Οι πολλαπλές πτυχές της κοινωνικής γεωγραφίας της Αθήνας εξετάζονται σ' ένα νέο βιβλίο, με τον τίτλο Η κοινωνική γεωγραφία της Αθήνας - Κοινωνικές ομάδες και δομημένο περιβάλλον σε μια νοτιοευρωπαϊκή μητρόπολη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

 

Οι μεταμορφώσεις, η διαστρωμάτωση, το χτισμένο περιβάλλον, οι πρακτικές στέγασης και οι άνθρωποι είναι μερικά από τα θέματα που εντοπίζονται στην έρευνα του καθηγητή Κοινωνικής Γεωγραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Θωμά Μαλούτα.


Το ερευνητικό έργο του συγγραφέα επικεντρώνεται σε ζητήματα κοινωνικού διαχωρισμού, στεγαστικών και ευρύτερων προνοιακών συστημάτων σε συνάρτηση με το δομημένο περιβάλλον στις πόλεις της Νότιας Ευρώπης και ιδιαίτερα στην Αθήνα.

 

Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι «αντικείμενο αυτού του βιβλίου αποτελεί ο κοινωνικός διαχωρισμός στην Αθήνα, δηλαδή η κατανομή των διαφόρων κοινωνικών ομάδων στον χώρο της πόλης». Συγκεκριμένα, σκιαγραφούνται οι μεταπολεμικές εξελίξεις, εστιάζοντας στις πληθυσμιακές μεταβολές, την κοινωνική δομή και την κοινωνική κινητικότητα.


Παράλληλα, εκτός της θεωρητικής προσέγγισης του φαινομένου, το βιβλίο ανιχνεύει τον κοινωνικό διαχωρισμό όπως αυτός αποτυπώθηκε στην Αθήνα από τη δεκαετία του '60 έως το 2011, τον εθνοτικό διαχωρισμό, τις ιδιομορφίες της πόλης καθώς και τη διαδικασία του εξευγενισμού (gentrification), χρησιμοποιώντας τη συγκριτική μέθοδο.

 

Η Αθήνα δεν έχει να επιδείξει ούτε πύργους για τους πλούσιους ούτε παραγκουπόλεις για τους φτωχούς. Ως πρωτεύουσα ενός μάλλον φτωχού κράτους, του οποίου η οικονομία ήταν κυρίως αγροτική μέχρι τη δεκαετία του 1960, το κτισμένο περιβάλλον της πόλης δεν προβάλλει σημάδια μεγάλου ιδιωτικού ή δημόσιου πλούτου και διεθνούς ισχύος.


Μάλιστα, με αφορμή το ότι η Αθήνα δεν αναπτύχθηκε στο πρότυπο των περισσοτέρων ευρωπαϊκών μητροπόλεων, όπου κινητήρια δύναμη ήταν η βιομηχανική ανάπτυξη, ο κ. Μαλούτας επισημαίνει ότι οι μεγάλες εισροές του πληθυσμού δεν πραγματοποιήθηκαν λόγω της οικονομικής ευμάρειας ή της ελκυστικής προσφοράς εργασίας.


«Η Αθήνα δεν έχει να επιδείξει ούτε πύργους για τους πλούσιους ούτε παραγκουπόλεις για τους φτωχούς. Ως πρωτεύουσα ενός μάλλον φτωχού κράτους, του οποίου η οικονομία ήταν κυρίως αγροτική μέχρι τη δεκαετία του 1960, το κτισμένο περιβάλλον της πόλης δεν προβάλλει σημάδια μεγάλου ιδιωτικού ή δημόσιου πλούτου και διεθνούς ισχύος.

 

»Τα σημάδια της φτώχειας επίσης έσβησαν σταδιακά ως επακόλουθο της ταχείας μεταπολεμικής οικονομικής ανάπτυξης και του αποτελεσματικού ρόλου της οικογενειακής αλληλεγγύης στην αναπλήρωση του κράτους πρόνοιας.

 

»Αυτό δεν σημαίνει ότι η ταξική ανισότητα απουσιάζει ή ότι οι ευάλωτες ομάδες των μεταναστών και των μειονοτήτων δεν υφίστανται διακρίσεις. Σημαίνει ότι δομές, όπως η κοινωνική φυσιογνωμία της ιδιοκτησίας αστικής γης, μηχανισμοί, όπως τα κυρίαρχα συστήματα στέγασης και η πρόσβαση στην ιδιοκατοίκηση, και πρακτικές, όπως η οικογενειακή αλληλεγγύη για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των ευάλωτων μελών της οικογένειας, εμπόδισαν τη μετάφραση της κοινωνικής ανισότητας σε χωρική διαίρεση» διαβάζουμε στο βιβλίο.


