ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΠΟΛΥΖΟ

 

Το μεσημέρι έχει κάτι απροσδιόριστα μελαγχολικό, αυτή τη θολούρα που κουβαλά η Θεσσαλονίκη χειμώνα-καλοκαίρι, ακόμα και μέρες με λιακάδα σαν τη σημερινή. Ίσως γι' αυτό όταν μπαίνω στο Πικάπ, στον αριθμό 57 της οδού Ολύμπου, το '(Sittin' on) The Dock of the Bay' μου φαίνεται ιδανικό καλωσόρισμα. Ο Otis Redding μιλάει για τον ήλιο του πρωινού, μα η ατμόσφαιρα στο τραγούδι είναι νοτισμένη. Τουλάχιστον έτσι ακούγεται η φωνή του. Μπορεί να ήταν συναχωμένος όταν τό 'γράψε, ποιος ξέρει. Έχω κι εγώ ένα γαμοσύναχο, άσ' τα να πάνε. Αλλά τι είναι η θολούρα της Θεσσαλονίκης, μπροστά στην ομίχλη και τα χιόνια του Αρκτικού Κύκλου. Κι άλλος ηλίθιος συνειρμός; Όχι, τώρα κοιτώ τις υποβλητικές εικόνες της Δάφνης Κοτσιάνη, που κοσμούν τους τοίχους του μαγαζιού. Το Πικάπ φιλοξενεί έκθεσή της με τίτλο Beyond the Arctic Circle. Πρόκειται για φωτογραφίες από το ομώνυμο λεύκωμά της, το οποίο παρουσίασε εδώ στις 26 Νοέμβρη.

 

Ο Φόρης μού φτιάχνει έναν καφέ – η μυρωδιά του εσπρέσο μού 'σπασε τη μύτη (ναι, παρά το γαμοσύναχο) – κι ανεβαίνω στο πατάρι, όπου λειτουργεί το κατάστημα με τα βινύλια και τα ρούχα. Εκεί, μπροστά σε δύο φοίνικες σκιτσαρισμένους με πινέλο, κάθονται και με περιμένουν ο Δημήτρης Τσούγκος και ο Δημήτρης Αγγέλης. Το ισόγειο, σχεδόν άδειο τέτοια ώρα, μου έφερε στο μυαλό το Pulp Fiction. Συγκεκριμένα, τη σκηνή όπου ο Butch Coolidge στήνει τον αγώνα πυγμαχίας με τον Marsellus Wallace. Τώρα αυτή η εντύπωση γίνεται πιο έντονη. Είναι φυσικά τα κομμάτια που παίζουν και που κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί στο σάουντρακ της ταινίας. Είναι κι η συνολική αισθητική του Πικάπ, η επαναχρησιμοποίηση αντικειμένων και επίπλων για παράδειγμα, που παραπέμπει στη ροπή του Ταραντίνο προς το βίντατζ, στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το παρελθόν του κινηματογράφου και όχι μόνο. Μα είναι πρώτα απ' όλα η γκρούβι αύρα που αποπνέουν οι δύο οικοδεσπότες μου.

 

Με χαροποιεί που μπορείς πλέον να παίξεις με βινύλια και να μη σε κοιτάνε λες και είσαι ο περίεργος της παρέας. Τώρα το γιατί έγινε μόδα, νομίζω ότι απλώς ήταν ανάγκη της αγοράς. Το CD πέθανε, το ψηφιακό φαντάζομαι ότι δεν αποδίδει κέρδος – και δεν μπορούν και να το ελέγξουν – οπότε έπρεπε να υπάρχει κάτι φυσικό, κάποιο είδος physical copy τέλος πάντων

 

