1.

Nεκρός στρατιώτης στη Μικρασιατική Εκστρατεία... Φωτ.: Studio Νικολέρης/ LIFO
Nεκρός στρατιώτης στη Μικρασιατική Εκστρατεία... Φωτ.: Studio Νικολέρης/ LIFO

 

 

Μαρτυρία Παναγιώτη Μαρσέλου

 

Τον Αύγουστο του 1922 ήμουν στρατιώτης στη Θράκη. Ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο, που γίνονταν η οπισθοχώρηση της Μικρασίας, μας πήγαν στη Σμύρνη κι από κει στη Μαγνησιά. Δεν προχωρούσαμε άλλο, γιατί ο στρατός είχε οπισθοχωρήσει.

 

Πήραμε κάτι κατάδικους και τους κατεβάσαμε στη Σμύρνη και πήγα εν τω μεταξύ να δω τους γονείς μου. Εκεί με κλείσαν τα τουρκικά στρατεύματα. Δεν μπόρεσα να φύγω. Ξαναγκάστηκα και ντύθηκα πολίτης. Πήγαμε σε κάποιο γαλλικό εργοστάσιο και φυλαχτήκαμε μέχρι δέκα μέρες. 

 

Στο διάστημα αυτό είχε αρχίσει το κακό∙ σκοτώναν, λεηλατούσαν, ατίμαζαν κορίτσια κ.λπ. Έβαλαν και τη φωτιά. Οι Γάλλοι μας βγάλαν από το εργοστάσιο. Αναγκαστήκαμε και πήγαμε στο σπίτι μας.

 

Όταν μπήκαν τα τουρκικά στρατεύματα μέσα στη Σμύρνη και άρχισαν και σκοτώναν και λεηλατούσαν, στα Ταμπάχανα επαρουσιάσθη μια πυρκαγιά. Έτρεξαν οι αντλίες να τη σβήσουν, αλλά, δυστυχώς, αντί να τη σβήσουν, την άναβαν περισσότερο∙ έριχναν πετρέλαια και βενζίνες.

 

Η φωτιά προχωρούσε. Ο κόσμος, που ήταν χωμένος μέσα στα σπίτια, εξαναγκάστηκε και βγήκε στους δρόμους και τραβήξαν όλοι στην παραλία. Στο λεγόμενο «Κορδόνι» συγκεντρώθηκε όλος ο πληθυσμός. Και εκεί έφταξε η φωτιά. 

 

Από τη μια μεριά και την άλλη του δρόμου είχαν βάλει φωτιές. Όταν έφταξε η φωτιά κι εκεί, ο κόσμος προσπαθούσε να βγεί όξω από την πόλη, πηγαίνοντας στη φρουρά κοντά. Οι φρουροί τούς σκοτώναν και δεν τους άφηναν να σπάσουν τη ζώνη, να βγούνε όξω και να φύγουν από κει.

 

Από την άλλη μεριά ήταν η φωτιά, δεν μπορούσαν να περάσουν, να φύγουν. Τότε, όσοι ξέραν μπάνιο, πέφταν στη θάλασσα. Αν τους βλέπαν οι Τούρκοι, τους σκότωναν μέσα εκεί. Εάν δεν τους βλέπαν, έφταναν στα συμμαχικά πολεμικά καράβια που ήταν αραγμένα και υποστήριζαν τους Έλληνες. Τους άφηναν και σκαρφαλώναν απάνω στα καράβια και μόλις μπαίναν μέσα, τους ξανάριχναν στη θάλασσα! Άλλοι πνιγόντουσαν κι άλλοι έβγαιναν πάλι όξω. Οι Άγγλοι, οι Γάλλοι και Ιταλοί καθόντουσαν στα καφενεία και γλεντούσαν.

 

Κάποια στιγμή έσπασε η ζώνη και άφησαν τον κόσμο να βγει προς τα όξω. Μετά από δυο-τρεις ημέρες ήρθε μια διαταγή να κατεβούν στην παραλία για να φύγουνε. Διώξαμε τον πατέρα μας, τη μητέρα μας, την αδελφή μας για την παραλία και μείναμε εκεί τα δύο αδέλφια. Μετά από μια ώρα φύγαμε κι εμείς και πήγαμε προς την παραλία. 

