές φορές στα διηγήματά του κραυγάζουν περισσότερο και από τις εκκωφαντικές δηλώσεις και παίρνουν τη θέση ολοσέλιδων περιγραφών.

 

Άλλωστε, πίστευε πως τα πάντα είναι ποίηση, αρκεί να θες πραγματικά να γραπώσεις και όχι να προσπεράσεις αυτό που βρίσκεται δίπλα σου, δοξάζοντας ακόμα και το φευγαλέο ή το απατηλό.

 

«Η ποίηση είναι βίωμα» έγραφε και ξανάγραφε, παραπέμποντας στον Ρίλκε, επιβεβαιώνοντας έτσι το μεγάλο ανθρωπιστικό του πρόταγμα, που αφορούσε τον τρόπο που οι άνθρωποι σκέφτονται, ερωτεύονται και ζουν.


Εκεί αρχίζει και τελειώνει για τον Κάρβερ η επαφή του με το ανεξήγητο, συγκεντρώνοντας στο θαύμα της θνητότητας ολόκληρο το υπαρξιακό μεγαλείο.

 

Το επισημαίνει η μεταφράστρια Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, τονίζοντας πως ο ίδιος δήλωνε ανθρωπιστής, ακολουθώντας το Τσέχοφ και υποστηρίζοντας πως η «τέχνη δεν είναι αυτοέκφραση αλλά επικοινωνία».

 

Εξού και ότι δεν έγραφε από φιλαρέσκεια αλλά για να δείξει πώς νιώθουν και ενεργούν οι άνθρωποι στις πιο κρίσιμες στιγμές. Δηλαδή στον Ελέφαντα, την τελευταία αριστουργηματική συλλογή του, όπου περιλαμβάνεται το «Θέλημα», το προφητικό του διήγημα για τον θάνατο του Τσέχοφ, σαν να έβλεπε ταυτόχρονα τη δική του λογοτεχνική αναγέννηση και την επικείμενη τελευτή – μοιάζει με το τέλος μιας αρμονικής συμφωνίας, γεμάτης από αυξομειώσεις με φράσεις που ξεκλειδώνουν όσα θα χρειάζονταν εκατοντάδες λέξεις για να ειπωθούν.

 

Στα περισσότερα από τα διηγήματα ζευγάρια αποκαλύπτουν τα όνειρα ή τους εφιάλτες τους πάνω από τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα ή σύζυγοι που ξαγρυπνούν –σχεδόν όλοι ταλαιπωρούνται από αϋπνίες– επανεκτιμούν ριζικά τη ζωή τους, χαζεύοντας στην αυλή τα πουλιά.

 

Οι επιμέρους ιστορίες ανοίγουν κεφάλαια που γράφουν μυθιστορήματα ολκής, αλλά ακριβώς επειδή οι δυνατότητες είναι άπειρες, υπονοούνται μέσα από τον τρόπο που κάποιος θα κουρέψει το γκαζόν, θα οδηγήσει το αυτοκίνητο ή θα πει ένα τραγούδι.

 

Μοιάζουν με μια μπαρόκ μουσική της οποίας η μαγεία κρύβεται στις χρυσές παραλλαγές και υποδηλώσεις, σαν ένα ριζωματικό έργο, όπως θα έλεγε ο Ντελέζ, με ρίζες που απλώνονται σε άλλες ιστορίες, σε άλλα συγκείμενα και καταστάσεις.

 

Λανθασμένα, λοιπόν, οι περισσότεροι, από άγνοια για τον τρόπο που έκρυβε τις αυτονόητες εντάσεις ή εξάρσεις στις φαινομενικά απλές προτάσεις, έσπευσαν να αποδώσουν στον Κάρβερ την ταυτότητα του μινιμαλιστή, κάτι που ο ίδιος απεχθανόταν.

