Αχμέτ Αλτάν

 

 

Δεν θα ξαναδώ τον κόσμο

 

(Dünyayı Bir Daha Görmeyeceğim)

 

*

 

Υπάρχουν μερικά βιβλία που σε υποχρεώνουν να σταματάς και να αφήνεις ό, τι κάνεις γιατί σε μεταφέρουν μέσα από έναν καθρέφτη σε ένα σύμπαν που σου ήταν αδύνατο να φανταστείς ότι υπάρχει. Τέτοια είναι η περίπτωση του Αχμέτ Αλτάν και του βιβλίου του Δεν θα ξαναδώ τον κόσμο. Όπως θα έχετε ήδη μαντέψει, ο Αχμέτ Αλτάν βρίσκεται σήμερα φυλακισμένος στην Τουρκία, καταδικασμένος σε ισόβια κάθειρξη από την εποχή του κύματος καταστολής που ακολούθησε την απόπειρα πραξικοπήματος του Ιουλίου του 2016.

Ο Αχμέτ Αλτάν, 69 ετών, είναι ένας πολύ γνωστός συγγραφέας και δημοσιογράφος στην Τουρκία, δύο επικίνδυνα επαγγέλματα σ' αυτήν τη χώρα πλήρως αγκυλωμένη στην αυταρχική εξουσία του προέδρου Ερντογάν. Συνελήφθη μαζί με τον αδεφό του Μεχμέτ, και κατηγορήθηκε αρχικά ότι είχε περάσει ένα "υπόγειο" μήνυμα σε μία τηλεοπτική εκπομπή.

'Ηταν τόσο παράλογη η κατηγορία που τελικά καταδικάστηκε για ανατρεπτική δράση. Η ποινή ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Τουρκίας, αλλά δεν απελευθερώθηκε εν αναμονή μιας νέας δίκης. Είχα παρακολουθήσει μία συνεδρίαση στη δίκη του στην Ιστανμπούλ το 2017: μία δίκη παρωδία.

Στο βιβλίο του, ο Αχμέτ Αλτάν δίνει μία περιγραφή με μικρές πινελιές της μηχανής εξόντωσης του τουρκικού κατασταλτικού συστήματος.

Αρχίζει με την σύλληψη, ξημερώματα, την οποία και ανέμενε, και γι' αυτό είχε ήδη ετοιμάσει τα πραγματά του. Μία σκηνή που είχε ξαναζήσει, γιατί ο ίδιος ο πατέρας του, συγγραφέας και δημοσιογράφος κι αυτός, είχε συλληφθεί από την στρατιωτική δικτατορία πριν από 45 χρόνια. Και ο Αχμέτ Αλτάν απευθύνει στους αστυνομικούς το ίδιο αστείο του πατέρα προς τους στρατιωτικούς της εποχής.

"Η χώρα αυτή κινείται πολύ αργά βαδίζοντας στην ιστορική της πορεία", όπως γράφει.

Ο Αχμέτ Αλτάν εξετάζει τη ζωή στη φυλακή σαν να βρίσκεται απ' έξω, ξεκινώντας από την εξαφάνιση των καθρεφτών, κάτι που σημαίνει ότι είναι αδύνατο να δεις το ίδιο σου το πρόσωπο. "Ο καθρέφτης σε κοιτάει, είναι η απόδειξη ότι υπάρχεις". Αντίθετα, η απουσία ειδώλου υποσκάπτει την εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, για να καμφθεί η αντίσταση στις ανακρίσεις.

Ο Αχμέτ Αλτάν δείχνει πολύ καλά την αυθαιρεσία· συναντά συγκρατούμενους που δεν ξέρουν καν γιατί βρίσκονται εκεί· ακόμη και δικαστές που έστελναν οι ίδιοι ανθρώπους στη φυλακή μερικούς μήνες νωρίτερα, πριν τους καταδώσουν άλλοι τρομαγμένοι συνάδελφοι.

Δείχνει επίσης τη σκληρότητα ορισμένων -μία γυναίκα γιατρός που του αφήνει τις χειροπέδες σε μια ιατρική εξέταση- και την καλοσύνη κάποιων άλλων, που δείχνουν ανθρωπιά.