 

Φτάνοντας στην Πούντα μας πιάσαν Τούρκοι πολίτες και μας κλείσαν μέσα σε κάτι φυλακές. Κατά τις δέκα η ώρα το βράδυ μας βγάλαν και μας πήγαν στο εστιατόριο.

 

Η σφαγή συνέχιζε∙ γδύναν, παίρναν ρούχα, παπούτσια. Αφήναν τον κόσμο, που δεν εσκότωναν, γδυτό.

Κατεβαίνω στο ποτάμι και πάω σε μια γούβα που είχε νερό μέσα, αλλά κι ένα ελληνικό πτώμα που από την πολυκαιρία είχε πρηστεί και είχε σπάσει. Ωστόσο, δεν άντεχα τη δίψα∙ ήπια και γέμισα ένα καπέλο και το πήγα στον αδελφό μου. Ήπιε κι εκείνος και τα λίπη από το σπασμένο πτώμα κολλούσαν στα χείλη μας!

 

Το πρωί συγκεντρωθήκαμε πέντε χιλιάδες αιχμάλωτοι. Περνούσαμε από τους τουρκομαχαλάδες. Περάσαμε και από την Οβριακή. Οι Οβραίοι μας αποδοκίμαζαν χειρότερα από τους Τούρκους. Φτάξαμε στον Άγιο Κωνσταντίνο, στα Χιώτικα, όπου άρχισε η μεγάλη σφαγή. 

 

Μέσα στις πέντε χιλιάδες ήταν και πενήντα παπάδες. Πρώτα πρώτα άρχισαν να σφάζουν τους παπάδες.

 

Φτάσαμε στον Κουκλουτζά από κάτω, στον δημόσιο δρόμο. Πιάνει ένας Τούρκος έναν παπά∙ ο παπάς, βλέποντας τον θάνατό του, κατορθώνει και παίρνει το μαχαίρι του Τούρκου και τον βάζει κάτω για να τον σφάξει. Τρέξαν τότε οι Τούρκοι αξιωματικοί και γλύτωσαν τον Τούρκο. Φέραν τον παπά πάλι μαζί μας. Δεν πρόλαβε να πάει πέντε βήματα και τον σκοτώσαν. Εκεί, στην ίδια τοποθεσία, έγινε μεγάλη πανωλεθρία. 

 

Ξαναγκάστηκε ο αδελφός μου και μου λέει: «Θα πέσω κάτω να με σκοτώσουν, γιατί δεν πρόκειται να ζήσουμε». Του λέω να κάνει υπομονή, και αν είναι το τυχερό μας, θα μας σκοτώσουνε. 

 

Η σφαγή δεν σταματάει. Προχωρούμε για το Μπουνάρμπασι, όπου φθάσαμε το βράδυ και μας βάλανε σε συρματοπλέγματα. Άρχισαν και παίρναν πέντε πέντε και πηγαίναν και τους σφάζαν.

 

Είχα μαζί μου ένα ψωμί και μέσα είχα μερικά λεπτά. Ήρθε κάποιος και έκοψε το ψωμί και βρήκε τα λεπτά και άρχισε και χτύπαγε τον κόσμο να μαρτυρήσουν ποιανού ήταν το ψωμί. Κανείς δεν μίλησε και δεν μπόρεσε να ανακαλύψει τίνος ήταν το ψωμί. 

 

Αφού ο Τούρκος δεν έβρισκε αυτόν που είχε το ψωμί, ήθελε να βρει κανένα ζευγάρι παπούτσια. Έψαξε στα πόδια μου, γιατί ήμουν κοντά στο ψωμί, βλέπει τα παπούτσια μου που τα είχα κόψει, γιατί με στένευαν, και με αρχινάει με το ξίφος στους ώμους.

 

Η σφαγή εξακολουθούσε μέχρι το πρωί. Το πρωί φύγαμε από το Μπουνάρμπασι. Άρχισαν και γδύναν όλους, και τον αδελφό μου. Φτάνοντας ανάμεσα Μπουρνόβα και Μαγνησιά ήταν μια βρύση. Είχαμε τρεις μέρες να πιούμε νερό. Σταματούμε στη βρύση και διατάζουν τον κόσμο να πάει να πιει νερό. 

