Μεταξύ των λεωφόρων Κωνσταντινουπόλεως και Αθηνών απλώνεται μια περιοχή ανέκαθεν εργατική, κάποτε αποτελούνταν από χυτήρια, σιδηρουργεία και δύσοσμα βυρσοδεψεία. Περιβάλλει τον παλαιότερο βοτανικό κήπο της χώρας, που άρχισε να φυτεύεται το 1835, εξού και το όνομά της.

 

Εκεί λειτούργησε στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα το εργοστάσιο Γεωργιάδη-Σέκερη, σε αυτό οι τεχνίτες ορκίζονταν ότι δεν θα αποκαλύψουν πουθενά και σε κανέναν το μυστικό της κατασκευής βιεννέζικων επίπλων. Προπολεμικά, η περιοχή φιλοξένησε μια επιχείρηση επεξεργασίας μεταξιού, ενώ το 1934 ιδρύθηκε εκεί η πρώτη γαλακτοβιομηχανία της Ελλάδας.

 

Τη δεκαετία του '60 ο Βοτανικός έγινε το μέρος των μηχανουργών, των φανοποιών και των φαναρτζήδων, εκείνων που ξέρουν από περιελίξεις μοτέρ, μαζί φτιάχτηκε και μια αγορά εργαλείων και όλοι αυτοί δουλεύουν συνεργατικά μέχρι σήμερα. Αυτή η εικόνα της συνοικίας κάτω από τις γραμμές διατηρείται ακόμα, οι τζαμαρίες γράφουν «αλλαγή λαδιών, βουλκανιζατέρ, αντλίες, μπεκ, τουρμπίνες» και άλλα συναφή. Τα γύρω σπίτια είναι διώροφα, το πολύ τριώροφα, ένα νέο ζευγάρι μόλις ανακαίνισε μια παλιά μονοκατοικία, ενώ λίγο πιο πέρα έχει σηκωθεί ένα συγκρότημα lofts πολυτελές – τόσο, που οι περίοικοι αναρωτιούνται αν διαθέτει και πισίνα στην ταράτσα του.

 

Σε ένα μπαλκόνι, Κορυτσάς και Σερβίων γωνία, θα δείτε παρατημένες μάσκες, προφυλακτήρες, τροπέτα αυτοκινήτων. Αυτή την εικόνα θα αντικρίσετε πίνοντας ρακή από την Παλαιόχωρα Χανίων συνοδεία μεζέδων, γιατί κάτι άλλαξε στην περιοχή.

 

Τη δεκαετία του '60 ο Βοτανικός έγινε το μέρος των μηχανουργών, των φανοποιών και των φαναρτζήδων, εκείνων που ξέρουν από περιελίξεις μοτέρ, μαζί φτιάχτηκε και μια αγορά εργαλείων και όλοι αυτοί δουλεύουν συνεργατικά μέχρι σήμερα. Αυτή η εικόνα της συνοικίας κάτω από τις γραμμές διατηρείται ακόμα, οι τζαμαρίες γράφουν «αλλαγή λαδιών, βουλκανιζατέρ, αντλίες, μπεκ, τουρμπίνες» και άλλα συναφή.

 

Όταν η πιάτσα εξόδου μεταξύ Κεραμεικού και Μεταξουργείου είχε καθιερωθεί έτσι που να έχει πολλούς και πολύ τακτικούς επισκέπτες, κάποιοι άρχισαν να αναζητούν τον χώρο τους κάτω από τις γραμμές. Κάπως έτσι δημιουργήθηκε η Laika, όταν η Κάτια και η Βερόνικα, που σύχναζαν στο «πάνω χωριό», είδαν ότι στην κάτω πλευρά του μπορούσαν να κάνουν το δικό τους μαγαζί όπως το είχαν φανταστεί, δίχως να έχουν καμία σχέση με την εστίαση. Μαζί με τον Σπύρο, που μπήκε λίγο αργότερα στο μαγαζί, προέρχονται από τον χώρο από Κοινωνικών Επιστημών και των Καλών Τεχνών.

 

Τρώγοντας κάτω από τις γραμμές, στα στέκια του Βοτανικού
Η Laika πήρε το όνομά της από το αδέσποτο της Μόσχας. Φωτο: Γιώργος Αδάμος /LiFO

 

«Περπατούσαμε στην περιοχή, συναντήσαμε αυτόν τον πεζόδρομο και είπαμε ότι εδώ θα κάνουμε το μαγαζί μας, εκτός του ότι μας άρεσε το σημείο ήταν και οικονομικοί οι λόγοι που το επιλέξαμε». Ο χώρος τους πήρε το όνομά του από το αδέσποτο της Μόσχας, το οποίο, επιβαίνοντας στον τεχνητό δορυφόρο Sputnik 2 το 1957, έγινε ο πρώτος ζωντανός οργανισμός που μπήκε σε τροχιά γύρω από τη Γη. Παράλληλα, όμως, αποτελεί λογοπαίγνιο για την αυθεντική λαϊκότητα της περιοχής. Σε ένα πρώην εργαστήριο οδοντοτεχνικών υλικών και μετέπειτα φαναρτζίδικο οι τρεις τους δημιούργησαν ένα σκηνικό που θυμίζει κάτι μεταξύ μπαρ και μπιστρό.

 

Γύρω τους άρχισε να αναπτύσσεται μια δημιουργική γειτονιά. Ένα πρώην εργοστάσιο μετατράπηκε σε καλλιτεχνικό ατελιέ και χώρο όπου πραγματοποιούνται μαθήματα χορωδίας, ενώ σε μια κοντινή κολεκτίβα κατασκευάζουν μουσικά όργανα, παιχνίδια από ανακυκλωμένα υλικά, καταπιάνονται με τις 3D εκτυπώσεις. Απέναντί τους άνοιξε ένα μαγαζί με μεταποιημένα second hand ρούχα, κοντά τους βρίσκεται ένα στούντιο φωτογραφίας, ένα στούντιο ηχογράφησης και το θέατρο Βαφείο. Εκεί ψήνονται τα ψωμιά του Betty's Bakery, υπάρχει και η κάβα Αμπελοφιλοσοφίες που βγάζει την Argos Star.

 

Τρώγοντας κάτω από τις γραμμές, στα στέκια του Βοτανικού
Η κουζίνα τους στη Laika ξεκίνησε με πιάτα που έφτιαχναν σε φίλους. Φωτο: Γιώργος Αδάμος /LiFO
Τρώγοντας κάτω από τις γραμμές, στα στέκια του Βοτανικού
Θέλοντας να έχουν καλή πρώτη ύλη βρήκαν σιγά-σιγά τους μικρούς παραγωγούς που τους στέλνουν προϊόντα από διάφορες περιοχές. Φωτο: Γιώργος Αδάμος /LiFO
 

 

«Όταν ήρθαμε εμείς, τα γύρω στενά ήταν έρημα τον χειμώνα, δεν περνούσε άνθρωπος τη νύχτα. Έπρεπε να ξέρει κάποιος το μαγαζί για να έρθει μέχρι εδώ, ευτυχώς βοηθάει το διαδίκτυο σε αυτό». Τα κρύα βράδια στη Laika γέμιζαν από τους ήχους new wave και punk βινυλίων, μουσικά το μαγαζί βρίσκεται στη δεκαετία του '80. «Σε μερικούς αρέσει, άλλοι δεν αντέχουν, μας λένε “βάλε λίγο Θανάση”».

 

Οι ίδιοι αναζητούσαν πάντα εκείνο το μαγαζί όπου θα απολάμβαναν το ποτό τους τρώγοντας και κάτι, ακούγοντας διαφορετική μουσική από αυτή που περιμένει κανείς σε ένα μέρος το οποίο σερβίρει χειροποίητη κρεμμυδόπιτα, πικάντικο χούμους με χαρίσα, γκιουζλεμέ, βίγκαν γιαουρτλού, ταλιατέλες με ποικιλία μανιταριών και κρέμα παρμεζάνας, ένα σιγομαγειρεμένο χοιρινό με κάρι.

 

Η κουζίνα τους ξεκίνησε με πιάτα που έφτιαχναν σε φίλους, δεν είναι άλλωστε επαγγελματίες, έμαθαν μέσα στο μαγαζί. Θέλοντας να έχουν καλή πρώτη ύλη, βρήκαν σιγά-σιγά τους μικρούς παραγωγούς που τους στέλνουν προϊόντα από διάφορες περιοχές, κρίταμο από την Ικαρία, ξινομυζήθρα από τα Χανιά και γραβιέρα από το Ρέθυμνο, λαδοτύρι από τη Ζάκυνθο, σουτζούκι και προσούτο από τη Δράμα, κρέατα από μια μικρή φάρμα στην Κερκίνη, ρακή από τη Σητεία και τσίπουρο από τον Συνεταιρισμό Τυρνάβου. Το προζυμένιο τους ψωμί έρχεται από το Βίνκλερ, το γλυκό το φτιάχνει η μαμά των κοριτσιών – τους ετοιμάζει καθημερινά ένα τσιζκέικ πραλίνα.

 

Τρώγοντας κάτω από τις γραμμές, στα στέκια του Βοτανικού
Ο Κώστας Καλαμπόκης και ο Δημήτρης Φραγκογιάννης έστησαν μέσα σε δυο θερινούς μήνες του 2018 το φωτεινό νεο-καφενείο τους, το Ραφίκι. Φωτο: Γιώργος Αδάμος /LiFO

 

Συνεχίζοντας στον πεζόδρομο της Πέλλης, ο Κώστας Καλαμπόκης και ο Δημήτρης Φραγκογιάννης έστησαν μέσα σε δύο θερινούς μήνες του 2018 το φωτεινό νεο-καφενείο τους. Έβαλαν πολύ προσωπική εργασία και μεταχειρισμένα έπιπλα, του έδωσαν το όνομα του αγαπημένου τους χαρακτήρα από το «Lion King», ο WD τους έκανε δώρο μια τοιχογραφία-ζούγκλα, οι φίλοι τους έφεραν τα φυτά εσωτερικού χώρου και γέμισαν τα τραπέζια τους στην αρχή. Έπειτα, άρχισαν να διοργανώνουν τις Κυριακές live με ρεμπέτικα και λαϊκά που βοήθησαν να μαθευτεί το Ραφίκι.

 

«Βγαίναμε πολύ στον Κεραμεικό, έξι φορές την εβδομάδα τις περνάγαμε σε τέτοια μαγαζιά. Μπορεί, λοιπόν, να μην ξέραμε τι να κάνουμε σωστά, αλλά ξέραμε τι να μην κάνουμε λάθος. Αυτό που σίγουρα γνωρίζαμε είναι ότι δεν θα ποντάραμε στον περαστικό, όπως μπορεί να κάνει ένα μαγαζί του Μεταξουργείου και του Κεραμεικού. Εδώ έχουμε άλλα καλά, όταν ήρθαμε λειτουργούσε απέναντί μας ένα ψιλικατζίδικο, που ήταν το κέντρο της γειτονιάς, και ήμασταν πολύ χαρούμενοι με αυτήν τη συνθήκη. Οι παλιοί κάτοικοι μας έχουν σαν παιδιά τους, μας φέρνουν πεσκέσια, φρούτα και λαχανικά, μας βοηθάνε καμιά φορά να ανοίξουμε τα τραπέζια. Όσο για τα γύρω μαγαζιά, αν δεν έχουμε τραπέζι, θα στείλουμε τους πελάτες στα παιδιά, το ίδιο κάνουν κι εκείνοι για εμάς. Αν τελειώσουν τα λεμόνια, θα δανειστούμε ή θα δώσουμε. Αυτοί είναι οι αγαπημένοι μας γείτονες».

 

Τρώγοντας κάτω από τις γραμμές, στα στέκια του Βοτανικού
Μεγάλο σουξέ στο Ραφίκι είναι η σαλάτα με τα αμπελοφάσουλα, το κολοκύθι, το ντοματίνι, τις ελιές, την πέστο βασιλικού και τη φέτα. Φωτο: Γιώργος Αδάμος /LiFO
Τρώγοντας κάτω από τις γραμμές, στα στέκια του Βοτανικού
Νιόκι με κρέμα τυριών στο Ραφίκι. Φωτο: Γιώργος Αδάμος /LiFO
 

 

Μεγάλο τους σουξέ είναι η σαλάτα με τα αμπελοφάσουλα, το κολοκύθι, το ντοματίνι, τις ελιές, την πέστο βασιλικού και τη φέτα, τα χειροποίητα παστουρμαδοπιτάκια, τα μανιτάρια σοτέ με miso, πέστο λιαστής ντομάτας, πίκλα σιμέτζι και μυρωδικά, τα νιόκι τους με κρέμα τυριών και καπνιστή πανσέτα. Δεν φαντάζονταν στην αρχή ότι θα ανέφεραν στο μενού τους μαγειρικούς όρους όπως πούδρα, «το “ψώνιο” της κουζίνας μάς οδήγησε εκεί, αλλά αρέσει και στον κόσμο και σ' εμάς το αποτέλεσμα. Ρωτάμε τον κόσμο μας προκειμένου να διαμορφώσουμε το μενού, μαγειρεύουμε υγιεινά, όλα φτιάχνονται εδώ, ενώ δεν έχουμε ούτε ένα τηγανητό πιάτο».

 

Κάποια στιγμή τούς ζήτησαν να φέρουν κολονάτα ποτήρια για το κρασί, αλλά αυτή η κίνηση θα σήμαινε κάτι άλλο για ένα μαγαζί σαν το Ραφίκι. «Δεν θέλουμε να το κάνουμε αυτό, αυτά τα ποτήρια θα προσελκύσουν άλλο κόσμο, με άλλες απαιτήσεις κι άλλη διάθεση, που δεν ταιριάζει με το ύφος κανενός μαγαζιού στην περιοχή. Εδώ τα πράγματα είναι λίγο πιο χύμα, πιο χαλαρά, η κουζίνα θέλει τον χρόνο της».

 

Στο δίπλα τραπέζι, πίνοντας ρακή από το Ηράκλειο Κρήτης, μια παρέα συζητάει ότι είναι μακρύς ο δρόμος για την Ανάφη, για τις δέκα ώρες που κάνει το πλοίο και πώς θα περάσουν αυτές. Οι παραδίπλα είναι στο στάδιο που συνεννοούνται για το αν θα παραγγείλει ο καθένας τη δική του μπίρα ή μία και να τη μοιραστούν «για να μη ζεσταίνεται».

 

Τρώγοντας κάτω από τις γραμμές, στα στέκια του Βοτανικού
Το Paraflu στην Κορυτσάς είναι ένα εναλλακτικό, μοντέρνο καφενείο με ωραίους μεζέδες. Φωτο: Γιώργος Αδάμος /LiFO

 

Στην Κορυτσάς, ένα μαγαζί που εμπορεύεται φίλτρα και λάδια πουλάει το ένα λίτρο παραφλού πέντε ευρώ. Μεσοτοιχία άνοιξε στις αρχές του 2019 το Paraflu από τον Ανδριανό Μάλλιο, τον Ιωάννη Αθανασιάδη και τον Κυριάκο Αλεβίζο. Και οι τρεις τους έχουν πρωινές δουλειές, οπότε ανοίγουν το μαγαζί στις έξι τις καθημερινές, βγάζουν τραπέζια κυριολεκτικά στον δρόμο, μια και τους βοηθάει το σημείο, είναι άλλωστε μια περιοχή στην οποία δεν θα συναντήσετε πρόβλημα με το πάρκινγκ τα απογεύματα, προς το παρόν τουλάχιστον.

 

«Εδώ ο άλλος θα κάτσει δυο ώρες, θα πάρει την μπίρα του και δύο-τρία πιάτα, θα κουβεντιάσει με την ησυχία του, γιατί η περιοχή δεν έχει οχλαγωγία. Σε όλες τις περιοχές θα βρεις κι από ένα καφενείο, αλλά είναι πολύ πιθανό να έχει τηλεόραση που παίζει αθλητικά και τραπέζι για πρέφα. Το εναλλακτικό, το πιο μοντέρνο καφενείο έχει πέραση, γιατί θέλουν και οι νεότεροι να έχουν τέτοια δικά τους μέρη».

 

Σε μια πρώην αποθήκη σερβίρονται πολλοί κλασικοί ελληνικοί μεζέδες και τα φημισμένα κεφτεδάκια της Ελένης που μαγείρευε στο μαγαζί όταν ξεκίνησε και τώρα τους τα δίνει πλασμένα για να τα τηγανίσουν. Αν είστε από εκείνους που θα ζητούσατε Θανάση και Σωκράτη (όπως τους φωνάζουν οι φανατικοί τους, με το μικρό τους μόνο), στη Laika, στο Paraflu θα τους ακούσετε. Όταν η εποχή το επέτρεπε, και εκεί διοργανώνονταν γλέντια με παραδοσιακή μουσική, από την Κρήτη μέχρι τη Θράκη. Τώρα, μετά τις 11 είναι πολύ πιθανό να τραγουδήσετε Βίκυ Μοσχολιού και Δημήτρη Μητροπάνο.

 

Τρώγοντας κάτω από τις γραμμές, στα στέκια του Βοτανικού
Λαχταριστές baby πατάτες στο Paraflu. Φωτο: Γιώργος Αδάμος /LiFO
Τρώγοντας κάτω από τις γραμμές, στα στέκια του Βοτανικού
Στο Paraflu σερβίρονται πολλοί κλασικοί ελληνικοί μεζέδες και τα φημισμένα κεφτεδάκια της Ελένης που μαγείρευε στο μαγαζί όταν ξεκίνησε και τώρα τους τα δίνει πλασμένα για να τα τηγανίσουν. Φωτο: Γιώργος Αδάμος /LiFO
 

 

Εκτός από το cult οινομαγειρείο του Λελούδα, μία από τις πιο παλιές αθηναϊκές ταβέρνες που επιβιώνουν ακόμα (κι αν δεν την έχετε επισκεφθεί μέχρι τώρα πρέπει να την αναζητήσετε), το πρώτο μαγαζί που δημιουργήθηκε στη γειτονιά ήταν το La Soirée de Votanique, λειτουργούσε ως μπαρ μέχρι που μετατράπηκε σε χώρο εκδηλώσεων. Ο αμέσως επόμενος σε σειρά παλαιότητας είναι ο Αλέξης Στρωματιάς με τους Θεσσαλούς του, που άνοιξαν το 2009 και το 2013 μεταφέρθηκαν απέναντι, στη σημερινή τους τοποθεσία.

 

Τότε, με την αποζημίωση που έλαβε από μια απόλυση, σκέφτηκε να κάνει το δικό του συνεργείο ή ένα μαγαζί με ανταλλακτικά – λογικό και επόμενο ήταν να βρεθεί στον Βοτανικό. «Βρήκα έναν χώρο κι άρχισαν να έρχονται οι φίλοι μου, εκείνοι έφερναν μπίρες και σουβλάκια, εγώ έπαιζα κιθάρα κι έτσι όπως το πηγαίναμε, είπα ότι τελικά θα κάνω καφενείο».

 

Τρώγοντας κάτω από τις γραμμές, στα στέκια του Βοτανικού
Σταθερή αξία στους Θεσσαλούς είναι τα βιολογικά αυγά με το σουτζούκι και την ντομάτα. Φωτο: Γιώργος Αδάμος /LiFO

 

Εκτός από την αυλή του, τα δικά του τραπέζια βγαίνουν σε έναν πεζόδρομο που έχει για φόντο την εκκλησία του Προφήτη Δανιήλ. Λέγεται ότι ο ναός υπήρξε της Αφροδίτης, έπειτα έγινε της Αγίας Σοφίας, έφτασε να είναι του Προφήτη, όταν επαγγέλματα όπως οι κεραμοποιοί, που πέρασαν από κει, έδωσαν στην περιοχή το στοιχείο της φωτιάς.

 

«Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολα, δεν κυκλοφορούσε ψυχή εδώ. Ευτυχώς, πλέον έχουν ανοίξει μαγαζιά καταπληκτικά, παιδιά που την αγαπάνε τη δουλειά τους και δεν κυνηγάνε το εφήμερο κέρδος. Εδώ τα πράγματα είναι λαϊκά και οικονομικά, δεν μου αρέσει καθόλου η λέξη "φθηνά". Όσο για εμάς, δεν θα είχαμε αποκτήσει τη φήμη για τις μουσικές μας και τα γλέντια μας αν δεν μας βοηθούσε η Μάρθα Φριντζήλα, που διατηρεί εδώ τον χώρο τέχνης Baumstrasse».

 

Η Χάρις Αλεξίου, οι Χειμερινοί Κολυμβητές, η Μελίνα Κανά, ο Κώστας Νικολόπουλος, η Άννα Βίσση, είναι μόνο μερικά ονόματα που έχουν πιάσει όργανα και μικρόφωνα στους Θεσσαλούς. Ο Αλέξης Στρωματιάς ήταν εκείνος που διοργάνωνε για επτά χρόνια το Φεστιβάλ Βοτανικού και τώρα το έχει μεταφέρει στον τόπο του, στα Τρίκαλα.

 

Αν για κάτι νόστιμο φημίζονται οι Θεσσαλοί, αυτό είναι οι σοτέ πατάτες τους με το σκόρδο και το δεντρολίβανο, θα τις μυρίσετε ακόμα κι αν δεν έρθουν στο δικό σας τραπέζι, «αυτήν τη συνταγή μου τη χάρισε ο Φώτης (σ.σ. Φωτεινόγλου) που τώρα έχει το ΦΙΤΑ, εκείνος μου είπε “φτιάξε μια κουζίνα κανονική, βρε άνθρωπε” και είχε δίκιο».

 

Έπειτα, σταθερές αξίες είναι τα βιολογικά αυγά του με το σουτζούκι και την ντομάτα, το καπνιστό σκουμπρί του στη σχάρα με διάφορα τουρσιά. Κι όσο τα γλέντια δεν ευνοούνται, μπορεί να πετύχετε βραδιά stand-up comedy εκεί. Μπορείτε και να χαζέψετε τη φωτογραφική καταγραφή όσων ωραίων έχουν γίνει στους Θεσσαλούς στους μέσα τοίχους του μαγαζιού, θα περάσετε από κει, άλλωστε, για να πλύνετε τα χέρια σας.

 

Τρώγοντας κάτω από τις γραμμές, στα στέκια του Βοτανικού
Τα τραπέζια στους Θεσσαλούς βγαίνουν σε έναν πεζόδρομο που έχει για φόντο την εκκλησία του Προφήτη Δανιήλ. Φωτο: Γιώργος Αδάμος /LiFO

 

Laika, Πέλλης 30, 215 5013801

Ραφίκι, Πέλλης 22

Paraflu, Κορυτσάς 31, 210 3427775

Οι Θεσσαλοί, Μελενίκου 2, 213 0222335