Αλλά ο συγγραφέας έχει μία δύναμη: τη φαντασία του. "Μέχρι αυτή τη μέρα, γράφει ο Αχμέτ Αλτάν, δεν έχω ξυπνήσει ούτε μια μέρα στη φυλακή". Στο μυαλό του, βρίσκεται σε ένα παρισινό ξενοδοχείο, ή στις όχθες του Δούναβη, ανάλογα με τις αναμνήσεις του από ταξίδια ή αναγνώσεις.

Τα τελευταία του λόγια μοιάζουν με πρόκληση: "Δεν θα μπορέσετε ποτέ να με φυλακίσετε, δεν θα με κλείσετε ποτέ μέσα. Γιατί, όπως όλοι οι συγγραφείς, έχω μία μαγική δύναμη: περνάω εύκολα μέσα από τα τείχη". Ονομάζεται Αχμέτ Αλτάν, και είναι ένας μεγάλος συγγραφέας που σαπίζει στη φυλακή.

Pierre Haski, δημοσιογράφος, France Inter, 12.09.2019

 

 

Σκίτσο του Bill Butcher για τη Financial Times
Σκίτσο του Bill Butcher για τη Financial Times

 

 

Με αφορμή την κυκλοφορία, στα γαλλικά και στα αγγλικά, των κειμένων του της φυλακής, η λιβανέζικη εφημερίδα L' Orient le Jour δημοσίευσε στις 30 Αυγούστου το αυτοτελές κεφάλαιο του βιβλίου του Αχμέτ Αλτάν που αναφέρεται στην πρώτη του κλήτευση στο δικαστήριο:

 

 

Το νεκροταφείο των ροζ φακέλων

 

 

Κοντεύει να ξημερώσει, αλλά είναι ακόμη όλα σκοτεινά. Ο Μεχμέτ κι εγώ περιμένουμε υπομονετικά στον έβδομο όροφο του Δικαστικού Μεγάρου, όπου το δάπεδο από φλούο μαρμαρυγίες θυμίζει αμερικανική επαρχιακή καφετέρια. Δώδεκα περίπου αστυνομικοί μας φρουρούν. Είμαστε και οι δύο αδυνατισμένοι· τα πρόσωπά μας φέρουν τα σημάδια της κακής διατροφής και της έλλειψης ύπνου.

 

Μας είχαν έγκλειστους δώδεκα μέρες στα μπουντρούμια της αστυνομίας, και ξαφνικά ένα βράδυ μας έβγαλαν από τα κελιά μας και μας πήγαν στο Δικαστικό Μέγαρο. Εκεί, μας έριξαν στον κάτω όροφο, σε ένα δωμάτιο περιφραγμένο με κάγκελα και με ξύλινα παγκάκια κολλημένα στον τοίχο. Καθίσαμε σε ένα από αυτά τα παγκάκια. Δίπλα μας, ένας άλλος υπόδικος που θα δικαζόταν μαζί μας και τον οποίον συναντούσαμε για πρώτη φορά.

 

Μία τηλεόραση κρεμασμένη στον τοίχο απεναντί μου μετέδιδε μία τούρκικη σειρά. Η εικόνα ήταν κακή, ο ήχος ακουγόταν με παράσιτα. Δίπλα στην οθόνη της τηλεόρασης, μία ταμπέλα έγραφε: "Απαγορεύεται σε όποιον δεν ανήκει στην υπηρεσία να αγγίξει την τηλεόραση." Περιμέναμε λίγο περισσότερο από τρεις ώρες. 'Επειτα, κάποιοι αστυνομικοί ήρθαν να με πάρουν. Με οδήγησαν στον εισαγγελέα. Ο δικηγόρος μου με συνόδευε.

 

Παρουσιάστηκα μπροστά στον ίδιο εκείνο εισαγγελλέα που είχε διατάξει να μας συλλάβουν, τον αδερφό μου Μεχμέτ κι εμένα, με το πρόσχημα ότι είχαμε περάσει ένα "υποσυνείδητο μήνυμα" κατά τη διάρκεια μιας τηλεοπτικής εκπομπής στην οποία είχαμε συμμετάσχει λίγο πριν την απόπειρα πραξικοπήματος της 15 Ιουλίου. Το δωμάτιο ήταν στενό. Ο εισαγγελέας παρέλαβε τη δήλωση μου. Δεν μου έκανε καμία ερώτηση για το πραξικόπημα ή τους υπαιτίους, αλλά ούτε και για το "υποσυνείδητο μήνυμα" που υποτίθεται ότι είχαμε μεταδώσει. Οι ερωτήσεις του αφορούσαν όλες μία εφημερίδα που είχαμε ιδρύσει δέκα χρόνια πριν, της οποίας ήμουν αρχισυντάκτης για πέντε χρόνια πριν παραιτηθώ το 2012· ζητούσε πληροφορίες σχετικά με το τι δημοσιεύαμε.

 

Στο τέλος, το ξεφούρνισε: "Έχουμε εξακριβώσει ότι η εφημερίδα σας σχετίζεται με τους πραξικοπηματίες. -Τι αποδείξεις έχετε;" του απάντησα. Και τότε πρόφερε αυτή τη φράση που ήταν σα να έβγαινε κατευθείαν από τις ταινίες του  Χόλιγουντ και καιγόταν όπως φαίνεται να την πει: "Εγώ είμαι αυτός που κάνω εδώ τις ερωτήσεις." - "Κάντε όσες ερωτήσεις θέλετε, είστε όμως υποχρεωμένος να προσκομίσετε αποδεικτικά στοιχεία για τους ισχυρισμούς σας."

 

Φυσικά, ο εισαγγελέας δεν είχε κανένα αποδεικτικό στοιχείο να μας παρουσιάσει εκείνη την ημέρα, αλλά ούτε και τις επόμενες. Ήταν πολύ νευρικός. Βημάτιζε συνέχεια πάνω κάτω στο γραφείο του. 'Ολη την ώρα καθόταν και σηκωνόταν από την πολυθρόνα του.

 

Στη μέση περίπου της ακρόασης, άρχισε να τρέχει αίμα από το αυτί του. Και όση ώρα προσπαθούσε να σταματήσει την αιμορραγία χώνοντας χαρτομάντηλα στο αυτί του, συνέχιζε να με ανακρίνει για άρθρα που είχαν δημοσιευτεί έξι ή επτά χρόνια πριν. Τα ματωμένα χαρτομάντηλα συσσωρεύονταν πάνω στο γραφείο του. Η συνομιλία μας τελείωσε μέσα σε ένα ντελίριο από κοκκινισμένα χαρτομάντηλα, χωρίς να μου έχει κάνει ο εισαγγελέας οποιαδήποτε ερώτηση σχετικά με το πραξικόπημα. Οι αστυνομικοί με πήγαν πίσω στο κελί μου του πρώτου ορόφου. Ήταν η σειρά του Μεχμέτ να ανακριθεί. Ήταν ακόμη σχεδόν νύχτα. 

 

Κάθισα σε ένα παγκάκι και κοίταζα την τηλεόραση· ήταν μια σκηνή με πυροβολισμούς που αντάλλαζαν δύο αντίπαλες συμμορίες. Κι έπειτα ένα νεαρό αγόρι και ένα κορίτσι έτρεχαν να γλυτώσουν πιασμένα χέρι-χέρι.

 

Οι ερωτήσεις του εισαγγελέα δεν με είχαν βοηθήσει να καταλάβω για ποιό πράγμα με κατηγορούσαν· πήγαινα από τον έναν τοίχο στον άλλον. Στις δύο η ώρα το πρωϊ έφεραν πίσω τον Μεχμέτ. Η αναμονή συνεχίστηκε. Ξαφνικά, ένα τσούρμο από αστυνομικούς εμφανίστηκε· μας πήγαν ξάνα πάνω. Ο εισαγγελέας μας έστελνε στην αίθουσα δικαστηρίου με ένα "ένταλμα φυλάκισης". 'Ηταν ένα δικαστήριο με ένα και μοναδικό δικαστή. Μέσα σε μία αποπνικτικά ζεστή αίθουσα.

 

Για να αντέχει καλύτερα αυτήν την πνιγερή ζέστη, ο δικαστής έριχνε κάθε τόσο πίσω το προστήθιό του, χρησιμοποιώντας το σαν βεντάλια. Αν είχαμε επισήμως συλληφθεί εξαιτίας του περίφημου "υποσυνείδητου μηνύματος", το οποίο μας υποπτεύονταν ότι είχαμε διαδώσει, η φύση του κατηγορητηρίου είχε απότομα αλλάξει: "Συμμετοχή σε απόπειρα πραξικοπήματος", αυτός ήταν τώρα ο λόγος που μας οδηγούσαν ενώπιον του δικαστηρίου.