 

Μόλις πήγε ο κόσμος στη βρύση να πιει λίγο νερό, έβαλαν οι Τούρκοι το πολυβόλο και άρχισαν και σκότωναν γραμμή. Εγώ, βλέποντας αυτό, κατεβαίνω στο ποτάμι και πάω σε μια γούβα που είχε νερό μέσα, αλλά κι ένα ελληνικό πτώμα που από την πολυκαιρία είχε πρηστεί και είχε σπάσει. Ωστόσο, δεν άντεχα τη δίψα∙ ήπια και γέμισα ένα καπέλο και το πήγα στον αδελφό μου. Ήπιε κι εκείνος και τα λίπη από το σπασμένο πτώμα κολλούσαν στα χείλη μας!

 

Μετά, κινήσαμε για τη Μαγνησιά. Εφτάξαμε το βράδυ και παραμείναμε εκεί. Έναν-έναν μας γδύσαν, όπως μας γέννησε η μάνα μας, και ψάχναν όλα τα μέρη των ρούχων, μήπως βρουν χρήματα. Το πρωί μπήκαμε μέσα στη Μαγνησιά. Εμαζεύτηκαν όλοι οι Τούρκοι με σίδερα στα χέρια, με σπαθιά, και στάθηκαν από τη μια κι από την άλλη άκρια του δρόμου που θα περνούσαμε, και ανεβοκατέβαζαν τα σίδερα και τα σπαθιά και όποιος πρόφταινε κι έσκυβε είχε καλώς, όποιος δεν πρόφταινε τον σκότωναν.

 

Ύστερα μας βαλαν στις αποθήκες κάποιου εργοστασίου. Οι αποθήκες αυτές ήταν από ασβέστη. Όπως επατούσαμε μέσα, σηκωνόταν η σκόνη του ασβέστη και με την αναπνοή μας απορροφούσαμε τη σκόνη του. Είχαν κάνει εγκαύματα τα χείλη μας και το στόμα μας. Δεν άκουγες τίποτε άλλο παρά μόνο τη φράση: «Θεέ μου, νερό!».

 

Σε τρεις μέρες μας βγάλανε, να μας ποτίσουν.

 

Στο προάυλιο του εργοστασίου ήταν μια στέρνα∙ μέσα σ’ αυτή έτρεχαν τα ζεστά νερά του εργοστασίου, ενώ δίπλα είχε ένα αποχωρητήριο, που οι ακαθαρσίες του έπεφταν μέσα στη στέρνα. Μας πήγαιναν τρεις-τρεις και πίναμε νερό.

 

Ο προορισμός των αιχμαλώτων ήταν μέχρι τη Μαγνησιά. Εκεί ήρθε κάποια διαταγή να σταματήσει ο σκοτωμός και να καταγραφούν οι αιχμάλωτοι. Από τις πέντε χιλιάδες είχαμε μείνει χίλιοι∙ οι τέσσερις χιλιάδες σκοτώθηκαν στον δρόμο. 

 

Έπρεπε να φύγουμε από τη Μαγνησιά και μας βάλαν κατά τετράδες. Στο μέσον βρισκόμουν εγώ και ο αδερφός μου. Όπως βαδίζαμε, έρχονται και κόβουν τους μισούς. Εάν παίρναν μια τετράδα ακόμη, θα παίρναν εμένα και τον αδερφό μου.

 

Τώρα από τις πέντε χιλιάδες μείναν μόνο πεντακόσιοι. Μας δίνουν από εκατό δράμια μπομπότα και ετοιμαζόμαστε να προχωρήσουμε για το Αϊδίνι. Εδιψάγαμε πάρα πολύ. Εκεί που στεκούμαστε, έρχεται ένας Τούρκος και αρχινάει να με γδύνει. Μου τα πήρε όλα και με αφήνει με ένα σωβρακάκι, το οποίο ζητησε να μου το πάρει κι εκείνο, αλλά τον είπα: «Δεν είναι ντροπή να με γδύσεις τελείως και να περνάω να με βλέπουν οι γυναίκες σας και τα κορίτσια σας;». Εκείνος μου είπε: «Περίμενε να σου φέρω ένα παλιό να μου δώσεις αυτό». Εγώ έπιασα και το έσκισα σε μερικές μεριές και το εγλύτωσα, αυτό κι ένα ζωνάρι, που το έβγαλα και το επρόσφερα σ’ έναν Τούρκο για να μου δώσει λίγο νερό. Ο Τούρκος πήρε το ζωνάρι και μου λέει: «Άνοιξε το χέρι σου». Ανοίγω το χέρι μου με τις δύο φούχτες να μου ρίξει νερό, και μου λέει: «Όχι και τις δύο φούχτες, μόνο τη μία!». Μου έριξε λίγο νερό και αφού ήπια, τον λέω: «Δεν μου βάνεις λίγο να δώσω και στον αδερφό μου;». Και μου λέει: «Άνοιξε τη φούχτα σου». Μου έριξε λίγο∙ άρχισα και φώναζα τον αδερφό μου: «Τρέχα να πιεις νερό». Ώσπου να έρθει κοντά μου, το νερό είχε φύγει από την παλάμη μου και, για να δροσιστεί, έγλυφε το χέρι μου.

 

Αναχωρήσαμε για το Αϊδίνι. Μου λέει ένας τσαούσης να πάρω τον γυλιό του, να τον σηκώνω εγώ, και δύο σακίδια. Του λέω: «Να δώσω τα σακίδια του αδελφού μου;». «Δώσ’ του τα» μου λέει.

 

Όπως βαδίζαμε, βρίσκομε μια λίμνη. Ο αξιωματικός μάς λέει: «Πιέστε νερό, νιφτείτε και ξεκουραστείτε».

 

Ήπιαμε νερό και ξεκουραστήκαμε. Μόλις κινήσαμε να φύγουμε, δύο αιχμάλωτοι προχώρησαν μέσα στη λίμνη. Τους λέει ο αξιωματικός: «Βγείτε όξω!». Όσο τους έλεγε «βγείτε όξω», τόσο εκείνοι προχωρούσαν μέσα. Διατάζει τους στρατιώτες και τους σκοτώνουν.

 

Αυτό το κάναν οι αιχμάλωτοι για να πεθάνουν μέσα σε νερό δροσισμένοι, ευχαριστημένοι...

 

Στο στόμα μου εφόραγα χρυσά δόντια. Οι Τούρκοι, όταν δεν εύρισκαν τίποτε άλλο για να πάρουν, ζητούσαν να βγάζουν τα δόντια των αιχμαλώτων.

Ήρθαν να με πιάσουν, να με σφάξουν, για να μου βγάλουν τα δόντια. Εγώ τους έλεγα: «Γιατί να με σφάξετε; Αφήστε να βγάλω εγώ τα δόντια μου και να σας τα δώσω». Ξαναγκαζόμουν και έπαιρνα μόνος μου πέτρα και εβάραγα μέσα στο στόμα, για να τα βγάλω.

 

Ήρθαν να με πιάσουν, να με σφάξουν, για να μου βγάλουν τα δόντια. Εγώ τους έλεγα: «Γιατί να με σφάξετε; Αφήστε να βγάλω εγώ τα δόντια μου και να σας τα δώσω».

 

Ξαναγκαζόμουν και έπαιρνα μόνος μου πέτρα και εβάραγα μέσα στο στόμα, για να τα βγάλω. Αλλά εστάθη αδύνατο.

 

Εφτάξαμε στο Ντεμίσι. Εκεί μας βγάλαν τη νύχτα να μας ποτίσουν. Εχώρισαν εμένα από τον αδερφό μου και έναν Οντεμίση και μας βγάλαν μια κατηγορία ότι επήγαμε στο χωριό, ερίξαμε χειροβομβίδες και εκάναμε ζημιές. Μας χώρισαν από τους άλλους αιχμαλώτους. Έβαλαν χωριστή φρουρά και μας φυλούσε.

 

Έρχεται τη νύχτα ένας τσαούσης μ’ ένα σπαθί στα χέρια, και μας λέει: «Εσείς οι δυο είσαστε αδέρφια, να σκοτώσω τον ένα, και να πάει ο άλλος στο σπίτι του, εάν γλυτώσει στον δρόμο». Εσηκώθηκε ο αδερφός μου και του λέει: «Σφάξε εμένα». Όταν είδε ο τσαούσης αυτό, λέει στον αδερφό μου: «Κάθισε χάμω». Και λέει εμένα: «Σήκω απάνω, εσύ βρε!» Εσηκώθηκα απάνω, ασφαλώς περιμένοντας τον θάνατό μου, αλλά μου λέει: «Δάγκασε το αυτί του Οντεμισλή, να του το κόψεις με τα δόντια σου». Τι να έκανα εγώ; Εξαναγκάστηκα και του δάγκωσα λίγο το αυτί και τον έσπρωχνα με το γόνατό μου ώστε να φωνάζει.

 

Αλλ’ αυτός δεν μιλούσε καθόλου και ο τσαούσης το κατάλαβε. Σηκώνει τότε το σπαθί και μου λέει: «Κερατά γκιαούρη, με κοροϊδεύεις». Αλλά προτού κατεβάσει το σπαθί, ξαναγκάστηκα να δαγκώσω δυνατότερα το αυτί του και, από τους πολλούς τους πόνους, ο άνθρωπος εφώναζε από τη γη ως τον ουρανό.

 

Μας άφησε και έφυγε ο τσαούσης. Μετά από δέκα λεπτά ήρθανε και σφάξανε τον Οδεμισλή!

 

Εμείς εκείνη τη στιγμή περιμέναμε τη σειρά μας! Αλλά –η τύχη μας– δεν μας πείραξαν. Το πρωί μας βάλαν έναν άλλο σκοπό και μας φύλαγε. Αυτός ήτανε ένας άνθρωπος του Θεού και μας έλεγε: «Τις ελπίδες σας στον Θεό, και μη φοβόσαστε».

 

Ήρθε ο αξιωματικός∙ σηκώνεται ο αδερφός μου και παρουσιάζεται και του λέει: «Φέρτε τον μουχτάρη και αν έχομε κάνει τίποτα στο χωριό, ας μας σκοτώσουν». Λέει ο αξιωματικός: «Ζητάς τώρα να βρεις το δίκιο σου; Πού θα το ’βρεις; Μπείτε μέσα στους πολλούς, να γλυτώσετε, να φύγετε!». 

 

Αφού γλυτώσαμε απ’ αυτή την περιπέτεια, πάει ένας Αρμένης και με προδίνει ότι φορούσα χρυσά δόντια.

 

Έρχεται ένας τσαούσης με τον Αρμένη μαζί. Είχαν μια τανάλια κι ένα σκεπάρνι, με ρίχνουν κάτω και πιάνει ο Αρμένης και μου βγάνει τα δόντια. Αλλά πάλι ήμουν ευχαριστημένος, που γλύτωσα τη ζωή μου. Για δώρο, που μου πήρε τα δόντια, μου έφερε ένα ζευγάρι τσόκαρα.

 

Μετά αναχωρήσαμε από εκεί, εφτάξαμε σ’ ένα άλλο χωριό και μας βάλανε μέσα σε ένα δωμάτιο, να κοιμηθούμε το βράδυ.

Το δωμάτιο δεν μας έπαιρνε, ήταν ο ένας απάνω στον άλλο. Το βράδυ άνοιξαν την πόρτα και πήραν δέκα νοματαίους ότι θα τους πάνε να μας φέρουν ψωμί, αλλά δεν ξαναγύρισαν. Δίπλα υπήρχε και ένα άλλο δωμάτιο, ταβανωμένο. Ανέβηκαν μερικοί να μπορέσουν να ξεκουραστούνε λιγάκι. 

 

Όταν ανέβηκε ο αδερφός μου, μου φωνάζει και εμένα. Ανέβηκα ως τη μέση του τοίχου και έξαφνα έπεσε ένας πυροβολισμός στον πληθυσμό. Εγώ, ακούγοντας τον πυροβολισμό, αφήνω τα χέρια μου και πέφτω κάτω. Πέφτω απάνω σε τρεις σκοτωμένους. Αλλά εγώ δεν το κατάλαβα ότι ήταν σκοτωμένοι, αιματώθηκα όλος. Ο αδελφός μου, γλέποντας εμένα να πέφτω, του εφάνηκε ότι με σκότωσαν και ξαναγκάζεται κι αυτός και πέφτει από το ταβάνι και μου φωνάζει: «Σε χτύπησαν;».

 

«Δεν ξέρω», του λέω, «κάτι υγρασία αισθάνομαι επάνω μου, αλλά δεν ξέρω». Με έπιασε να δει αν είμαι χτυπημένος∙ είδε τα αίματα. «Πάντως», μου λέει, «δεν φαίνεται τίποτα». Το πρωί είδαμε τους σκοτωμένους που έπεσα επάνω τους. 

 

Μας βράσαν λίγο σιτάρι και μας πήγαν να φάμε. Ετρώγαμε ανά δέκα σε μισό δοχείο του πετρελαίου. Όπως βρισκόμαστε πεινασμένοι –είχαμε περίπου έναν μήνα να φάμε–, έριξαν τα χέρια τους όλοι μέσα στον τενεκέ για να προλάβουν να φάνε από μια φούχτα ο καθένας, και όλοι εζεματίστηκαν τα χέρια τους, και έμειναν με ένα χέρι, ακόμη βγήκαν και τα νύχια τους.

 

Μετά φύγαμε απ’ αυτού και βαδίζαμε προς το Αϊδίνι.

 

Στον δρόμο που πηγαίναμε οι μαχαζάρες (τούρκικη λέξη «mahazar» που σημαίνει τον έτοιμο, τον ικανό να κάνει κάτι. Εδώ χρησιμοποιείται στην έννοια του φρουρού, που είναι έτοιμος και ικανός να εκτελέσει τα σχετικά του καθήκοντα) που μας φυλάγανε, επούλαγαν τους αιχμαλώτους. Επούλαγαν δύο αιχμαλώτους ένα κυδώνι!

 

Στο αναμεταξύ αυτό, οι πολίτες επήραν έναν, του κόψαν μύτες, αυτιά και άλλα, κατόπιν έμπηξαν ένα παλούκι στη γη μυτερό και τον έβαλαν διά της βίας επάνω. Εμπήκε το παλούκι μέσα του και κατόπιν του ’βαλαν φωτιά και τον κάψανε.

 

Εφθάσαμε στο Αϊδίνι. Επήρανε κι εκεί αρκετούς και τους σφάξανε. Μετά προχωρήσαμε, περάσαμε απ’ τον Αξέ. Επήραν κι εκεί μερικούς τους οποίους έσφαξαν και εφτάξαμε στο Ναζλί. Εκεί μας καταγράψανε, ευρήκαμε και άλλους και κάθε πρωί μας δίνανε στους πολίτες τους Τούρκους και εργαζόμαστε με ξύλο και με πείνα. Με πήραν και με πήγαιναν για το Μπουλαντάνι. Ξαναγκαστικώς ήρθε και ο αδερφός μου μαζί για να μη χωρίσουμε. Μέσα στον χειμώνα, στη βροχή, στον κατακλυσμό, προχωρούσαμε. Εφτάσαμε. Εκεί μας βάλαν σ’ έναν στάβλο μέσα και όπως ήμαστε γδυτοί, το πρωί μας βγάλαν για εργασία μέσα στα χιόνια. Επρήστηκε το κεφάλι μου, που από το πρήξιμο το πολύ δεν μπορούσα να το στερεώσω στον λαιμό μου. 

 

Ετυραννίστηκα περίπου έναν μήνα. Κατόπιν μας παίρνουν και μας φέρνουν πίσω στο Ναζλί, γιατί θα περνούσε Επιτροπή για να πάρει τους Έλληνες υπηκόους. 

 

Αφού κατεβήκαμε κάτω, μας παίρνουν οι Τούρκοι και μας πάνε στον ποταμό Μαίανδρο, δήθεν ότι θα κάναμε μπάνιο και θα πλέναμε τα ρούχα μας. Και τι ρούχα να πλύνομε, που δεν είχαμε τίποτα! Αλλά αυτά τα κάναν για να μη μας βρει η Επιτροπή και μας πάει στην Ελλάδα, επειδή είμαστε Έλληνες υπήκοοι. Γενάρης ήτανε∙ έβρεχε και χιόνιζε και μας είχαν στο ύπαιθρο. Για να αποφύγουμε λίγο τη βροχή, είχαμε ένα παλιοτσούβαλο στην πλάτη μας, το οποίο μας κάναν και το βγάλαμε και εκείνο για να το πλύνουμε στον ποταμό. Κατόπιν μας βάλαν και πλυθήκαμε κι εμείς. Από το πολύ το κρύο ήμαστε ένα κουβάρι και φωνάζαμε όλοι: «Θεέ μου, γλύτωσέ μας».

