Αύγουστος. Η ζωή στη Χιρόνα λίγο μετά τη λήξη του lockdown είναι κάπως μουδιασμένη. Τα τζαζ κλαμπ υπολειτουργούν, η κίνηση στις γέφυρες που συνδέουν τις δύο πλευρές της πόλης πάνω από τον ποταμό Ονιάρ είναι σε slow motion, τα Game of Thrones τουρ –που ήταν η πιο δημοφιλής ξενάγηση από τότε που ο έκτος κύκλος της σειράς έκανε την πόλη περιζήτητο προορισμό για τους φαν της– έχουν να γίνουν από τότε που ξέσπασε η πανδημία.

 

Η Ζιρόνα (όπως την προφέρουν οι Καταλανοί) συνδέθηκε με το «Game of Thrones» όταν ο Τζέιμι Λάνιστερ ανέβηκε μεγαλοπρεπώς με το άλογο τα δεκάδες σκαλιά που οδηγούν στον καθεδρικό της Παναγίας στο κέντρο της παλιάς πόλης και όταν Άρια Σταρκ κυνηγήθηκε στα στενά σοκάκια της «αρχαιολογικής διαδρομής» μέσα από το τείχος που την περιβάλλει.

 

Το σκηνικό ήταν έτοιμο, μεσαιωνικό και καλοδιατηρημένο, από τα Αραβικά Λουτρά του 12ου αιώνα μέχρι την Plaça dels Jurats και τη γέφυρα Braavos, όπου στάθηκε η Άρια λίγο πριν τη μαχαιρώσει η Waif μεταμφιεσμένη σε γριά.

 

Η σπιτονοικοκυρά του πέτρινου τρίπατου σπιτιού που ανήκει στο σύμπλεγμα των Αραβικών Λουτρών, ένα από τα πιο παλιά της Ζιρόνας (όπου νοικιάζουμε ένα δωμάτιο), μας συμβουλεύει πού να φάμε (σε μια ταβέρνα στην Placa de la Indepedencia) και επιμένει ότι αυτό που δεν πρέπει να παραλείψουμε να δοκιμάσουμε είναι το γκουρμέ παγωτό του Jordi Roca ενός εκ των τριών αδερφών Roca του τριάστερου εστιατορίου El Celler de Can Roca.

 

Ο Jordi είναι ο νεότερος από τους τρεις και ο πιο δραστήριος, άνοιξε δικό του παγωτατζίδικο το 2012 και από τότε η «Rocambolesc Gelateria» προστέθηκε στα αξιοθέατα της πόλης. Η τέχνη του Jordi έγινε μέχρι και ολόκληρο επεισόδιο στον τέταρτο κύκλο του «Chef’s Table» στο Netflix και το μαγαζί του απέκτησε άλλα τρία υποκαταστήματα στην Ισπανία.

 

Το μικροσκοπικό μαγαζί τους στη Ζιρόνα θα μπορούσε να έχει βγει από το σύμπαν του Γουίλι Γουόνκα ή από ταινία του Γουές Άντερσον, με παστέλ χρώματα, μηχανή για μαλλί της γριάς και περίεργες συσκευασίες και σχήματα για παγωτό ξυλάκι.

 

Ο Jordi Roca και η συνεργάτις του Ale Rivas, υπεύθυνη των γλυκών στο El Celler de Can Roca, ξεκίνησαν να προσφέρουν τα petit four γλυκά από το μενού του εστιατορίου σε μια φορητή καντίνα που περιφερόταν στους δρόμους της Ζιρόνα. Ήταν μια πρωτότυπη ιδέα που ξεκίνησε με ενθουσιασμό, αλλά δεν κατάφεραν να τη συνεχίσουν, γιατί οι κανονισμοί της πόλης δεν το επέτρεπαν, έτσι αναγκάστηκαν να τη μεταφέρουν μέσα σε ένα μαγαζί.

 

«Το πάθος μας για το παγωτό μάς έκανε να τολμήσουμε να μπούμε σε αυτό το σύμπαν», λένε, «έτσι γεννήθηκε το Rocambolesc. Σημαίνει “εξωφρενικό και απίθανο” και επειδή περιέχει το Roca στη λέξη, μάς άρεσε και το κρατήσαμε. Θέλαμε να θυμίζει σε όλους, παιδιά και μεγάλους, τον κόσμο της φαντασίας και μόλις μπαίνουν στα μαγαζιά μας να μεταφέρονται σε έναν άλλο κόσμο».

