Τρίτη πρωί. Φθάνουμε οικογενειακώς σε ήσυχη παραλία, σε νησί του Ιονίου. Ευθεία μπροστά μας ο δρόμος τελειώνει στα βότσαλα. Μετά, η θάλασσα. Παρκάρουμε λίγο πιο πάνω και κατεβαίνουμε με τα πόδια. Μπροστά μας, σχεδόν πάνω στην παραλία, μερσεντές πολλών κυβικών έχει μπλοκάρει, καθώς πέρασε την άσφαλτο, πάτησε βότσαλο και δεν πρόσεξε ότι το βότσαλο άρχιζε αρκετά εκατοστά πιο χαμηλά, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να χτυπήσει από κάτω. Οι επιβαίνοντες έχουν κατεβεί και συσκέπτονται για το πώς θα ξεκολλήσουν το αμάξι, χωρίς να το σπάσουν. Ο οδηγός έχει φρικάρει -και με το δίκιο του- για το πανάκριβο αυτοκινητάκι του. Κάποια στιγμή τα καταφέρνουν και το ανεβάζουν, όπως όπως. Τους λέμε ευγενικά να προσέξουν που θα το παρκάρουν, γιατί εκεί που το έχουν, εμποδίζει τα αυτοκίνητα να στρίψουν. «Δεν θα μείνουμε» μας λέει η συνοδηγός. «Απλώς, την παραλία θέλαμε να δούμε». Αν καταλάβαμε καλά, κι εγώ και ο Δ., δεν ήθελαν απλώς να δουν την παραλία. Ήθελαν να τη δουν, απλώς, χωρίς να χρειαστεί να βγουν από το αυτοκίνητό τους. Και χωρίς να κλείσουν τον κλιματισμό. Απλώς.

 

Η σχέση των Ελλήνων με τα αυτοκίνητά τους είναι μια σχέση ερωτική, μια σχέση πάθους και λατρείας, μια σχέση μόνιμη και καθόλου διακριτική. Το αυτοκίνητο δεν λειτουργεί μόνο σα μεταφορικό μέσο, ούτε καν μόνο σαν μεταφορικό μέσο και αντικείμενο status, ούτε καν σαν μεταφορικό μέσο, αντικείμενο status και σεξουαλικό φετίχ. Είναι περισσότερο μια προέκταση της καθημερινότητάς μας, μια δεδομένη αναγκαιότητα που αψηφά τον αντίλογο, μια πολυτέλεια με την οποία είμαστε πλέον τόσο εξοικειωμένοι ώστε να μην τη θεωρούμε πολυτέλεια. Είναι ωστόσο ξεκάθαρα μια στάση ζωής. Και αν στις μεγάλες πόλεις και κυρίως στην Αθήνα, το μόνιμο επιχείρημα είναι οι προβληματικές συγκοινωνίες και η γενικότερη δυσκολία μετάβασης, η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στην επαρχία, όπου πολλοί παίρνουν το αυτοκίνητο ακόμη και για πάνε, απλώς, λίγο πιο εκεί.

 

Ουσιαστικότερο ζήτημα δεν είναι τόσο το όχημα όσο η παντελής έλλειψη κοινωνικής, οικολογικής ή άλλης ευγενούς συνείδησης στο βωμό της προσωπικής άνεσης και βολής. Οι παρτάκηδες κερδίζουν με άνεση την πλειοψηφία και κάνουν έντονη την παρουσία τους σε πλείστους τομείς. Με την ίδια λογική που σηκώνονται και φεύγουν, μπουλούκια ολόκληρα, από το Ηρώδειο την ώρα που το κοινό χειροκροτεί και οι καλλιτέχνες βρίσκονται ακόμη στη σκηνή, με τον ίδιο τσαμπουκά που πατάνε γκάζι μόλις το φανάρι γίνει πορτοκαλί, με τον ίδιο ζαμανφουτισμό που καπνίζουν στην παιδική χαρά, «γιατί είναι έξω και δεν ενοχλεί». Ο κύριος με τη μερσεντές είναι από τις λίγες περιπτώσεις στις οποίες θύμα αυτής της πρακτικής υπήρξε μόνο το αυτοκίνητό του και κατ’ επέκταση, ο ίδιος.