 

Απλώς για τους περισσότερους από τους πρωταγωνιστές της συλλογής οι συμπαντικές αλήθειες κρύβονται, όπως ο διάολος, στις λεπτομέρειες και σε όλα όσα δεν λέγονται, π.χ. στους συμβολισμούς των φευγαλέων ονείρων που πολλές φορές αποκαλύπτουν πολύ περισσότερα από τους διαλόγους της πραγματικότητας.


Έτσι, στα περισσότερα από τα διηγήματα ζευγάρια αποκαλύπτουν τα όνειρα ή τους εφιάλτες τους πάνω από τασάκια γεμάτα αποτσίγαρα ή σύζυγοι που ξαγρυπνούν –σχεδόν όλοι ταλαιπωρούνται από αϋπνίες– επανεκτιμούν ριζικά τη ζωή τους, χαζεύοντας στην αυλή τα πουλιά.

 

Για τον πρώην αλκοολικό, όπως και ο ίδιος ο Κάρβερ, ήρωά του στον Ελέφαντα, ο εφιάλτης που βλέπει ότι επέστρεψε στο πιοτό είναι ακόμα μεγαλύτερος και από το γεγονός ότι αναγκάζεται να εργαστεί νυχθημερόν με τρύπιες κάλτσες για να θρέψει όλη του την οικογένεια: μητέρα, δύο παιδιά, πρώην σύζυγο και αδελφό. Η τρομερή επιστροφή του τραύματος δείχνει έτσι εντονότερη από την πιο φρικιαστική ζωή.

 

Δουλειά του συγγραφέα, επομένως, είναι να θυμίζει όσα ασυνείδητα κρύβονται κάτω από την επιφάνεια, αφήνοντας τον αναγνώστη να ανακαλύψει ή να ακολουθήσει την πορεία.

 

Αυτό που κάνει ο ίδιος ο συγγραφέας είναι να παρατηρεί, όπως οι δύο αστυνομικοί που παρακολουθούν αμήχανα τον χωρισμό του ζευγαριού έξω από το σπίτι στο διήγημα με τίτλο «Κοτσυφόπιτα»: «Δεν ξέρω πώς αισθάνονταν οι άλλοι. Αυτοί μπορεί να έβλεπαν τέτοια πράγματα κάθε μέρα. Ζωές ανθρώπων που διαλύονται ξαφνικά».

 

Ή, όπως έλεγε ο ίδιος σε μια συνέντευξή του: «Γράφω για τους τσακισμένους ανθρώπους δίπλα μου. Είναι οι δικοί μου άνθρωποι, δεν θα μπορούσα να τους υποτιμήσω».

 

Σκληραγωγημένος, γιος ενός αλκοολικού πατέρα και μιας υποταγμένης μάνας, αλλά ριζοβολημένος στα βιβλία αντί για τους νόμους, ο Ρέιμοντ έμαθε να αντικρίζει από μικρός τα αστέρια από τις λάσπες. Δεν πτοήθηκε αλλά κυνήγησε την κλίση του δουλεύοντας από επιστάτης νοσοκομείου μέχρι οδηγός φορητού, υπάλληλος σε φαρμακείο αλλά και επιμελητής εγχειριδίων στο Science Research Associates.

 

Τα οικονομικά προβλήματα και οι προσωπικές δυσκολίες τον έφεραν κοντά στον θάνατο τέσσερις φορές τη δεκαετία του '60 και του '70 εξαιτίας του αλκοόλ, που ήταν το μοναδικό του καταφύγιο.

 

Τη δεκαετία του '80, ζώντας έναν διαλυμένο γάμο, γνωρίζει τον έρωτα της ζωής του, την ποιήτρια Τες Γκάλαχερ, στην οποία χρωστάμε τη μετέπειτα φροντίδα του έργου του.

 

Ακολουθώντας μια «δεύτερη ζωή», όπως ο ίδιος έλεγε, φάνηκε να πηγαίνει κόντρα στο πεπρωμένο, σαν τον πρωταγωνιστή του στο «Menudo» που ειρωνεύεται την επίδραση που έχει στους ανθρώπους η μοιρολατρία.