«Ο κάθε DJ έχει την ελευθερία να παίξει ό,τι θέλει», λέει ο Δημήτρης Αγγέλης όταν τους ρωτώ αν τα DJ set του Πικάπ έχουν συγκεκριμένη θεματική. «Το μαγαζί παίζει τα πάντα, από jazz και blues μέχρι hip hop και drum'n'bass. Ο μόνος περιορισμός είναι ότι δε θέλουμε να γίνει κλαμπ ρε παιδί μου, δεν είμαστε κλαμπ αλλά και εν γένει η κουλτούρα μας είναι πιο πολύ του μπαρ». Οι DJ παίζουν σε σταθερή βάση, δυο-τρεις φορές το μήνα ας πούμε; «Υπάρχει μια αρκετά διευρυμένη ομάδα αλλά δεν είναι κάτι στάνταρ, ψάχνουμε διαρκώς για κάτι καινούριο. Επειδή παίζουμε μόνο βινύλια, το μέσο είναι κάπως περιοριστικό, επομένως ψάχνουμε διαρκώς να βρούμε καινούριο κόσμο, αλλά έρχεται και καινούριος κόσμος να μας βρει». «Το ενδιαφέρον είναι αυτό», παρατηρεί ο Δημήτρης Τσούγκος, «ότι προκύπτει κόσμος που δε γνωρίζαμε – γιατί εντάξει, η πόλη είναι μικρή και λίγο-πολύ όλοι γνωριζόμαστε – κόσμος που δεν ξέραμε ότι μαζεύει δίσκους, ότι ασχολείται ή θέλει ν' ασχοληθεί με το ντιτζεϊλίκι. Και μέσα απ' αυτό φυσικά προκύπτουν και καινούρια ακούσματα, έτσι;» «Νέες απόψεις, νέες οπτικές πάνω στη μουσική», συμπληρώνει ο Αγγέλης.

 

Υπάρχει ένα μπαρ στην Θεσσαλονίκη που παίζει μόνο βινύλια
Πολλοί μας λένε, "Αφού πάει καλά το μαγαζί, μείνετε μέχρι αργά να βγάλετε λεφτά". Εμείς είμαστε ικανοποιημένοι μ' αυτό που συμβαίνει. Θέλουμε μια ποιότητα ζωής, θέλουμε να περνάμε καλά στην τελική για αυτό κλείνουμε στη 01:00.

 

Πώς όμως κατέληξαν σ' αυτή την επιλογή, να παίζουν αποκλειστικά με βινύλια; «Καταρχάς ακούγεται καλύτερα», λέει ο Τσούγκος. Ποιο πράγμα ακούγεται καλύτερα, να λες "Έχω μαγαζί που παίζει μόνο βινύλια;" «Ναι, και αυτό», συνεχίζει γελώντας, «αλλά όχι, έχει καλύτερο ήχο, είναι πιο στρωμένο, πώς το λένε. Έχεις ήχο από πικάπ και αυτό βοηθάει στο πώς θ' ακουστεί μες στο χώρο, δίνεις χρώμα κατευθείαν. Ενώ όταν ο άλλος παίζει με λάπτοπ, κάθε φορά πρέπει να τον κυνηγάς για να στρώσεις τον ήχο του». «Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο που μέτρησε στην απόφασή μας» – παίρνει μικρόφωνο ο Αγγέλης – «είναι ότι, εντάξει, στις μέρες μας με το ίντερνετ μπορείς να βρεις τζάμπα τα πάντα, οποιοδήποτε άλμπουμ θελήσεις. Οπότε όταν ένας άνθρωπος επιλέγει να επενδύσει χρήμα, ιδίως αυτή την εποχή, για ν' αγοράσει ένα βινύλιο, αυτό για μένα αποκτά μια διάσταση προσωπικής εμπειρίας. Και όχι μόνο αυτό, για να έχει ο άλλος ένα βινύλιο δεν πατάει απλώς ένα κουμπί, μπαίνει σε μια διαδικασία. Πηγαίνει σ' ένα δισκάδικο, ψάχνει, αποκτά μια πιο προσωπική και ίσως συναισθηματική σχέση με τη μουσική». «Είναι σαν να φιλτράρεις τις επιλογές», συνοψίζει ο Τσούγκος. «Απ' το να πει ο άλλος, ΟΚ, θα πάω να παίξω acid, κατεβάζω δύο γίγα και πάω και παίζω την άλλη μέρα».

 

Ναι, αλλά μήπως παραέγινε μόδα το βινύλιο τελευταία; «Ναι, μάλλον είναι μόδα», παραδέχεται ο Αγγέλης, «αλλά εμένα με χαροποιεί εν τέλει. Γιατί όταν αγαπάς κάτι, όταν θεωρείς ότι κάτι είναι ωραίο και αξίζει, αν αυτό μπορέσει να φτάσει σε περισσότερο κόσμο, δε μου φαίνεται αρνητικό. Είναι όπως με μια μπάντα που μπορεί στην αρχή να την άκουγαν λίγοι και ξαφνικά να έγινε ξέρω 'γώ, πιο γνωστή, οτιδήποτε, τρέντι ας πούμε. Εντάξει, μπορείς να πεις ότι κάποιοι το προσεγγίζουν επιδερμικά αλλά δεν είναι εκεί η ουσία». Ο Τσούγκος είναι κατηγορηματικός: «Καλά, είναι δεδομένο ότι έγινε μόδα, αυτό το βλέπουμε, ξαφνικά όλοι ψάχνουν για πικάπ, ακόμα κι εδώ έρχεται κόσμος και είναι σε φάση, "Έχω ένα πικάπ απ' τον μπαμπά μου, απ' τη γιαγιά μου, απ' τη θεία μου, πού να πάω να το φτιάξω". Αλλά κι εμένα με χαροποιεί που μπορείς πλέον να παίξεις με βινύλια και να μη σε κοιτάνε λες και είσαι ο περίεργος της παρέας. Τώρα το γιατί έγινε μόδα, νομίζω ότι απλώς ήταν ανάγκη της αγοράς. Το CD πέθανε, το ψηφιακό φαντάζομαι ότι δεν αποδίδει κέρδος – και δεν μπορούν και να το ελέγξουν – οπότε έπρεπε να υπάρχει κάτι φυσικό, κάποιο είδος physical copy τέλος πάντων».

 

Η αλήθεια είναι πως αυτή η συζήτηση θα μπορούσε να διαρκέσει μέρες. Οπότε ας επανέλθουμε στο μαγαζί. Είστε έξι συνιδιοκτήτες. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; «Είμαστε ομάδα, η ομάδα είναι πολύ σημαντική για μας», τονίζει ο Αγγέλης (οι υπόλοιποι τέσσερις: Χριστόφορος Κοφτερός, Γεωργία Μωραΐτου, Κοσμάς Σιδηρόπουλος, Στράτος Κωνσταντινίδης). «Κάθε Δευτέρα πρωί βρισκόμαστε, το καφέ είναι κλειστό, αλλά εμείς είμαστε εδώ και συζητάμε για όλα τα θέματα που μας απασχολούν, ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία του μαγαζιού αλλά και το καλλιτεχνικό ας πούμε κομμάτι. Κι όλα φιλτράρονται απ' όλους. Γιατί το μαγαζί είναι κάτι ζωντανό, είναι κάτι που ακόμα εξελίσσεται». «Ναι, εδώ πάνω για παράδειγμα ακόμα το φτιάχνουμε», συνεχίζει ο Τσούγκος. «Θέλουμε να κάνουμε ιντερνετικό ραδιόφωνο, να φέρουμε πιο πολλά βινύλια για το δισκάδικο, ψαχνόμαστε με προμηθευτές, η Γεωργία κι ο Κοσμάς πήγανε πρόσφατα στην Αγγλία και φέρανε κι άλλα ρούχα». Τα οποία ρούχα είναι αποκλειστικά second hand; «Όχι, έχουμε second hand αλλά έχουμε και αρκετά που είναι από σχεδιαστές...local φάση. Golondrina από τη Θεσσαλονίκη, Muzitee και The Dreamer από την Αθήνα, Bold and Beautiful από τα Χανιά».