 

'Ηδη από την αρχή της ακροαματικής διαδικασίας, είχαμε ρωτήσει τον δικαστή: "Μας συνέλαβαν εξαιτίας ενός "υποσυνείδητου" μηνύματος και τώρα αυτή η κατηγορία έχει εξαφανιστεί. Πως συνέβη αυτό και γιατί; "
Η απάντηση που έδωσε ο δικαστής με ένα πλατύ, ειρωνικό χαμόγελο αξίζει να συμπεριληφθεί στο εξής σε όλα τα εγχειρίδια νομολογίας και ιστορίας του δικαίου: "Ας πούμε ότι αρέσει στους εισαγγελείς μας να χρησιμοποιούν όρους που δεν καταλαβαίνουν. "

 

Εν ολίγοις, αν σαπίζαμε εδώ και δώδεκα μέρες στα κελιά της αστυνομίας, αυτό οφειλόταν σε έναν εισαγγελέα που αρεσκόταν να χρησιμοποιεί μια λέξη που δεν γνώριζε! Ο δικαστής δεν έλεγε κάτι άλλο. Τότε άρχισε να μας κάνει ερωτήσεις: "Δεν θα μπορούσατε να υποψιαστείτε πως οι άνθρωποι αυτοί θα επιχειρούσαν να κάνουν πραξικόπημα;" Πριν προσθέσει με ένα χαμόγελο ικανοποίησης: "Εγώ το υποψιάστηκα." Οι δικηγόροι μας παρενέβησαν: "Το να μην υποψιάζεσαι μία απόπειρα πραξικοπήματος δεν στοιχειοθετεί ούτε έγκλημα ούτε καν παράπτωμα! Καμία κατηγορία αυτού του είδους δεν θα μπορούσε να βαρύνει τους πελάτες μας! Ο δικαστής ανασηκώθηκε: "Μα δεν κατηγορώ κανέναν, αγαπητέ μου. Συζητάμε, αυτό είναι όλο." Κι έπειτα μία άλλη περίεργη ερώτηση: "Είπατε ότι η κυβέρνηση διαπράττει παρατυπίες και παραβιάζει το νόμο." Οι δικηγόροι μας παρενέβησαν για άλλη μια φορά: "Και οι ηγέτες της αντιπολίτευσης κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι παραβιάζει το νόμο. Τέτοιες δηλώσεις δεν έχουν καμία σχέση με μια απόπειρα πραξικοπήματος." Αυτή τη φορά, ο δικαστής δεν απάντησε τίποτα. Στράφηκε προς το μέρος μου: "Αν είχατε τουλάχιστον συνεχίσει να γράφετε μυθιστορήματα αντί να ανακατεύεστε με την πολιτική ..."

 

Λίγο πριν ξημερώσει, βρισκόμασταν μπροστά στο δικαστήριο, κατηγορούμενοι για "απόπειρα πραξικοπήματος", απέναντι σε έναν άνδρα που ισχυριζόταν ότι μας παρουσίαζε τα πράγματα όπως ήταν. Νευρίασα για τα καλά: "Πρώτον, μας συλλαμβάνετε εξαιτίας ενός "υποσυνείδητου" μηνύματος το οποίο δήθεν διαδώσαμε, κι έπειτα, χωρίς αιτία, αλλάζετε την αιτιολογία, κατηγορώντας μας αυτή τη φορά ότι είμαστε πραξικοπηματίες. Τώρα, ακόμα κι αν βάζατε όλους τους εισαγγελείς και τους δικαστές αυτού του δικαστηρίου να εξετάσουν τον φακελό μας, δεν θα βρίσκατε την παραμικρή απόδειξη μιας συμμετοχής μας σε αυτό το πραξικόπημα! "

 

Κι έπειτα, ο Μέχμετ πρόσθεσε: "Έχω αγωνιστεί όλη μου την ζωή κατά των πραξικοπηματιών και των πραξικοπημάτων, και τώρα, με το πρόσχημα ότι επικρίνουμε την εξουσία, μας κατηγορείτε ότι συμμετείχαμε στο πραξικόπημα. Χωρίς οποιαδήποτε απόδειξη εξάλλου, αφού δεν μπορεί να υπάρξει καμία!" Ο δικαστής διέκοψε τη συνεδρίαση για να αποφασίσει.