 

Ένα γκουρμέ παγωτό μηχανής και η ιστορία του μαλακού παγωτού που ανακάλυψε τυχαία ένας ιδιοφυής Έλληνας στην Αμερική
Ο Jordi είναι ο νεότερος από τους τρεις και ο πιο δραστήριος. Άνοιξε δικό του παγωτατζίδικο το 2012 και από τότε η «Rocambolesc Gelateria» προστέθηκε στα αξιοθέατα της πόλης.

 

Αυτό το έχουν πετύχει. Το μικροσκοπικό μαγαζί τους στη Ζιρόνα θα μπορούσε να έχει βγει από το σύμπαν του Γουίλι Γουόνκα ή από ταινία του Γουές Άντερσον, με παστέλ χρώματα, μηχανή για μαλλί της γριάς και περίεργες συσκευασίες και σχήματα για παγωτό ξυλάκι. Αυτό που το κάνει μοναδικό, όμως, είναι οι κάθε είδους γαρνιτούρες που συνοδεύουν το μαλακό παγωτό μηχανής που σερβίρουν σε ξυλάκι και σε κύπελλο.

 

Τα toppings είναι το πιο δυνατό σημείο τους, γιατί μετατρέπουν το παγωτό σε πλήρες επιδόρπιο υψηλού επιπέδου. Εκτός από το μαλλί της γριάς, που φτιάχνεται μπροστά στα μάτια σου και κάνει ένα πολύ ωραίο εφέ στο χωνάκι, φτιάχνουν cookies, ζαχαρωμένους σπόρους κακάο, ζαχαρωτά, popping-candies (τα καραμελάκια που σκάνε στο στόμα σου) και κέικ, που, σε συνδυασμό με ξηρούς καρπούς, φρούτα και σιρόπια κάνουν τα παγωτά έργα τέχνης. Τα φτιάχνουν μόνοι τους, καθημερινά, όπως και τα παγωτά. 

 

Κατά τα άλλα, οι γεύσεις των παγωτών μηχανής είναι ελάχιστες (μόλις έξι) και αλλάζουν ανά εποχή, με κάποιες σταθερές, που είναι και το σήμα κατατεθέν τους, όπως η σοκολάτα, που σε συνδυασμό με τα toppings μετατρέπεται σε ένα καταπληκτικό παγωτό, ίσως το καλύτερο παγωτό σοκολάτα που έχω φάει.

 

Το μαλακό παγωτό δεν είναι εύκολο να το διαχειριστείς, γιατί λιώνει γρήγορα και χάνει το σχήμα του, ειδικά στο χωνάκι. Η κοπέλα που μας σερβίρει (ντυμένη στα λευκά, με μια ποδιά με λουλούδια) μας προτείνει τις φουλ εκδόσεις που τους έχουν επιμεληθε πολύ προσεκτικά, γιατί οι συνδυασμοί είναι όντως εξαιρετικοί: πρόβειο γιαούρτι με σάλτσα καραμέλας, μαρμελάδα γκουάβας και μαλλί της γριάς, παγωτό βανίλια με τσιπ καραμέλας, αφράτο σοκολατένιο παντεσπάνι και σάλτσα κακάο, παγωτό ψημένου μήλου με καραμελωμένο και ψημένο μήλο και μπισκότο βουτύρου, σορμπέ σύκου με φιλέ αμυγδάλου, γαλλικό κέικ αμυγδάλου και μαρέγκα λεβάντας, σορμπέ μπανάνα με μαλακή καραμέλα καρύδας, σύννεφο βανίλιας και pops ρυζιού με σοκολάτα γάλακτος, παγωτό ραβέντι, κάστανο και ρόδι με μαρόν γλασέ, φλογισμένη μαρέγκα και τραγανά μίνι κορνέ.

 

Πήρα το παγωτό σοκολάτα που έτρωγαν σχεδόν όλοι όσοι έβγαιναν από το μαγαζί, μετά από μισάωρη αναμονή στην ουρά: μαλακό παγωτό σοκολάτα με καραμελωμένους σπόρους κακάο, popping candy, μπισκότο σοκολάτας και λιωμένη σοκολάτα που μόλις παγώσει γίνεται τραγανή.

 

 

Το ενδιαφέρον με το παγωτό μηχανής που ο Jordi κατάφερε να κάνει γκουρμέ είναι ότι το επινόησε ένας Έλληνας στην Αμερική, ο Τομ Κάρβελ, ο οποίος το εφηύρε εντελώς τυχαία.

 

Οι γονείς του Αθανάσιου Θωμά Καρβέλα μετανάστευσαν από την Αθήνα στη Νέα Υόρκη το 1910, όταν ο Θωμάς ήταν τεσσάρων χρονών. Μεγαλώνοντας, αναζήτησε το αμερικανικό όνειρο ως ντράμερ σε ένα συγκρότημα και μετά έγινε οδηγός-δοκιμαστής για αυτοκίνητα μάρκας Studebaker.

 

Το 1932, με δεκαπέντε δολάρια δανεικά από την Agnes Stewart, τότε φίλη του και μέλλουσα γυναίκα του, αγόρασε ένα μεταχειρισμένο φορτηγό, μεταποίησε την καρότσα του και γύριζε στους δρόμους, πουλώντας παγωτό. Στις 30 Μαΐου του 1934, Ημέρα Μνήμης στις ΗΠΑ, ο Θωμάς (που είχε γίνει πια Τομ Κάρβελ) είχε φορτώσει το φορτηγό με παγωτό, αλλά στον δρόμο τον έπιασε λάστιχο και αναγκάστηκε να το ακινητοποιήσει στην άκρη του δρόμου. Το παγωτό άρχισε να λιώνει και ο Τομ έτρεξε στο κοντινότερο κατάστημα (ένα εργαστήριο κεραμικής) για να δανειστεί ρεύμα και να σώσει το παγωτό του.

 

Επιστρέφοντας στο φορτηγό, είδε κόσμο μαζεμένο, που περίμενε να αγοράσει παγωτό, έτσι άρχισε να τους δίνει το παγωτό που είχε μαλακώσει. Η κατά τύχη καινοτομία ενθουσίασε τους πελάτες που ρωτούσαν τι «μαλακό παγωτό» είναι αυτό, γιατί μέχρι τότε στην Αμερική ήταν αποκλειστικά σκληρής υφής, υπερβολικά παγωμένο. Η ουρά γρήγορα έγινε τεράστια και ο Τομ ξεπούλησε το παγωτό, κερδίζοντας 3.500 δολάρια, ποσό τεράστιο για εκείνη την εποχή.

 

Η απρόσμενη επιτυχία του μαλακού παγωτού τον οδήγησε στην τελειοποίησή του, φτιάχνοντας μια μηχανή που διατηρούσε το παγωτό με μαλακή υφή σε χαμηλές θερμοκρασίες, χωρίς να το παγώνει εντελώς, και κατοχύρωσε την ευρεσιτεχνία. Δύο χρόνια αργότερα αγόρασε το εργαστήριο κεραμικής που του είχε προμηθεύσει το ρεύμα και το μετέτρεψε στο πρώτο σημείο πώλησης του παγωτού Carvel. Ο Τομ Κάρβελ έγινε ο πρώτος άνθρωπος στον κόσμο που επινόησε αυτό που πλέον γνωρίζουμε ως «παγωτό μηχανής». 

 

Ο Τομ ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος – εκτός από το μαλακό παγωτό, ήταν ο πρώτος που έφερε στην αγορά τη λογική του «buy one, get one free», του δώρου με την αγορά ενός προϊόντος. Ανέβασε τις τιμές του παγωτού του και έδινε και ένα παγωτό δώρο στον πελάτη, δημιουργώντας του έτσι την ψευδαίσθηση ότι αγοράζει κάτι φθηνότερο. Επιχειρηματικά ήταν ένας θρίαμβος, γιατί η επιχείρησή του άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία.

 

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ξεκίνησε να πουλάει τις μηχανές του σε όλες τις ΗΠΑ αλλά και να επισκέπτεται προσωπικά όλους τους πελάτες του για να τους εκπαιδεύσει, δείχνοντάς τους τη σωστή χρήση της μηχανής. Ήταν ένας από τους προδρόμους του franchise και το 1947 κατοχύρωσε το εμπορικό σήμα της αλυσίδας του, ιδρύοντας δική του σχολή για να εκπαιδεύει τους υπαλλήλους του.

 

Το 1981 στην Αμερική υπήρχαν 700 καταστήματα Carvel και ο Τομ έγραψε ιστορία λόγω της ιδιοφυΐας του σε θέματα μάρκετινγκ. Πίστευε ότι η εικόνα έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην προώθηση των προϊόντων και γι’ αυτό ήταν ο πρώτος γενικός διευθυντής εταιρείας που από το 1955 πρωταγωνιστούσε σε διαφημιστικά στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο.

 

«Μπορείς να βρεις έναν ψηλό, όμορφο εκφωνητή με τέλεια φωνή, τέλεια προφορά και την τέλεια γραμματική. Αλλά πολλοί λίγοι αγοραστές παγωτού μοιάζουν με αυτούς. Τα διαφημιστικά μας απευθύνονται σε ανθρώπους που μοιάζουν μ' εμάς, μιλούν σαν κι εμάς και ακούγονται σαν κι εμάς», δήλωσε στους «Times» το 1985.

 

Λίγα χρόνια αργότερα, όταν ρωτήθηκε γιατί αποφάσισε να γίνει ο ίδιος το κεντρικό πρόσωπο της διαφημιστικής του καμπάνιας, είπε με ειλικρίνεια «επειδή δεν μπορούσα να βρω κάποιον φθηνότερο από εμένα…». 

 

tom carvel
Ο Τομ ήταν ένας πανέξυπνος άνθρωπος. Εκτός από το μαλακό παγωτό, ήταν ο πρώτος που έφερε στην αγορά τη λογική του «buy one, get one free», του δώρου με την αγορά ενός προϊόντος. Φωτ.: NY Daily News Archive via Getty Images/Ideal Image

 

Ο Τομ Κάρβελ έκανε πολλές πρωτοπόρες κινήσεις που αργότερα υιοθετήθηκαν απ' όλους: τοποθέτησε ψυγεία με τη φίρμα του σε διάφορους χώρους, δημιούργησε το παγωτό-σάντουιτς και πρότεινε «επετειακά» παγωτά για εορταστικές μέρες. Δημιούργησε πρώτος το παγωτό χωρίς λιπαρά και το παγωτό γιαούρτι. Εγκαινίασε το πρώτο σούπερ-μάρκετ παγωτού. 

 

Σε οποιαδήποτε συνέντευξή του, όταν τον ρωτούσαν αν σκέφτεται κάποια στιγμή να συνταξιοδοτηθεί, απαντούσε αγριεμένος: «Να πάρω σύνταξη; Γιατί; Αφού δεν δουλεύω. Αυτό το λέτε εσείς δουλειά; Το να μπορείς να σηκώνεσαι κάθε μέρα, κάθε πρωί, και να κάνεις κάτι που απολαμβάνεις και αγαπάς, δεν είναι δουλειά!». 

 

Ο «πατριάρχης» του παγωτού μηχανής, με τη χαρακτηριστική εμφάνιση, εξελίχθηκε σε καλτ φιγούρα της αμερικανικής τηλεόρασης. Τη δεκαετία του ’70 εξέδιδε διαφημιστικά κόμικς και το όνομά του υπάρχει σε τραγούδια. Τα παγωτά της εταιρείας Carvel εμφανίστηκαν σε τηλεοπτικές σειρές και σε επεισόδια των Simpsons και σε ένα σκετς της εκπομπής «Saturday Night Live». 

 

Ο Τομ Κάρβελ παντρεύτηκε, αλλά δεν έκανε παιδιά. Πέθανε στη Νέα Υόρκη στις 21 Οκτωβρίου 1990, ενώ κοιμόταν, αφήνοντας πίσω του 400 καταστήματα σε ολόκληρο τον κόσμο.