 

 

Το στυλ του μαγαζιού πώς προέκυψε; Είχαν κάποιο μπαρ ως πρότυπο; «Όχι, δεν εμπνευστήκαμε από κάτι συγκεκριμένο», λέει ο Αγγέλης. «Είμαστε άνθρωποι που γενικά μας αρέσουν...τα μπαρ», συνειδητοποιεί γελώντας στη μέση της πρότασης, «γουστάρουμε δίσκους, ρούχα, είναι προσωπικά πάθη όλα αυτά, οπότε ίσως ασυνείδητα να έγινε ένα παζλ». «Ναι, π.χ. στο όλο στήσιμο έπαιξε πολύ ρόλο και η τύχη», παρατηρεί ο Τσούγκος, «γιατί ήμασταν σε φάση, ΟΚ, θα πάρουμε όλα τα πράγματα απ' το Μπιτ Παζάρ. Ε, και πηγαίναμε στα παλιατζίδικα και διαλέγαμε, ανάλογα τι υπήρχε. Δηλαδή πέρα από κάποια ράφια που φτιάξαμε από καφάσια, οτιδήποτε, όλα τα υπόλοιπα τα πήραμε από κει. Εντάξει, βέβαια δε βάλαμε και καμιά ρήτρα. Βρήκαμε κι αλλού πράγματα, στο Βαθύλακκο ας πούμε, όπου πήραμε κάποια έπιπλα απ' την καφετέρια του χωριού. Οπουδήποτε μπορείς να βρεις κάτι ωραίο, όρεξη και υπομονή νά 'χεις». Χμ, παλιατζίδικα, καφάσια, Βαθύλακκος, ορίστε μια ενδιαφέρουσα μετάθεση του crate-digging στο επίπεδο της αισθητικής του χώρου. Αν ωστόσο τίποτα απ' αυτά δε σας φαίνεται καινούριο, σίγουρα θα βρείτε πρωτότυπη την επιλογή τους να κλείνουν αυστηρά στη μία μετά τα μεσάνυχτα.

 

«Φαίνεται πως ήταν ανάγκη που είχε πολύς κόσμος», εξηγεί ο Τσούγκος, «γιατί λειτουργεί αυτή η φάση με το ωράριο. Εγώ τα τελευταία δύο χρόνια πριν κάνουμε το μαγαζί είχα πρωινή δουλειά, έτσι; Οπότε αναγκαστικά η έξοδός μου δεν ήτανε, "Θα γυρίσω σπίτι πέντε η ώρα το πρωί". Ε, με το συμμαζεμένο ωράριο μπορώ να κάνω και τα δύο. Εννιά με μία έχεις το χρόνο να πιεις τα ποτά σου, να γουστάρεις, να φλερτάρεις, να χορέψεις, να σουρώσεις», λέει γελώντας. «Κι αν θες να συνεχίσεις, η Θεσσαλονίκη έχει άπειρες επιλογές», προσθέτει ο Αγγέλης με την πείρα του παλαίμαχου μπάρφλαϊ. «Εντάξει, έχει να κάνει και με το γεγονός ότι το μαγαζί το δουλεύουμε εμείς οι ίδιοι. Και πέρα από τις βάρδιες, προκύπτουν συνεχώς καινούρια ζητήματα, για παράδειγμα την Κυριακή θα κάνουμε ένα σετ με γραμμόφωνα. Ε, δε θέλουμε να καούμε, ούτε θέλουμε να βάλουμε κάποιον άλλο να καεί στη θέση μας. Και δεν είμαστε και άπληστοι στο κάτω κάτω. Πολλοί μας λένε, "Αφού πάει καλά το μαγαζί, μείνετε μέχρι αργά να βγάλετε λεφτά". Εμείς είμαστε ικανοποιημένοι μ' αυτό που συμβαίνει. Θέλουμε μια ποιότητα ζωής, θέλουμε να περνάμε καλά στην τελική».

 

Υπάρχει ένα μπαρ στην Θεσσαλονίκη που παίζει μόνο βινύλια
Έχουμε second hand αλλά έχουμε και αρκετά που είναι από σχεδιαστές...local φάση. Golondrina από τη Θεσσαλονίκη, Muzitee και The Dreamer από την Αθήνα, Bold and Beautiful από τα Χανιά

 

Δεν ήταν ωστόσο λίγο ρίσκο αυτή η κίνηση; Δεδομένου ότι στη Θεσσαλονίκη μία το βράδυ ο κόσμος μόλις αρχίζει να βγαίνει απ' το σπίτι, χαλαρά. «Καλά, στην αρχή έπαιξε πολύ κράξιμο», θυμάται ο Τσούγκος γελώντας, «στη φάση, "Ε, τι είν' αυτά τώρα, σταμάτησε η μουσική, θα μας διώξετε μία η ώρα;" Αλλά καθώς προχώρησε το πράγμα και απέκτησε μία ροή, υπήρχε κόσμος που έλεγε, "Respect που μας διώχνετε, γιατί πάμε σπίτι και είμαστε ΟΚ". Είπαμε, προλαβαίνεις μια χαρά να σουρώσεις μέχρι τη μία!» Καλά, άμα θες να σουρώσεις, σουρώνεις και μέχρι μία το μεσημέρι, λέω κι εγώ την εξυπνάδα μου, και γίνεται ένας μικρός χαμός. «Πάντως το ωράριο είναι σημαντικό και για τον DJ», παρατηρεί ο Αγγέλης σοβαρεύοντας. «Οι τέσσερις από τους έξι κάνουμε ντιτζεϊλίκια πολλά χρόνια, και ξέρουμε ότι μετά τις μία-δύο κάθε λεπτό που περνάει είναι όλο και μεγαλύτερο κάψιμο. Και εντάξει, δε θέλουμε ο DJ να είναι ένας τύπος ο οποίος είναι στη γωνία και κάνει κάτι που δεν αφορά τους άλλους. Επομένως όταν λέμε ότι αυτός ο άνθρωπος θα παίξει από τις εφτά μέχρι τις δώδεκα, αν θες όντως ν' ακούσεις μουσική, θα πρέπει να κινητοποιηθείς κι εσύ».

 

Τελευταία ερώτηση. Είναι βλακεία μάλλον, αλλά θα την κάνω έτσι κι αλλιώς. «Θα απαντήσουμε βλακωδώς», λέει γελώντας ο Αγγέλης. «Εγώ είμαι πολύ καλός σ' αυτό», προσθέτει ο Τσούγκος κι αναρωτιέται, «Καλά, εσύ τόση ώρα γιατί δεν κάθεσαι;» Θα μπορούσα, ναι, αλλά...τέλος πάντων. Λοιπόν, η ερώτηση είναι η εξής: Πώς βλέπετε την ιστορία με τα υποτιθέμενα "Άνω Λαδάδικα"; Σας πέρασε η σκέψη ν' ανοίξετε το Πικάπ εκεί; «Κοίταξε, εμείς θέλαμε να είναι ο χώρος ζωντανός όλη μέρα», λέει ο Τσούγκος, «εκεί τη μέρα είναι ανοιχτές οι βιοτεχνίες. Τώρα το βράδυ γίνεται χαμός, επιχειρηματικά κάποιος θα έλεγε ότι σε συμφέρει πιο πολύ, αλλά έτσι το πιθανότερο είναι ότι θα έρθει κόσμος που δε σε επιλέγει συνειδητά». «Η αλήθεια είναι ότι δε μας έλκυε αυτή η περιοχή», συνεχίζει ο Αγγέλης, «γιατί το να πας σε ένα μπαρ είναι μια εμπειρία. ΟΚ, δεν είναι το ίδιο με το να πας στην όπερα, σ' ένα μπαρ θα πας ρε παιδί μου, παρ' όλ' αυτά είναι μια εμπειρία. Ε, στη Βαλαωρίτου είσαι σε ένα χώρο και ταυτόχρονα ακούς τις μουσικές από άλλα τρία-τέσσερα μαγαζιά, από τη μια house, από την άλλη rock, από παραδίπλα λαϊκά...Εντάξει, είναι κι αυτό μια εμπειρία, οπωσδήποτε», καταλήγει γελώντας, «αλλά είναι μια εμπειρία που δε μας ενδιέφερε».

 

Υπάρχει ένα μπαρ στην Θεσσαλονίκη που παίζει μόνο βινύλια

 

* Το καφέ-μπαρ του Πικάπ λειτουργεί καθημερινά 11.00-01.00, το δισκοπωλείο-κατάστημα ρούχων 13.00-21.00 πλην Κυριακής. Ο καφές κοστίζει 2,5 ευρώ, οι μπύρες και τα ποτά ξεκινούν από τα 2,5 και 6 ευρώ αντίστοιχα.