Πορτραίτο: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
Πορτραίτο: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

 

Παραλίγο να είναι το χρονικό της συνέντευξης που δεν έγινε ποτέ. Η θερμοκρασία στους λόφους της Βούλας στις 2 το μεσημέρι είναι 42 βαθμοί, λιοπύρι, το ραντεβού μας στο σπίτι του κ. Demis Roussos είναι μέχρι τις 2:30 και η οδός που μας έχουν δώσει είναι… άφαντη! Ρωτάμε ανθρώπους που κυκλοφορούν ημίγυμνοι στη βεράντα τους πού είναι το νούμερο 16, αλλά μας κοιτάζουν απορημένοι, ζαβλακωμένοι απ’ τη ζέστη και κανείς δεν μπορεί να μας βοηθήσει! Στην κορυφή του βουνού τα νούμερα της οδού Ιωαννίνων μετράνε ως εξής: 39, 40 (δίπλα ακριβώς) και μετά το χάος. Χάνονται ξαφνικά και οι αριθμοί και τα ονόματα απ’ τα κουδούνια - αν δεν έχεις τηλέφωνο του ανθρώπου που ψάχνεις για να ζητήσεις οδηγίες την έβαψες! Τη βάψαμε. Η ώρα έχει πάει τρεις και δέκα, ο κ. Roussos έχει κλείσει το τηλέφωνό του εκνευρισμένος, και εμείς πετυχαίνουμε έναν τύπο που κάθεται στην αυλή του με το σώβρακο, ο οποίος μας λέει ότι υπάρχει οδός Ιωαννίνων και στον απέναντι λόφο (ωστόσο, δεν έχει ιδέα ποιος είναι ο αριθμός του σπιτιού του!)! Το ταξίδι μέχρι το Πανόραμα ήταν πλήρης καταστροφή. Μετά από τέσσερις ώρες περιπλάνησης με τη μηχανή, είμαστε ψημένοι, αφυδατωμένοι και το χειρότερο: χωρίς θέμα.

 

Το ροκ είναι μια φιλοσοφία, ένας τρόπος σκέψης κι ένας τρόπος ζωής. Tο way of thinking είναι αυτομάτως και way of living. Πάντα ήμουν έτσι. Πιο ροκ από αυτό που έβγαινε προς τα έξω.

 

Το επόμενο ραντεβού κανονίζεται για Δευτέρα πρωί στο Καβούρι, σε γνωστό ξενοδοχείο για σιγουριά - δεν έχουμε περιθώρια για άλλες αναζητήσεις και περιπέτειες. Αυτή τη φορά φτάνουμε με ταξί. Είναι λίγο πριν τις 12, ο κ. Roussos έχει μόλις κάνει το μπάνιο του και κάθεται δίπλα στην πισίνα, μαζεύοντας ήλιο. Το πρώτο πράγμα που μας λέει όταν μας υποδέχεται (πολύ φιλικά) είναι ότι δεν θέλει φωτογραφίες (δεν θέλουμε ούτε εμείς), μας αναφέρει πόσα 250άρια κάνει κολυμπώντας καθημερινά και ότι γυμνάζεται συστηματικά. Είναι εμφανές, γιατί παρόλο που δεν τον λες και κομψό, δεν έχει καμιά σχέση με τον Demis Roussos που έχουμε στο μυαλό μας από παιδιά: με κελεμπίες και μέγεθος XXXL (μπορεί και με περισσότερα X). Ζητάει να μιλήσουμε μόνο για το νέο του δίσκο που μόλις κυκλοφόρησε, με τίτλο απλώς το όνομά του -Demis- και για τον οποίο μας λέει ότι τον χαρακτηρίζουν «απρόσμενο», «έκπληξη» και μαζεύει από παντού πολύ καλές κριτικές. «Πέρασα μία περίοδο που έκανα ελαφρά μουσική τη δεκαετία του ‘70 και του ’80, κι επειδή έχω να κάνω πάρα πολύ καιρό δίσκο θεωρούν ότι είναι απρόσμενος. Αυτός ο δίσκος είναι οι πραγματικές μου βάσεις, εγώ τον λέω back to the roots. Αυτό βέβαια ένας δημοσιογράφος που δεν είναι Έλληνας δεν το καταλαβαίνει, γιατί δεν ξέρει τι έκανα πριν φύγω από την Ελλάδα, ότι ήμουνα με τους Idols και τους We Five, ότι έπαιζα μπάσο και τραγουδούσα μπλουζ και σόουλ πριν ακόμα φτιάξουμε τους Aphrodite’s Child. Τα συγκροτήματα τότε έπαιζαν το ρόλο του DJ, ήταν πολύ δημοφιλή. Με γνωρίζουν από κει και έπειτα, επειδή με τους Aphrodite’s αρχίσαμε τα σουξέ. Σταμάτησα να ηχογραφώ πριν από μερικά χρόνια γιατί θεωρώ τον εαυτό μου πιο πολύ μουσικό, παρά απλώς τραγουδιστή. Πάντα μ’ άρεσε ν’ ανακατεύομαι και στα μουσικά θέματα των δίσκων μου, στους περισσότερους που έχω κάνει εμπλέκομαι ενεργά στην παραγωγή. Έτσι αισθανόμουν πάντα, πιο πολύ μουσικός. Κι αν αισθάνεσαι έτσι, δεν κάνεις νέα δουλειά αν δεν έχεις κάτι να πεις. Ήταν κι η κρίση του δίσκου που προέκυψε στο μεταξύ - ξέρεις, πλέον ο δίσκος δεν λέει και πολλά πράγματα».