 

Κατά τις οχτώ η ώρα το βράδυ ήρθε η διαταγή και μας πήγαν στον θάλαμο που μέναμε. Ο θάλαμος χωρίς πόρτα, χωρίς παράθυρα, χωρίς κεραμίδια, μόνο οι τοίχοι του βρίσκουνταν. Μας πιάνει μια «λυσαντερία». Οι καμπίνες ήταν με δύο ξύλα από πάνω και πατούσαν και κάναν προς νερού τους. Από την εξάντληση που είχε ο κόσμος, έπεφτε μέσα στις βρώμες και δεν έβγαινε έξω. Εκεί πεθάνανε πολλοί. 

 

Κατόπιν μας σηκώνουν και μας πάνε στο Αφιόνι (πρόκειται για το Αφιόν-Καραχισάρ). 

 

Από το Αφιόνι στο Ικόνιο, από το Ικόνιο στα Άντανα, από τα Άντανα εφύγαμε και περάσαμε όλοι στο Γκιαούρ Ντάγι. Η ονομασία αυτού του βουνού ήταν γιατί είχαν σφάξει όλους τους Αρμεναίους εκεί απάνω. Εφτάξαμε σε κάποιο χωριό που λεγόταν Ίντιλι [Ίντιλι (Ιντελί), χωριό ΝΔ της Φιλαδέλφειας).  Ήμαστε τρία τάγματα. Μένει το ένα τάγμα εκεί, τα άλλα δύο προχωρούνε περίπου εκατό χιλιόμετρα και βρίσκουν κάποιο άλλο χωριό, το Σαζεγκιόζ, το οποίο είχε κάποιο φρούριο. Το χωριό κατοικούνταν από Άραβες, τα σπίτια τους ήταν μέσα στη γη. Είχαν υπόγειους δρόμους και βγαίναν μέσα στο φρούριο. 

 

Μόλις μας είδαν οι άνθρωποι, δεν ξέραν τι είδους είμαστε. Έτρεξαν όλοι και πήγαν πάνω στο φρούριο και ήταν έτοιμοι για πόλεμο, διότι δεν τα ’χαν καλά με τους Τούρκους. 

 

Αλλά κατόπιν τους κάλεσε ο αξιωματικός, ο οποίος μας πήγαινε, και τους είπε πως είμαστε αιχμάλωτοι και άλλα εναντίον μας. Τους είπε ακόμη ότι θα ανοίξουμε δρόμο για συγκοινωνία, διότι οι Αράπηδες δεν είχαν συγκοινωνία. Εργαζόντουσαν μόνον με καραβάνια. Πάντως, εναντίον μας δεν ήταν αυτοί οι άνθρωποι, γιατί δεν μας ήξεραν.

 

Καμιά πεντακοσαριά μέτρα απόξω από το χωριό έμεινε το ένα τάγμα, το άλλο τάγμα επροχώρησε για το Χαλέπι.

 

Πρωτού φτάσουν στο Χαλέπι, ήταν κάποιος ποταμός και εκεί ήταν τα σύνορα τα γαλλοτουρκικά.

 

Έμεινε και το άλλο τάγμα εκεί και άρχιζαν και χάραζαν τον δρόμο. Εργαζόμασταν και τα τρία τάγματα. Εχαράζαμε τον δρόμο και ετοιμαζούμαστε να τον στρώσουμε με πέτρες.

 

Αλλά στο αναμεταξύ αυτό λιποταχτούσαν πολλοί αιχμάλωτοι και περνούσαν τα σύνορα τα γαλλοτουρκικά και έφταναν στο Χαλέπι. Εκεί ήταν Έλληνες και τους προστάτευαν και τους στέλναν στην Ελλάδα. Αλλά όποιος έπεφτε επάνω στα γαλλικά φυλάκια και τον πιάναν οι Γάλλοι, αμέσως τον παράδωναν στους Τούρκους. Και η τυραννία που τους κάναν ήταν απερίγραπτο πράγμα. Αυτού που βρισκόμαστε είχαμε κάποιον γιατρό, λοχαγό, ο οποίος έσωσε πολύ κόσμο.

 

Στο αναμεταξύ αυτό ήρθε διαταγή να φύγουν οι αξιωματικοί, να γίνει Ανταλλαγή. Φεύγοντας ο αξιωματικός, μας είπε: «Παιδιά, να μείνετε ξέγνοιαστοι και μόλις φτάσω στην Ελλάδα θα ειδοποιήσω την Επιτροπή και θα ’ρθει αμέσως να σας πάρει».

 

Οι Τούρκοι, στο αναμεταξύ αυτό, έπιαναν έναν-έναν Έλληνα και τον ρωτούσαν πού μένει η οικογένειά του στην Ελλάδα, σε ποιο ακριβώς μέρος. 

 

Οι περισσότεροι δήλωναν σε διάφορα μέρη∙ άλλοι στην Κρήτη, στην Αθήνα. Εξακόσιοι από αυτούς δήλωσαν ότι δεν ξέρουν πού είναι η οικογένειά τους. 

 

Ο λοχαγός, στο αναμεταξύ αυτό, είχε ειδοποιήσει την Επιτροπή. Η Επιτροπή ειδοποιεί το τουρκικό κράτος και τους λέει τα τρία τάγματα που έχετε στη Συρία να τα κατεβάσετε στο πλησιέστερο λιμάνι.

 

Μας συγκεντρώνουν αυτοί και τα τρία τάγματα, μας φωνάζουν τα ονόματά μας. Χωρίζουν τους εξακόσιους, οι οποίοι είπαν ότι δεν ξέρουν πού βρίσκονται οι οικογένειές τους, και τους λένε: «Τι θέλετε να πάτε στην Ελλάδα, εφ’ όσον δεν ξέρετε πού βρίσκονται οι οικογένειές σας; Να καθίσετε εδώ πέρα».

 

Και εκίνησαν οι υπόλοιποι και φεύγανε, και τους εξακόσιους τους κράτησαν εκεί. Εκεί έπρεπε να ακούς τα κλάματα και τους δαρμούς, και από αυτούς που έφευγαν και από αυτούς που έμεναν.

 

Εφτάσαμε σε κάποιο χωριό πλησίον της Μερσίνας, το οποίο λέγονταν Ταρσό. Εκεί αρχίσαμε και χαράζαμε άλλους δρόμους και επεριμέναμε την Επιτροπή με μεγάλη αγωνία. Εκαθίσαμε περίπου τρεις μήνες. 

 

Στο αναμεταξύ έφτασε η Επιτροπή. Μας κατεβάσαν στο λιμάνι, εφώναζαν τα ονόματά μας. Εμπήκαμε στο καράβι, μας δώσαν τροφές και αναχωρήσαμε προς την Ελλάδα. 

 

Μόλις φτάσαμε στα ελληνικά νερά ειδοποιήσαμε την Επιτροπή ότι εκράτησαν εκεί εξακόσιους νοματαίους. Μας πρόσβαλαν, γιατί δεν ειδοποιήσαμε εγκαίρως να γυρίσει το καράβι να πάρει και τους άλλους.

 

Μας φέραν στον Πειραιά. Κατόπιν ήρθε διαταγή και μας πήγαν σε κάποιο νησάκι, στον Άη Γιώργη. Μας κάναν λίγες μέρες καραντίνα, κατόπιν μας βγάλαν στον Πειραιά και μας αμόλησαν μέσα στους δρόμους και δεν είχαμε προστασία από κανέναν. 

 

Εγυρίζαμε δεξιά κι αριστερά να βρούμε την τύχη μας. Έμαθα ότι η οικογένειά μου πήγαινε στην Πάτρα. Εμπήκαμε στο τραίνο από την Αθήνα, εφτάσαμε στην Πάτρα. Στον σταθμό μάς περίμεναν. Στην αρχή μείναμε σε κάποιο σπιτάκι στου Μαρούδα, στην Απάνω Χώρα. 

Ύστερα πήραμε αγροτικό κλήρο κι εγκατασταθήκαμε στην κοινότητα Αγίου Γεωργίου, στα προσφυγικά του Ρίου. 

 

________

Η Έξοδος, Τόμος Α', Μαρτυρίες από τις επαρχίες των Δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1980 (εξαντλημένο).