 

Πλησιάζει το πρωϊ, αλλά έξω είναι ακόμη σκοτεινά. Περιμένουμε την ετυμηγορία του δικαστή. Θα πάμε σπίτι μας ή στη φυλακή; Ένας μόνος δικαστής με τις αστείες ερωτήσεις του θα αποφασίσει για τη μοίρα μας. Είμαστε ψόφιοι, καταπτοημένοι. Μία ομάδα μπάτσων μας περιστοιχίζει. Κοιτάω έξω από το παράθυρο. Η πόλη είναι σιωπηλή. Κοιμάται. Οι λεωφόροι είναι άδειοι. Οι φανοστάτες φαίνονται σβηστοί. Υπάρχει τώρα κινητικότητα. Ο δικαστής εξέδωσε την ετυμηγορία του. Μας οδηγούν πίσω στην δικαστική αίθουσα. Ο δικαστής αρχίζει να διαβάζει την ετυμηγορία: "Ο επονομαζόμενος Αχμέτ Αλτάν αφήνεται προσωρινά ελεύθερος..." Ακούγοντας το τέλος της ετυμηγορίας, ετοιμάζομαι να εκραγώ από χαρά. "Ο Μεχμέτ Αλταν τίθεται εκ νέου υπό κράτηση ..."

 

Ξαφνικά, ένας πόνος ανείπωτα βίαιος, σαν να μου έχουν μπήξει μια σιδερένια ράβδο στο συκώτι για να τη βγάλουν από την πλάτη. Και την ίδια στιγμή, ένας τεράστιος θυμός, μια τεράστια απελπισία. Ο Μεχμέτ γυρίζει προς το μέρος μου και μου χαμογελά. Είναι χαρούμενος που με αφήνουν ελεύθερο. Οι αστυνομικοί μας κατεβάζουν. Ένα όχημα της αστυνομίας περιμένει τον Μεχμέτ για να τον οδηγήσει στη φυλακή. Αγκαλιαζόμαστε. Ο Μεχμέτ με παρηγορεί: "Μην είσαι λυπημένος ... Καλό είναι που ένας από τους δυό μας θα βρίσκεται έξω." Τον παίρνουν. Βλέπω το αυτοκίνητο να απομακρύνεται. Συνειδητοποιώ ότι δεν βρήκα τίποτα να πω όταν χωρίσαμε. Δύο αστυνομικοί έρχονται για να με συνοδεύσουν. Θα με απελευθερώσουν μόλις φύγω από το κτίριο του δικαστηρίου. Ανοίγουν μια μεταλλική πόρτα. Μπαίνουμε σε ένα διάδρομο.

 

Μπροστά μου, ένα θέαμα που δεν μοιάζει σε τίποτα με ό, τι έχω δει ως τώρα: χιλιάδες ροζ φάκελοι βρίσκονται πεταμένοι στο έδαφος, ο ένας πάνω στον άλλον, σαν νεκρές χελώνες. Φάκελοι γεμάτοι ονόματα, προδοσίες, εγκλήματα, πτωχεύσεις, διαζύγια, φιλονικίες. Ζωές που τις κατάπιε στα βάθη του ένα κτήριο αφιερωμένο στη δικαιοσύνη. Το μυστικό νεκροταφείο των ροζ φακέλων.

 

Ανοίγουμε έναν δρόμο κλοτσώντας τους φακέλους. Οι διάδρομοι δεν τελειώνουν ποτέ, ούτε και οι φάκελοι... 'Οταν το πόδι μου πατάει έναν φάκελο, ένα δυσάρεστο συναίσθημα με κατακλύζει, σαν να ποδοπατούσα έναν άνθρωπο. Στην άκρη του διαδρόμου, μία σκάλα· ανεβαίνουμε. Ανοίγουν την πόρτα και με αφήνουν έξω. Είμαι ελεύθερος, είμαι οργισμένος και λυπημένος. Αγνοώ ακόμη πως η λύπη μου θα είναι σύντομη, πως το ίδιο το βράδυ θα εκδοθεί ένα "ένταλμα σύλληψης" εναντίον μου. Θα με στείλουν στη φυλακή όπου έστειλαν και τον αδερφό μου.

 

Μτφ. Σ.Σ.

 

 

Τα δυό αδέρφια, ο Αχμέτ (αριστερά) και ο Μεχμέτ Αλτάν σε νεότερη ηλικία.
Τα δυό αδέρφια, ο Αχμέτ (αριστερά) και ο Μεχμέτ Αλτάν σε νεότερη ηλικία.