 

 

 

Σχολιάζει την κρίση, όχι μόνο στη μουσική, τη γενική κρίση απ’ την οποία σίγουρα και κάτι καλό θα βγει. «Τέρμα οι μεγάλες παραγωγές που είχαμε συνηθίσει, είχαν πάρει φόρα πολλά πράγματα κι είχαν γίνει ανεξέλεγκτα, με την κρίση τελικά επανέρχονται κάποιες ισορροπίες, Οι αδικίες πάντα θα υπάρχουν γιατί δεν μπορείς να έχεις πάντα τον έλεγχο, επιστρέφουμε όμως σε πιο απλά πράγματα που νομίζω ότι κι ο κόσμος τα θέλει πια». Μιλάει για τον τρόπο που ηχογραφήθηκε ο δίσκος του, τη γνωριμία του με τους νεαρούς μουσικούς των Little Barry και Dirty Feel που τον συνοδεύουν και τον παραγωγό Marc di Domenico «οι οποίοι είναι γνωστοί στους underground κύκλους στο Λονδίνο, αρκετά γνωστοί, αλλά όχι στο μεγάλο κοινό», για την παλιά κονσόλα που είχαν χρησιμοποιήσει κι οι Beatles, για παλιούς Vox ενισχυτές που βρήκαν για να είναι ο ήχος αυθεντικά vintage και το σχεδόν live της ηχογράφησης στο στούντιο. Χρησιμοποιεί τη λέξη vintage πολύ συχνά, λέει ότι ο νέος ήχος του τον αντιπροσωπεύει γιατί είναι επιστροφή στη «δικιά του εποχή», σε τραγούδια που περιλαμβάνουν «τις δικές του αναμνήσεις». «Είναι ένας δίσκος που είναι πολύ έντιμος, πολύ απλός και αληθινός, επειδή νομίζω ότι η μουσική πρέπει να είναι έτσι σήμερα», λέει με ενθουσιασμό, «πιστεύω ότι είναι ένας ήχος που αντιπροσωπεύει ό,τι πραγματικά είμαι, και όχι ό,τι ήμουν στα ‘70s. Από το “Nτρίγκι ντρίγκι, μάνα μου” και μετά υπήρξε μια περίοδος που έζησα τρομερή επιτυχία, μου ήρθαν όλα στη ζωή ξαφνικά. Έζησα όλη τη χλιδή της showbiz που εκείνη την εποχή ήταν ασύλληπτη, λεφτά, εταιρείες, μάνατζερ. Όταν είσαι νέος και κάνεις σουξέ τόσο απότομα, πέφτεις μέσα σε μια παγίδα, σε μια χιονομπάλα. Εκεί μέσα έπεσα, πούλησα πάρα πολύ κι έκανα μια μουσική για την οποία δεν μετανιώνω, δεν μπορείς να μετανιώσεις για κάτι με το οποίο έκανες εκατομμύρια ανθρώπους ευτυχισμένους. Είναι άσχημο απέναντι στον κόσμο. Δεν μετανιώνω για τίποτα, αλλά δεν ήταν πραγματικά αυτό που εγώ αισθανόμουν μέσα μου. Κατά καιρούς προσπαθούσα να ξεφύγω κάνοντας δουλειές όπως το δίσκο με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου που είχε μέσα το “When a Man Loves a Woman” ή τη συνεργασία μου με τους Tangerine Dream, έκανα δύο άλμπουμ world music, με τραγούδια παλιά γαλλικά και ιταλικά τραγούδια της όπερας, με γιαπωνέζικα φλάουτα και κρουστά. Ξέφευγα και πήγαινα προς τα κει. Τα άλμπουμ αυτά δεν πούλησαν πολύ, αλλά αισθανόμουν ότι με έκαναν να σκέπτομαι, με έκαναν να προχωράω. Ήρθε η μέρα που αποφάσισα να το ξανακάνω».

