Με τον ίδιο τρόπο που δένομαι με τα βιβλία, με τον ίδιο, αλλά ανάστροφο, αποχωρίζομαι βιβλιοθήκες: έντονα και εύκολα ― αντιστοίχως. Αυτή είναι η τρίτη που αφήνω πίσω μου, και η πιο μικρή από τις τρεις. Απ' ανάμεσα υπήρξαν και κάποιες ακόμη, της τάξεως κάποιων δεκάδων τόμων, που δεν τις υπολογίζω· δεν θυμάμαι καν τους τίτλους, ή πού και γιατί έμειναν. Δεν δένομαι με τις βιβλιοθήκες, αν και τις αποχωρίζομαι φυσικά με δάκρυα· δεν είμαι κανένα τέρας. Αλλά τις αποχωρίζομαι. Άλλοι δεν το κάνουν, προτιμούν να πεθάνουν μαζί τους, ακόμη και να θαφτούν ή να καούν με τη βιβλιοθήκη τους. Και κάνουν ό,τι μπορούν για να μην τις αποχωριστούν. Καλά κάνουν. Εγώ δεν το συμμερίζομαι, αλλά δεν έχει σημασία τι συμμεριζόμαστε και τι κάνουμε εμείς, δεν μας πέφτει λόγος στο τι κάνουν και τι αγαπούν οι άλλοι. Ναι, αποχωρίζομαι ολόκληρες βιβλιοθήκες εύκολα και, όπως αποδεικνύει η πορεία μου όλα αυτά τα χρόνια, κατά συρροήν ― πλην όχι καθ' έξιν, αλλά εξ ανάγκης ή λόγω διαζυγίου: δεν έπαιρνα μαζί ούτε τις κάλτσες μου, βιβλία θα έπαιρνα; Όχι.

 

Με τα βιβλία, πάλι, τα μεμονωμένα βιβλία, τα πράγματα είναι αλλιώς. Κάποιοι τίτλοι ξεκολλάνε δύσκολα από πάνω μου, άλλοι δεν ξεκολλάνε καν, με άλλους οι αποχαιρετισμοί είναι σπαραξικάρδιοι, με άλλους θέλουμε να μείνουμε για λίγο μόνοι και να κοιτιόμαστε στα μάτια ή απλώς να καπνίζουμε και να μη μιλάει κανείς από τους δυο. Με άλλους, κάποιους που μισώ και με μισούν, είναι περιέργως ακόμη πιο δύσκολο, κι ας ξέρουμε κι οι δυο πως αυτό είναι το σωστό, πως ο χωρισμός μας είναι επιβεβλημένος και (όπως μέλλει να φανεί) ανακουφιστικός. Κλάματα, δάκρυα, θυμός, σφίξιμο σαγονιού, σκέψεις, δεύτερες σκέψεις, και ένα διαρκές μπες-βγες στην κούτα, μέχρι να καταλήξει η μοίρα για το καθένα. Εσύ θα μείνεις εδώ. Εσύ θα πας μαζί του. Κι εσύ εδώ. Κι εσύ. Κι εσύ. Κι εσείς όλα σας μαζί: εδώ.

 

Αυτά τα παλπ, αυτά τα πολυδιαβασμένα, με τις κιτρινισμένες πλευρές, με τα κακόγουστα εξώφυλλα, με τα πιστόλια και τα ντεκολτέ, με τα τέρατα και τους εξωγήινους, με τα θύματα και τους πιστολέρο: αυτά τα βιβλιαράκια είναι που εγώ δεν μπορώ να αποχωριστώ, κι όσες βιβλιοθήκες κι αν αφήσω πίσω μου, θα τα πάρω μαζί μου.

 

Παρ' όλα αυτά, πάντως, παρ' όλα τα δάκρυα και τον καημό, δεν είμαι βιβλιόφιλος, όχι με την έννοια που έχει δοθεί στη λέξη τα τελευταία χρόνια στα σόσιαλ, που είναι γεμάτα ωραίες Σελίδες και Ομάδες και λογαριασμούς αφιερωμένους εμμονικά και κατ' αποκλειστικότητα στο βιβλίο. Εν πάση περιπτώσει, δεν μιλώ όλη την ώρα για αυτά, και γελάω λιγάκι με όσους το κάνουν, δεν αναρτώ βιβλιοφιλικά σκιτσάκια (είναι πολύ κιτς τα περισσότερα και αυτοαναφορικά, και μια στάλα χριστιανικά, σαν κάποιου τάγματος ― υπερβολές, θαρρώ), ή δεν αναρτώ συχνά τέλος πάντων (καμιά φορά υποκύπτω στον πειρασμό), και δεν θεωρώ φυσικά το βιβλίο τον καλύτερο φίλο του ανθρώπου, όπως λένε κάποιοι ― ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου είναι ο σκύλος. Δεν θεωρώ καν το βιβλίο κάτι ιερό, κάτι μοναδικό και σπουδαίο, όπως «πρέπει» να το βλέπουμε. Ή κάτι καθαυτό καλό, κάτι που έχει αξία ως τέτοιο. Δεν ισχύει αυτό, παρά μόνο υπό την έννοια του καταναλωτικού πολιτιστικού αγαθού που δίνει αίμα και οξυγόνο στην αγορά ― πράγμα επιθυμητό, βεβαίως, όσο τίποτε άλλο. Παρά ταύτα, μόνο κάποια βιβλία είναι «καλά», μόνο κάποια αξίζουν, όχι όλα, και όχι για πάντα, έτσι δεν είναι; Μόνο κάποια αγαπάς. Ενώ, αντίθετα, όλες οι ιερές εικόνες υποθέτω ότι έχουν κοινή αξία για τους πιστούς, είναι όλες τους αστρικές πύλες ή δίαυλοι επικοινωνίας με το Θείο, ή κάτι τέτοιο.

 

Κι όμως, κι όμως, από την άλλη, κι ας νομίζει κανείς πως, ναι, έτσι είναι, νά που γίνεται και όλα τα βιβλία, μηδενός εξαιρουμένου, βρίσκουν αποδέκτες, πολλούς, πάρα πολλούς, άπειρους, ή έστω ελαχίστους τα περισσότερα. Μα όλα βρίσκουν. Και όλα τους αγαπιούνται. Κι ό,τι κι αν πεις, και ένας να αγαπήσει ένα βιβλίο (ένα βιβλίο που όλοι αγνοούν, και ενδεχομένως έχουν και βάσιμους λόγους να το αγνοούν), και ένας να το αγαπήσει, λέω, εκείνο με τον τρόπο του χαίρεται. Όπως τα κουτάβια των κλοσάρ, που όταν ξαπλώνουν στην αγκαλιά τους το βράδυ, τυλιγμένοι κουρέλια κι οι δυο, αισθάνονται απόλυτη ευτυχία, νιώθουν να πίνουν νερό στον Παράδεισο. Τα βιβλία, όχι, δεν είναι όλα τους «καλά», και ο χρόνος σημειώνει σε ένα μακρύ κατάστιχο ποια άξιζαν τον κόπο και ποια είναι να μείνουν και να σταθούν, αλλά νά που ο χρόνος, ο μεγάλος ιστορικός της λογοτεχνίας, δεν έχει να κάνει με τις ανάγκες μας, εξ ου και οι ανάγκες μας κάπου-κάπου (ή μάλλον: συχνότερα από κάθε άλλη) είναι ταπεινές, ευοδώνονται με το γρήγορο, χιαστί διάβασμα ενός βιβλίου περιπτέρου, ενός βίπερ, ενός Άρλεκιν, ενός αστυνομικού ή αισθηματικού της σειράς. Οι ανάγκες ημών των πολλών, οι ανάγκες του αναγνωστικού πλήθους που συγκροτούμε.

 

 

Και είναι κυρίως, τώρα που το ξανασκέφτομαι, αυτά ―τα δικά μου φτηνά βιβλία― εκείνα που αποχωρίζομαι πιο δύσκολα κι από βιβλιοθήκες ολόκληρες, κι ας κοροϊδεύω τον εαυτό μου βάζοντας δίπλα τους κι από πάνω τους στην κούτα τον Άγγλο βάρδο ή τον Καβάφη ή τον Ρώσο ορθόδοξο ή τον άλλον με τις μαντλέν. Αυτά τα παλπ, αυτά τα πολυδιαβασμένα, με τις κιτρινισμένες πλευρές, με τα κακόγουστα εξώφυλλα, με τα πιστόλια και τα ντεκολτέ, με τα τέρατα και τους εξωγήινους, με τα θύματα και τους πιστολέρο: αυτά τα βιβλιαράκια είναι που εγώ δεν μπορώ να αποχωριστώ, κι όσες βιβλιοθήκες κι αν αφήσω πίσω μου, θα τα πάρω μαζί μου. Αν τα αφήσω, όχι που δεν θα βρεθεί τρόπος να τα διαβάσω ξανά (πράγμα που δεν με νοιάζει καν, εδώ που τα λέμε ― και πότε να προλάβω;), αλλά θα είναι σαν να αφαιρούσα από τον οργανισμό μου τα αντισώματα των παιδικών μου εμβολίων, και να αρρώσταινα ξαφνικά, έτσι μεγάλος, από μια αρρώστια που θα με αφάνιζε. Ποιος θέλει στ' αλήθεια να αποκοπεί από τον κυρίως εαυτό του, από τον όντως εαυτό του, όποιος κι αν είναι αυτός; Ποιος θέλει να αρρωστήσει; Ποιος θέλει να χάσει τα βιβλία του, και κυρίως εκείνο το ένα, το πιο μυστικό, που κρύβει δάκρυα σε δυο αγκαλιασμένες σελίδες και μετακομίζει πρώτα αυτό, πριν κι από σένα τον ίδιο, και μόνο μετά τρέχεις ξοπίσω του κι εσύ, ασθμαίνοντας, μην τυχόν και δεν το προλάβεις; Εκείνο που γύρω του θα χτίσεις την καινούρια σου βιβλιοθήκη, σε ένα άλλο σπίτι, σε μιαν άλλη πόλη, σε μιαν άλλη πατρίδα.