«Η επέκταση και γενίκευση των εφαρμογών της Κυβερνητικής στη λειτουργία των "Υπηρεσιών Διεκπεραιώσεως" θα ελευθερώσει ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων από απασχολήσεις ρουτίνας [...] και θα καταργήσει την ανάγκη μετακινήσεως των εργαζομένων στον τόπο της διεκπεραιώσεως. [...] Η λειτουργία των "Υπηρεσιών Διεκπεραιώσεως" θα πραγματοποιείται με την "τηλε-εργασία" από οποιαδήποτε θέση του αστικού, του εθνικού ή του παγκόσμιου χώρου, και θα επιτρέπει την "τηλε-εξυπηρέτηση". [...] Η μετακίνηση με μηχανικά μέσα σε μεγαλύτερες αποστάσεις θα αφορά εξαιρετικές περιπτώσεις επαφών. Η συχνότης όμως των μετακινήσεων αυτών θα μειώνεται με την τελειοποίηση των μέσων "τηλε-επαφών"».


Το παραπάνω απόσπασμα δεν αφορά κάποια ανακοίνωση του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης αλλά από την «Ηλεκτρονική Πολεοδομία» που δημοσίευσε πριν από περισσότερο από 50 χρόνια ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες αρχιτέκτονες της εποχής. Για τον Τάκη Ζενέτο η μαζική τηλε-εργασία, τηλε-επαφή και τηλε-εξυπηρέτηση θα έδινε τη λύση στο πρόβλημα της συνεχούς επέκτασης της πόλεων και της υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος.

 

Μπορεί στη σύγχρονη εποχή περισσότερα άτομα από ποτέ να κινούνται στους παγκόσμιους ψηφιακούς τόπους, αλλά, την ίδια στιγμή, περισσότερα άτομα από ποτέ βγαίνουν από το σπίτι, κινούνται, συναντιούνται, εργάζονται, ταξιδεύουν και διασκεδάζουν στον φυσικό χώρο. Ο φυσικός χώρος και ο ψηφιακός χώρος δεν είναι ασύμβατοι αλλά αναπτύσσονται παράλληλα, επεκτείνονται ταυτόχρονα και ανατροφοδοτούν συνεχώς ο ένας τον άλλον.

 

Σήμερα που όλοι μας βιώνουμε μια συνθήκη σαν την παραπάνω, όπου η κίνηση έχει περιοριστεί στην απαραίτητη και η φυσική επαφή έχει υποκατασταθεί σε μεγάλο βαθμό από την ψηφιακή επικοινωνία, μοιάζει αδιανόητη οποιαδήποτε σκέψη ότι η προοπτική μιας τέτοιας ζωής θα μπορούσε ποτέ να ήταν επιθυμητή. Όσο και αν τα μελλοντολογικά αρχιτεκτονικά οράματα, σαν αυτό του Ζενέτου, ήθελαν να βλέπουν τον κόσμο μετά το 2000 ως δυνάμει ψηφιακό, η σύγχρονη πόλη είναι ελκυστική ακριβώς γιατί επιτρέπει στον μέγιστο βαθμό τη φυσική κίνηση και επικοινωνία.

 

Μπορεί στη σύγχρονη εποχή περισσότερα άτομα από ποτέ να κινούνται στους παγκόσμιους ψηφιακούς τόπους, αλλά, την ίδια στιγμή, περισσότερα άτομα από ποτέ βγαίνουν από το σπίτι, κινούνται, συναντιούνται, εργάζονται, ταξιδεύουν και διασκεδάζουν στον φυσικό χώρο. Ο φυσικός χώρος και ο ψηφιακός χώρος δεν είναι ασύμβατοι αλλά αναπτύσσονται παράλληλα, επεκτείνονται ταυτόχρονα και ανατροφοδοτούν συνεχώς ο ένας τον άλλον.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι όλες οι σύγχρονες πόλεις που έχουν ως προτεραιότητα τον ψηφιακό μετασχηματισμό τους επενδύουν ταυτόχρονα στην αναβάθμιση του δημόσιου χώρου με στόχο να κάνουν όσο πιο άνετη, ευχάριστη και δημιουργική γίνεται την κίνηση και δράση των ανθρώπων.

 

Αν η συρρικνούμενη πόλη του Ζενέτου, στην οποία η φύση θα ήταν ξανά ελεύθερη να αναπτυχθεί, προοικονομεί τη σύγχρονη συζήτηση για τη βιώσιμη «πράσινη» πόλη, η δυστοπική εκδοχή αυτού του σεναρίου που ζούμε σήμερα προκαλεί ποικίλους προβληματισμούς.

 

Μπορεί οι δρόμοι να έχουν αδειάσει από τα αυτοκίνητα, ο θόρυβος να έχει μειωθεί, η ατμόσφαιρα να έχει καθαρίσει, τα φυτά να αναπτύσσονται γρηγορότερα και τα ζώα να κινούνται ανενόχλητα, αλλά αυτές οι ωραίες εικόνες δεν μπορούν να μας παρηγορήσουν όταν αντιμετωπίζουμε μια ζοφερή πραγματικότητα. Γιατί η όποια οικολογική ανάκαμψη δεν αποτελεί συνειδητή επιλογή αλλά σηματοδοτεί την υποχώρηση της ανθρώπινης ζωής, με αποτέλεσμα να μοιάζει περισσότερο με τη ρομαντική αναπαράσταση της φύσης ανάμεσα στα χαλάσματα μιας ερειπωμένης πόλης· σαν τους ήχους από τις «Βαλκυρίες» του Βάγκνερ που καλύπτουν την καταστροφή στην ταινία «Αποκάλυψη τώρα».


Τελικά, η αμφισβήτηση της σύγχρονης πόλης ως πραγματικού και φαντασιακού χώρου της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας γίνεται αντιληπτή ως αποτυχία. Αν πειθαρχούμε συλλογικά και μένουμε σπίτι είναι για να συνεχίσουμε να έχουμε το δικαίωμα της πόλης ως έκφρασης, επιλογής και επιθυμίας. Η αυτονομία την οποία προσδοκούμε, σε αυτήν την περίπτωση, δεν είναι καθόλου μια τεχνολογική αυτονομία της ελάχιστης ενέργειας αλλά μια καταστατική αυτονομία που επαναπροσδιορίζεται δυναμικά σε σχέση με τις εκάστοτε συλλογικές αρχές, αξίες, διεκδικήσεις και νοοτροπίες.

 

Αν κάθε σπίτι και διαμέρισμα, μικρό ή μεγάλο, στο κέντρο ή στα προάστια της πόλης, έχει μετατραπεί σήμερα σε ένα ιδιωτικό «οχυρό» είναι ακριβώς επειδή προσδοκούμε, μέσα από την κοινωνική απομόνωση, να ξαναβρούμε την αυτονομία μας και τις απολαύσεις που τη συνοδεύουν το συντομότερο δυνατό. Αυτή η μάχη μπορεί να μη μοιάζει με καμία άλλη, αλλά το τελικό διακύβευμα είναι, λίγο-πολύ, το ίδιο.