 

 
 

 

666 vs clean cut

Έχει ροδοκοκκινήσει από τον ήλιο, το ξενοδοχείο δεν επιτρέπει να ανοίξουν τις ομπρέλες επειδή φυσάει και είναι επικίνδυνο, μία νεαρή Γαλλίδα με τα δυο παιδιά της πλησιάζουν και του ζητάνε αυτόγραφο. Το δίνει με φανερή χαρά και μας μιλάει για την εποχή που τόλμησαν να φύγουν με τον Βαγγέλη και τον Λουκά απ’ την Ελλάδα. «Δεν νιώθαμε τι κάναμε, ήμασταν γεμάτοι ενθουσιασμό. Ήμουν 22 χρονών, ο Βαγγέλης 24, πιτσιρικάδες, θέλαμε να φύγουμε. Παίζαμε σε διαφορετικά γκρουπ όταν συναντηθήκαμε και παίζαμε στο σπίτι του Βαγγέλη, μας είχε πιάσει φανατίλα, σηκωθήκαμε και φύγαμε κι είπαμε “πάμε να σκίσουμε”. Εδώ υπήρχε πίεση και χούντα. Είχαμε υποτίθεται έναν ψευτομάνατζερ που μας περίμενε στην Αγγλία. Στην Αγγλία γινόταν χαμός τότε καλλιτεχνικά, αλλά δεν έμπαινες όπως σήμερα που είναι η ΕΟΚ. Δεν είχαμε ούτε βίζες ούτε λεφτά και μόλις φτάσαμε μας έδιωξαν. Έτσι πήγαμε στη Γαλλία. Ήμασταν πάρα πολύ τυχεροί, γιατί η τότε Phillips, σήμερα Universal, είχε ένα διεθνές meeting κι εμείς πήγαμε και βρήκαμε τον Έλληνα διευθυντή και του δώσαμε ένα ντέμο μας. Το παρουσίασε, το άκουσαν (και συγκεκριμένα ο Lou Reisner o παραγωγός των Who, ο οποίος είπε “αυτή η μπάντα έχει δυναμικό”), και υπογράψαμε. Εκεί άρχισε να δένει η κατάσταση. Δεν φύγαμε με σιγουριά, πιο πολύ φύγαμε με φανατίλα, με ενθουσιασμό και με καύλα».

 

 

 

«Δεν ανήκω στο χώρο του θεάματος - σε σχέση με το θέαμα όπως το θεωρούσαν στη δεκαετία του ‘70. Το ροκ είναι μια φιλοσοφία, ένας τρόπος σκέψης κι ένας τρόπος ζωής. