02.07 Τρίτη

 

Διαβάζω ένα κείμενο σημαντικού Έλληνα κριτικού εστιατορίων που μας παραπέμπει σε συγκεκριμένο (πολύ καλό) εστιατόριο για να φάμε ένα συγκεκριμένο πιάτο του που είναι «μακράν το καλύτερο στην Ελλάδα» και με λούζει κρύος ιδρώτας. Κι εγώ το έχω κάνει. Έχω γράψει επαίνους για πιάτα, για εστιατόρια, για καντίνες, ό,τι θες. Όπου πάω και μου αρέσει, το γράφω. Πάντα το θεωρούσα σωστό να επαινώ αυτούς που κάνουν καλά τη δουλειά τους. Ακόμα, βέβαια, θεωρώ πως δεν με ξέρει κανείς και ούτε με θεωρεί υπολογίσιμη δύναμη. Αν ήμουν κριτικός εστιατορίων, θα είχα μεγάλο άγχος. Σκέφτομαι συνέχεια αυτά που έλεγε η Ruth Reichl στο βιβλίο της Garlic and Sapphires, στο οποίο περιγράφει τις περιπέτειές της ως κριτικού εστιατορίων στους «New York Times». Πιο συγκεκριμένα, τις περιπέτειές της ως κριτικού εστιατορίων που κατέληξε να πηγαίνει μεταμφιεσμένη στα εστιατόρια για να μην την αναγνωρίζουν και να τρώει αυτό που τα εστιατόρια σερβίρουν σε όλους και όχι στους κριτικούς ή στους ανθρώπους που επηρεάζουν αυτό τον τομέα. Έλεγε η Reichl πως είχε παρατηρήσει ότι όταν πήγαινε για δεύτερη φορά στα εστιατόρια, όχι ως μια περσόνα αλλά ως ο εαυτός της, όλα ήταν λίγο καλύτερα. Τα φιλέτα ήταν λίγο πιο χοντρά, τα σερβίτσια ήταν πιο καλά, τα βατόμουρα στις τάρτες ήταν διπλάσια σε μέγεθος, το σέρβις ήταν πιο αέρινο. Ενώ, όταν πήγαινε μεταμφιεσμένη, έβλεπε την κανονική εικόνα των εστιατορίων. Να πω πως λέει ψέματα ή πως υπερβάλλει; Απεναντίας. Το έχω διαπιστώσει κι εγώ. Έτσι είναι, όσο κι αν θα θέλαμε να πιστεύουμε το αντίθετο. Το έχω δει να συμβαίνει. Και είναι λάθος για τους εστιάτορες αλλά και μια τεράστια παγίδα για τους κριτικούς εστιατορίων. Πρέπει κανείς να λαμβάνει υπ' όψιν του αυτό το γεγονός. Πριν γράψεις πως το τάδε είναι το καλύτερο ριζότο του κόσμου και πως είναι σαν να σε σερβίρουν άγγελοι, σκέψου και προσπάθησε να δεις τι γίνεται, αν εσύ δεν είσαι ο σούπερ διάσημος κριτικός εστιατορίων αλλά ένας απλός Αθηναίος που έχει προσπαθήσει πάρα πολύ να κάνει κράτηση και να φάει στο συγκεκριμένο εστιατόριο. Kαι που προφανώς θα του φέρονται σαν πολίτη δεύτερης κατηγορίας, επειδή «δεν είναι κάποιος».

 

 

Πρόσφατα πήγα σε ένα από τα πολύ καλά μας εστιατόρια. Η κράτηση δεν ήταν στο όνομά μου -δεν πάω και συχνά εκεί- και έφτασα και αργοπορημένος. Με το που κάθισα, αντίκρισα τον πιο ξινό σερβιτόρο όλων των εποχών, που επειδή δεν ενέκρινε τη flamboyant παρέα μου και δεν τη θεώρησε ικανή να ξέρει να τρώει και να πίνει τα σωστά, αποφάσισε να μας σνομπάρει. Πέρα από αυτό, έκανε (αυτός και οι συνάδελφοί του) απαράδεκτα και ασυγχώρητα λάθη, που για εστιατόριο τόσο ακριβό, θα έπρεπε τουλάχιστον να μας κεράσουν το δείπνο. Όχι μόνο αυτό, αλλά ούτε καν μας απολογήθηκαν για πράγματα που ντρέπομαι και να αναφέρω. Σιγά σιγά τα κόμπλεξ εξαφανίστηκαν, τα προβλήματα λύθηκαν με ανεπαίσθητο τρόπο, η βραδιά ήταν πολύ όμορφη και το φαγητό επαρκέστατο. Όχι τέλειο γι' αυτά τα λεφτά, αλλά επαρκέστατο. Όμως εγώ δεν το ξέχασα αυτό που έγινε. Δεν κατάλαβα γιατί μας σνόμπαραν. Ούτε γιατί δεν έκαναν διορθώσεις στο γιγαντιαίο λάθος τους. Αναρωτιέμαι, αν πήγαινε ο σούπερ κριτικός εστιατορίων της Ελλάδας ή ο σούπερ επώνυμος, τα ίδια θα έκαναν; Ή θα παρέλυε η κουζίνα μέχρι να σερβιριστούν αυτοί; Πόσο λάθος όλα αυτά! Πόσο αρχοντοχωριάτες είμαστε! Το φαγητό είναι φαγητό. Οι υπηρεσίες, υπηρεσίες. Και η ποιότητά τους πάει ανάλογα με τα λεφτά που πληρώνεις, όχι με το ποιος είσαι. Βαριέμαι και που γράφω τα αυτονόητα, αλλά πραγματικά μπούχτισα με όλο αυτό το restaurant scene.

 

Eπιστρέφω στην κουζίνα μου. Σας φιλώ.