Ο Θεός που πεθαίνει και ανασταίνεται είναι μια πολύ παλιά ιστορία για τους Έλληνες. Είναι ο Άδωνις και ο Διόνυσος της αρχαιότητας, ο Χριστός της εποχής μας. Το θαύμα της φύσης που κάθε Άνοιξη αναγεννάται και κάνει τα ξερά από την παγωνιά του χειμώνα δένδρα και φυτά να ξαναβλαστήσουν και να ανθίσουν.

 

Οι αρχαίοι Έλληνες το συνέδεσαν με την Ανάσταση του Διονύσου και του Αδώνιδος. Λάτρεψαν, λοιπόν, τον Διόνυσο και τον Άδωνι σαν θεούς της βλάστησης, που πεθαίνουν και ανασταίνονται όπως και ο Όσιρις των Αιγυπτίων και ο Ιησούς των Χριστιανών.

 

Ο ερχομός της Άνοιξης συνοδευόταν από τον εορτασμό των Μεγάλων Διονυσίων, μίας από τις σπουδαιότερες εορταστικές εκδηλώσεις των αρχαίων Ελλήνων και ιδιαίτερα των Αθηναίων.

 

Κατά τη διάρκειά τους ελάμβαναν χώρα οι σημαντικότεροι θεατρικοί αγώνες της αρχαιότητας. Αλλά οι γιορτές που συγγενεύουν περισσότερο με το Θείο Δράμα είναι τα «Αδώνια» της αρχαιότητας.


Ο Άδωνις γεννήθηκε από τον κορμό της Μύρρας, δηλαδή της Μυρτιάς. Ήταν πολύ όμορφος, τόσο όμορφος που η θεά Αφροδίτη, για να μην της τον πάρουν, τον έκρυψε μέσα σε ένα κιβώτιο και τον έδωσε στην Περσεφόνη να τον φυλάει.

 

Η Αφροδίτη έκλαιγε και οδύρετο πάνω στο σώμα του νεκρού Αδώνιδος και από τα δάκρυά της φύτρωσαν οι ανεμώνες.

 

Η θεά του Άδη άνοιξε το κουτί, είδε το ωραίο αγόρι και, τότε, αρνήθηκε να το επιστρέψει στην Αφροδίτη. Όπως ήταν φυσικό, οι δύο θεές ήρθαν σε ρήξη για την διεκδίκηση του Αδώνιδος και η διαμάχη τους λύθηκε από τον Δία.

 

Ο βασιλιάς των θεών μοίρασε ως εξής την κατοχή του Αδώνιδος: ένα μέρος του χρόνου θα έμενε μόνος του, ένα διάστημα θα το περνούσε συντροφιά με την Περσεφόνη στον Κάτω Κόσμο και το τρίτο με την Αφροδίτη. Ο Άδωνις, όμως, επειδή αγαπούσε πολύ την Αφροδίτη, τής διέθεσε και τον δικό του προσωπικό χρόνο.

 

Σύμφωνα με τις διηγήσεις του Απολλόδωρου του Αθηναίου, ο Άδωνις υπήρξε λάτρης του κυνηγιού. Μια αποφράδα ημέρα, λοιπόν, καθώς κυνηγούσε, πληγώθηκε θανάσιμα από έναν αγριόχοιρο.

 

Στο απεγνωσμένο κάλεσμά του, η Αφροδίτη έτρεξε να του συμπαρασταθεί και στην απελπισία της πάτησε μία τριανταφυλλιά. Τα αγκάθια πλήγωσαν τα πόδια της θεάς και, τότε, το αίμα της έβαψε κόκκινα τα άσπρα τριαντάφυλλα του απαράμιλλου άνθους.

 

Έτσι, δημιουργήθηκαν τα κόκκινα ρόδα από το αίμα της θεάς του έρωτα. Η Αφροδίτη έκλαιγε και οδύρετο πάνω στο σώμα του νεκρού Αδώνιδος και από τα δάκρυά της φύτρωσαν οι ανεμώνες.

 

Κάθε χρόνο, γύρω στις 21 με 23 Μαρτίου οι Έλληνες γιόρταζαν τον «Αφανισμό» του Αδώνιδος που συμβόλιζε την καταστολή της φύσης κατά την περίοδο του Χειμώνα.
Κάθε χρόνο, γύρω στις 21 με 23 Μαρτίου οι Έλληνες γιόρταζαν τον «Αφανισμό» του Αδώνιδος που συμβόλιζε την καταστολή της φύσης κατά την περίοδο του Χειμώνα.


Κάθε χρόνο, γύρω στις 21 με 23 Μαρτίου οι Έλληνες γιόρταζαν τον «Αφανισμό» του Αδώνιδος που συμβόλιζε την καταστολή της φύσης κατά την περίοδο του Χειμώνα.

 

Ειδικά για την αρχαία Αθήνα, ο Πλούταρχος αναφέρει πως «οι Αθηναίες τιμώντας τον νεκρό Άδωνι, εξέθεταν σε δημόσια θέα ομοιώματα νεκρών για ενταφιασμό, χτυπούσαν το στήθος τους στις κηδείες και συνόδευαν τις τελετές εκείνες με μοιρολόγια».


Ο ελληνισμός της αρχαιότητας συνόδευε το κέρινο ομοίωμα του νεκρού Αδώνιδος και μοιρολογούσε τον ωραίο αδικοχαμένο νέο που έσβησε στο άνθος της ηλικίας του, στα 33 του χρόνια. Κατά την τελετή ξεχώριζαν πάνω στα πεζούλια των παραθύρων και στους εξώστες των σπιτιών, ανάμεσα στα αναμμένα κεριά και τα λιβανιστήρια, πιάτα με φυτεμένες δροσερές πρασινάδες.

 

Δεν ήταν παρά σπόροι σιταριού και φακής που με το νερό φύτρωναν και βλάσταιναν γρήγορα και, ξαφνικά, πάνω στην ακμάδα τους μαραίνονταν, «Σκιάς όναρ» ήταν κι αυτοί όπως και οι εφήμεροι θνητοί.

 

Συμβαίνει με τις πρασινάδες αυτές ό,τι και με «τον ωραίο κάλλει παρά πάντας βροτούς» που τότε ήταν ο Άδωνις, ο Διόνυσος, ο εξ Αιγύπτου Όσιρις και μετά ο Ιησούς των Χριστιανών.


Αργότερα οι Έλληνες Χριστιανοί, διατηρώντας τα βαθιά ριζωμένα μέσα τους πατροπαράδοτα έθιμα, λάτρεψαν τον Χριστό, όπως άλλοτε τους ωραίους αδικοχαμένους θνήσκοντες θεούς.

 

Ο θρήνος για το «πού έδυ το κάλλος» έσκιζε τις καρδιές των Ελλήνων κάθε χρόνο όπως και σήμερα. «Λες και ο Εσταυρωμένος είναι Πανώριος Άδωνις Ροδοπεριχυμένος» ομολογεί ο ποιητής Κωστής Παλαμάς.


Υπάρχει ένα αρχαίο επιτύμβιο επίγραμμα του Επιγραφικού Μουσείου που λέει «Διαβάτη, κοίταξέ τον και λυπήσου τον, που, αν και ήταν τόσο ωραίος, πέθανε!».

 

Σχετικό είναι και ένα άλλο επιτύμβιο επίγραμμα που αποδίδεται στον Πλάτωνα: «... Πρώτα ανάμεσα στους ζωντανούς έλαμπες άστρο-Αυγερινός, τώρα ανάμεσα στους νεκρούς λάμπεις-αποσπερίτης».


Χρόνια αργότερα, η λαϊκή Μούσα μοιρολογεί: «Ήλιε μου, πώς εβιάστηκες να πας να βασιλέψεις; ... Τον νέο που συνεβγαίνουμε, τι έχουμε να του πούμε: Πού 'το ψηλός σαν Άγγελος, λιγνός σαν κυπαρίσσι / πού 'χε το Μάη στις πλάτες του, την Άνοιξη στα στήθη, τ' άστρα και τον Αυγερινό στα μάτια και στα φρύδια...».


Τα μοιρολόγια και το «ξόδι» διαρκούσαν, όπως και σήμερα, μερικές ώρες. Η «εύρεσις», δηλαδή η Ανάσταση του Αδώνιδος, του Διονύσου, του Όσιρη όπως και ύστερα του Ωραίου Ναζωραίου, γέμιζε αισιοδοξία τις καρδιές των Ελλήνων («Ανάστα ο Θεός»).