Επιπρόσθετα, τα ερευνητικά ενδιαφέροντα του συγγραφέα επικεντρώνονται στην κοινωνική διαστρωμάτωση της πόλης, στις μεταναστευτικές ομάδες, στις πρακτικές στέγασης και στις καθημερινές μετακινήσεις των κατοίκων της.


Ένα εξαιρετικά χρήσιμο κεφάλαιο του βιβλίου είναι εκείνο που αφορά την ανάπτυξη της πόλης και την κοινωνική της διαίρεση. Σε αυτό διερευνάται η σχέση της πολιτικής εξουσίας με το ζήτημα της κατοικίας, ειδικότερα με τη δημιουργία ενός μεγάλου στρώματος μικροϊδιοκτητών καθώς και με τις πελατειακές πρακτικές που ακολουθήθηκαν από τη στιγμή που η κατοικία μετατράπηκε σε αντικείμενο συναλλαγής.

 

Χαρακτηριστικά είναι όσα υποστηρίζει ο κ. Μαλούτας για την αντιπαροχή και τις σημαντικές επιπτώσεις που είχε στον στεγαστικό διαχωρισμό, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στη μεγάλη πύκνωση των κατοικημένων περιοχών μέσα και γύρω από το κέντρο, καθώς και στην προοδευτική επικράτηση της αγοράς ως τρόπου απόκτησης κατοικίας.

 

Στο βιβλίο υπάρχουν και πίνακες, ειδικά όσον αφορά τα στατιστικά στοιχεία της δεκαετίας του '60, όπως εκείνοι που αναφέρονται στα υψηλότερα και χαμηλότερα ποσοστά αναλφαβητισμού σε δήμους και κοινότητες της Αττικής, καθώς και στην εξέλιξη του ποσοστού διευθυντικών στελεχών-επαγγελματιών και των εργατών-τεχνιτών ως προς την επιλογή δημοτικών ενοτήτων της μητροπολιτικής Αθήνας.

 
Όπως μας ενημερώνει ο καθηγητής: «Οι μεγάλες πόλεις, από τη Βιομηχανική Επανάσταση και μετά, έπαιξαν συχνά τον ρόλο ισχυρών ανελκυστήρων κοινωνικής κινητικότητας. Μετέτρεψαν μέσα σε σχετικώς σύντομο διάστημα ευρείες αγροτικές ομάδες σε αστικούς πληθυσμούς και συγκρότησαν προοδευτικά τα πολυάριθμα μεσαία στρώματα».


Παράλληλα, περιγράφονται και οι βασικοί πυλώνες της κοινωνικής κινητικότητας κατά την πρώτη μεταπολεμική περίοδο: η βιωσιμότητα της μικρής οικογενειακής επιχείρησης στο εμπόριο, στη βιοτεχνία και στις υπηρεσίες, η απασχόληση στον δημόσιο τομέα και η μετανάστευση προς τις αγορές της Δυτικής Ευρώπης.


Ο κοινωνικός διαχωρισμός στην πόλη της Αθήνας αποτελεί το βασικό ερευνητικό πεδίο του συγκεκριμένου βιβλίου. Στόχος των επιμέρους κεφαλαίων είναι η ανάδειξη της δυναμικής των εθνοτικών ομάδων, τα δημογραφικά χαρακτηριστικά τους, η χαρτογράφηση της κοινωνικής διαφοροποίησης καθώς και το θέμα του εξευγενισμού.


«Κοιτάζοντας την πόλη από ψηλά, ο ιστός της μοιάζει να αποτελείται από μια αδιαφοροποίητη μάζα ανεξάρτητων, αλλά παρόμοιων κατασκευών» σημειώνει στον επίλογό του ο κ. Μαλούτας.


Ουσιαστικά, πρόκειται για μια εμπεριστατωμένη μελέτη των κοινωνικών αλλαγών που συντελέστηκαν στην αστική γεωγραφία της πόλης με απώτερο στόχο τη δημιουργία ερεθισμάτων, σκέψεων και εικόνων μέσω μιας οπτικής που προσδιορίζει την ευρύτερη εξέλιξη της Αθήνας.