 

Για τον ίδιο σημασία δεν έχει το ριζικό αλλά εκείνη ακριβώς η στιγμή και ο κρίσιμος λόγος που αρκούν για να αλλάξουν την πορεία μιας ζωής. Εξού και οι λέξεις του δεν καταλήγουν σε θεωρίες, είναι απτές και γήινες, έχουν σάρκα και οστά, καίνε όπως οι ήρωές του. Έχουν τη μουσική των πραγματικών διαλόγων, αφουγκράζονται τις απλές αντιδράσεις με τον ίδιο τρόπο που βυθομετρούν την ανθρώπινη ψυχή.

 

«Η θεμελιώδης ακρίβεια της πρότασης είναι η μοναδική ηθική που έχει η γραφή» ήταν το μότο που ο Έζρα Πάουντ είχε κρεμασμένο στο γραφείο του.

 

Σε αντίθεση, όμως, με τη γραφή του ο Κάρβερ δεν έπαιρνε τα πράγματα στα σοβαρά, αφήνοντας το υποδόριο χιούμορ να ποτίσει τις ιστορίες του και βγάζοντας έτσι αυθάδικα τη γλώσσα στη ζωή.

 

Εξάλλου, έβλεπε τους ήρωές του να βγαίνουν και να μπαίνουν, όπως ο ίδιος, στις καταστάσεις, προσπαθώντας να αναπνεύσουν, να πάρουν δύναμη και να συνεχίσουν, παρ' ότι ήξεραν ότι είναι τυλιγμένοι από ανέφικτα όνειρα. Τους έδινε το δικαίωμα, ακόμα και σε μεγάλη ηλικία –όπως η ηλικιωμένη πρωταγωνίστριά του στα «Κιβώτια»–, να γυρίζουν τον κόσμο και να ανατρέπουν την κυρίαρχη εικόνα.

 

Το έκανε κι εκείνος τα τελευταία σύντομα χρόνια της ευτυχίας, προτού τον νικήσει οριστικά ο καρκίνος, γυρίζοντας όλο τον κόσμο με την αγαπημένη του και προσπαθώντας να δώσει λίγο αέρα στα λαβωμένα του πνευμόνια: έπαιζε χαρτιά, κολυμπούσε ή πήγαινε για ψάρεμα μαζί με τους καλούς του φίλους, τους συνωμότες του «βρόμικου ρεαλισμού», όπως ο Ρίτσαρντ Φορντ, αναμειγνύοντας τις βιωμένες εμπειρίες με το μυθιστορηματικό του τέλος.

 

Λίγο πριν από τον θάνατό του, όπως αφηγείται η Τες Γκάλαχερ σε ένα ντοκιμαντέρ, τον πήρε από το χέρι και παντρεύτηκαν σε ένα ξωκλήσι που στεγαζόταν σε ένα αυθαίρετο οίκημα, σαν τα αυτοσχέδια που στήνονταν στο Λας Βέγκας.

 

Μετά έφαγαν ζαχαρωτά στον ήλιο, πήγαν στο γειτονικό καζίνο και έπαιξαν ρουλέτα. «Ήταν η πρώτη φορά που κέρδισα τέτοιο ποσό», λέει η Γκάλαχερ στην κάμερα, «που μπορέσαμε και επιστρέψαμε σπίτι μας με ταξί».

 

Ο ίδιος ο Κάρβερ στη γαμήλια φωτογραφία χαμογελάει, κρύβοντας το γυμνό του κεφάλι κάτω από ένα κομψό ψάθινο καπελάκι, δείχνοντας πραγματικά ευτυχισμένος. Πέθανε λίγο αργότερα. Τελικά, τα πάντα αποκτούν δύναμη όταν ξέρεις γιατί μιλάς, όταν μιλάς για την αγάπη.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO