Ως σκηνοθέτης, προτιμούσε το περιεχόμενο από το στιλ. Ως ηθοποιός, μπορούσε να παίξει τα πάντα, απαλλαγμένος από νέος από το βάρος της φωτογενούς ομορφιάς.
Ως σκηνοθέτης, προτιμούσε το περιεχόμενο από το στιλ. Ως ηθοποιός, μπορούσε να παίξει τα πάντα, απαλλαγμένος από νέος από το βάρος της φωτογενούς ομορφιάς.

 

Από τις λίστες με τους ηθοποιούς που βραβεύτηκαν με Όσκαρ σκηνοθεσίας, ποτέ δεν παραλείπουμε τον Γουόρεν Μπίτι, τον Μελ Γκίμπσον, τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ και τον Κέβιν Κόσνερ, αλλά πάντα μας διέφευγε ο Ρίτσαρντ Άτενμπρο, ή Ατέμπορο ελληνιστί, ο πιο υπεύθυνος και ευσυνείδητος εργάτης του αγγλικού κινηματογράφου.

 

Ίσως γιατί το πλατύ, διεθνές κοινό δεν τον ταύτισε με κάποιον συγκεκριμένο ρόλο (με την εξαίρεση του στοργικού παππού αλλά πλανεμένου επιχειρηματία στο Jurassic Park του Στίβεν Σπίλμπεργκ), αλλά με το Γκάντι, το ευγενές, ευαίσθητο και φιλειρηνικό έπος που "ανέβασε" στην μεγάλη οθόνη, υπογράφοντας την παραγωγή και την σκηνοθεσία, με κόπο, θυσίες και βάσανα, αλλά με τεράστια εμπορική, ηθική και καλλιτεχνική ανταμοιβή.

 


Πριν από το φιλμ των 8 Όσκαρ (τη χρονιά που κέρδισε τον Εξωγήινο, του Στίβεν Σπίλμπεργκ και πάλι), υπήρξε από τα πλέον οικεία πρόσωπα στους Βρετανούς σινεφίλ επί 40 συναπτά χρόνια πριν από το Γκάντι, έχοντας παίξει πάμπολλους χαρακτήρες στο μεταπολεμικό σινεμά της χώρας του, χωρίς να διστάζει να δοκιμαστεί στις ΗΠΑ αλλά και σε πιό καλλιτεχνικές ταινίες, όπως το θαυμάσιο Chess Players του Σατγιατζίτ Ρέϊ.

 

Για να του εμπιστευτούν τα κεφάλαια για το Γκάντι, είχε αποδείξει με το ιστορικό Young Winston (1972) και το πολεμικό Bridge Too Far (1977), πως ήταν ικανός να χειριστεί πολλούς ηθοποιούς, ακόμη περισσότερους κομπάρσους, συνεργεία, τοποθεσίες, εποχές και λογιστικά προβλήματα με αφηγηματική αποτελεσματικότητα.


Ωστόσο, αν πιστέψουμε τα Όσκαρ, ως σκηνοθέτης έμελλε να καταξιωθεί. Και γύρισε ουκ ολίγες ταινίες, πριν και μετά τη διπλή βράβευση του. Ανάμεσα σ' αυτές, την επίσης ευγενικά φιλελεύθερη Κραυγή Ελευθερίας για τον αγωνιστή Μπίκο, το νερόβραστο In Love and War, το μεγαλεπήβολο Τσάπλιν που αξίζει μόνο για την ιδιοφυΐα του Ρόμπερτ Ντάουνι, και το πολύ έξυπνο μελόδραμα Shadowlands, με την Ντέμπρα Γουίνγκερ και τον αγαπητό του Άντονι Χόπκινς.

 

Ως σκηνοθέτης, προτιμούσε το περιεχόμενο από το στιλ. Ως ηθοποιός, μπορούσε να παίξει τα πάντα, απαλλαγμένος από νέος από το βάρος της φωτογενούς ομορφιάς. Ως προσωπικότητα, βοήθησε με την παρουσία του και τις συντονισμένες κινήσεις του τη βρετανική βιομηχανία, με παραγωγές, lobbying, φιλανθρωπίες και συμμετοχές σε επιτροπές, πάντα με έναν καλό λόγο και πολύ συναίσθημα. Γι' αυτή την πλευρά του, τιμήθηκε παντοιοτρόπως στη χώρα του: Sir, Lord, πρόεδρος στο Channel 4 και Fellow στην Βρετανική Ακαδημία, αν και για τους συνομιλητές του και τον κόσμο, ήταν, χαϊδευτικά, ο Lord Dickie. Οι Αμερικανοί τον αποδέχθηκαν και τον εμπιστεύτηκαν για την πειθώ και την απλότητα του, το ιδιαίτερο ταλέντο του να στρογγυλεύει μεγάλα σενάρια, χωρίς να τα ευτελίζει.


Έφυγε πλήρης ημερών στα 90 του χρόνια, ευρέως καταξιωμένος αλλά βαθιά πικραμένος, αδυνατώντας να συνέλθει από το χαμό της κόρης και της εγγονής του στο φονικό τσουνάμι της Ταϊλάνδης το 2004. Έκτοτε, δεν έπαιξε στο σινεμά και αποτραβήχτηκε στο σπίτι του στο Λονδίνο. Τα τελευταία νέα γύρω από τη υγεία του μετέδιδε ο αδελφός του, διάσημος ντοκιμαντερίστας Ντέϊβιντ Άτενμπρο, το επώνυμο του οποίου παράφρασε η Αθηνά-Ραχήλ Τσαγγάρη, ως Άτεμπεργκ.