 

Το τέλος και η αρχή, ο θρίαμβος της ζωής ενάντια στον θάνατο, η νίκη της Άνοιξης ενάντια στον χειμώνα και την καταστολή της φύσης. Η αναγέννηση της φύσης και η Ανάσταση του Θεού! Η δικαίωση και η λύτρωση ύστερα από τη δοκιμασία.


Για μας τους Έλληνες η πασχαλινή ατμόσφαιρα είναι γνώριμη και ξέρουμε να γιορτάζουμε την Ανάσταση όπως κανείς άλλος λαός στη γη.

 

Ας δούμε, όμως, πώς βίωναν την κορωνίδα των γιορτών μας οι ξένοι περιηγητές. Και ας ξεκινήσουμε από τον Γάλλο γιατρό Πουκεβίλ, μέσα από τις εντυπώσεις του, που εκδίδει το 1805, στα χρόνια της ζοφερής Τουρκοκρατίας:


«Το Μεγάλο Σάββατο βλέπεις να ξαναγεννιέται η ελπίδα στα πρόσωπά τους – χιλιάδες χέρια βρίσκονται σε δράση για να ψήσουν γλυκίσματα και να βάψουν αυγά με πολλούς τρόπους. Φτάνει το μεσημέρι.

 

Από μακριά κυκλοφορεί θορυβώδικη χαρά, από μακριά αναδίνεται η μυρωδιά από τις προετοιμασίες.

 

Αρχίζουν με τη λύρα, ακούγεται ο ήχος από το ντέφι που είχε ξεχαστεί όλη τη σαρακοστή.

 

Από ένα κοφίνι από λυγαριά βγάζουν το νυφιάτικο κοστούμι, το πλουμισμένο με χρυσά σιρίτια και φορτωμένο με μεγάλα λουλούδια. Οι γυναίκες καθαρίζουν το σπίτι και ρίχνουν άφθονο νερό πάνω στο πάτωμα.

 

Τέλος, μόλις δοθεί το σύνθημα, πετούν φύρδην μίγδην από τα παράθυρα για να τα σπάσουν, τα παλιά βάζα της κουζίνας, που χρησιμοποίησαν κατά την σαρακοστή, και η τελετή αυτή λέγεται το πέταμα της σαρακοστής από τα παράθυρα.

 

Το βράδυ πηγαίνουν στον πασά για να εκλιπαρήσουν την άδεια να διασκεδάσουν. Του κάνουν ένα δώρο κι εκείνος δεν παραλείπει να αποδεχθεί ευνοϊκά μια αίτηση που του υποβλήθηκε με τόσο καλό τρόπο. Την εβδομάδα αυτή οι Τούρκοι, ανεκτικοί από αρχή ή από συμφέρον, δείχνουν ένα είδος σεβασμού στους χριστιανούς.

 

Επίσης περνούν τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου προς την Κυριακή του Πάσχα μέσα στην εκκλησία, και μόλις ο ήλιος αρχίζει να φωτίζει το πιο μακρινό κομμάτι του ορίζοντα, μόλις χαράζει η ημέρα, χίλιες φωνές ψάλλουν την ιαχή της χαράς. Το αλληλούια αντηχεί ως τους ουρανούς.

 

Ο δεσπότης, από το βάθος του ιερού, που ανοίγει αυτή τη στιγμή, αναγγέλλει το μέγα γεγονός, την Ανάσταση, και οι Έλληνες αγκαλιάζονται συγχαίροντας ο ένας τον άλλο με τούτα τα λόγια: Χριστός Ανέστη.


Τότε ο Έλληνας ξαναγίνεται άνθρωπος, ξαναγίνεται ο εαυτός του. Τα αρνιά που ευλογήθηκαν την παραμονή, ετοιμασμένα για να φαγωθούν, έχουν περάσει στη σούβλα αλειμμένα με λίπος και πασπαλισμένα με ρίγανη.

 

Τα σερβίρουν στα τραπέζια που έχουν στηθεί στο ύπαιθρο, αρχίζουν να τρώνε από το πρωί και το κρασί τρέχει άφθονο. Η χαρά, τα τραγούδια, προάγγελοι της μέθης, αναγγέλλουν πως ο Έλληνας ξέχασε τη δυστυχία της ζωής του...». («Ταξίδι στο Μοριά», Πούκεβιλ, εκδόσεις Τολίδη).


Αργότερα, μετά την απελευθέρωση, το Πάσχα του 1829, ο Γάλλος αρχαιολόγος Εντγκάρ Κινέ μάς περιγράφει:

 

«Όλοι φιλιούνται το πρωί σαν συναντιούνται. Δεν υπάρχει ούτε ένα άθλιο χαμόσπιτο που να μην μαζεύει του ανθρώπους του γύρω από μία πιατέλα αρνί. Αυτή τη μέρα οι Έλληνες γίνονται πάλι αυτοί του Αριστοφάνη και του Απουλήιου!».


Δέκα χρόνια αργότερα η Δανέζα αρχαιολόγος Χριστιάνα Λυτ, σύζυγος του ιερέα της Αμαλίας, γράφει στο ημερολόγιό της: «Οι μέρες του Πάσχα γιορτάζονται με πολλές τουφεκιές. Όση περισσότερη φασαρία γίνεται, τόσο μεγαλύτερη τιμή είναι για τον νοικοκύρη που πιστεύει ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να γιορτάσει τη μέρα αυτή».


Στα 1852, ο επίσης Γάλλος αρχαιολόγος Εντμόντ Αμπού σατιρίζει το ελληνικό Πάσχα:

 

«Τα μεσάνυχτα του Σαββάτου η νηστεία τελειώνει κι η γιορτή αρχίζει. Όλες οι εκκλησίες είναι πλημμυρισμένες από κόσμο. Χτυπά το κανόνι, αρχίζει η μουσική, όλη η πόλη αγκαλιάζεται, τα βεγγαλικά φώτα ανάβουν και ο καθένας ανάβει ένα κερί που κρατά στο χέρι.

 

Ο ελληνικός λαός αγαπά το θόρυβο και οι τουφεκιές είναι απαραίτητες για την ευτυχία του. Πιστεύει όπως και ο Άραβας ότι δεν γίνεται ωραία γιορτή χωρίς μπαρούτι. Οι γιορτές του Πάσχα αντηχούν από μία συνεχή έκρηξη.

 

Η αστυνομία πήρε απόφαση να εμποδίσει τις τουφεκιές του Πάσχα, τουλάχιστον στην πρωτεύουσα. Οι αρχές πήραν τέτοια μέτρα που να εγγυώνται τη δημόσια γαλήνη.

 

Έτσι μας στάθηκε αδύνατον από δύο νύχτες να κλείσουμε μάτι! Δεν έριχναν πια τουφεκιές στους δρόμους αλλά τις έριχναν από τα παράθυρα, στις αυλές και... εν ανάγκη, στις καπνοδόχους!». («Η Ελλάδα του Όθωνα, Ε. Αμπού, εκδ. Μεταίχμιο).


Το «έθιμον του πυροβολείν» θα απασχολήσει διαρκώς τον τύπο. Μάλιστα, το Πάσχα του 1900, στις 15 Απριλίου, διαβάζουμε στον «Ρωμηό» του Σουρρή:

 


Χριστός Ανέστη Περικλή
και ρίξε μια πιστόλα!
Μόλις στον τάφο του Χριστού
προσήλθε κι η Σαλώμη
από βροντές εσείσθησαν οι γειτονιές κι οι δρόμοι

Γυρίζουν με την άμαξαν
γυρίζουν με τη σούστα
κι έχουν αγρίων ένστικτα κι ανθρωποφάγων γούστα

Λαβώσαν κι έναν αμαξά
πάει κι αυτός ο φουκαράς με το Χριστός Ανέστη
κι οπόταν συν Θεώ γενή
του κράτους διοργάνωσις κι αστυνομία νέα
τότε θα κάνεις Πασχαλιά χωρίς να ρίχνης πιστολιά!.

 

Ανάσταση, λοιπόν, η «εορτή των εορτών», η «πανήγυρις των πανηγύρεων» που ζωοποιεί την ελπίδα και την πίστη, που γίνεται άξονας της προσωπικής ζωής του καθενός.

 

Γιορτή συμβολική και μοναδική, ριζωμένη στην καρδιά του Έλληνα από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας και για πάντοτε εις το διηνεκές. Η μεγαλύτερη εθνική γιορτή των Ελλήνων.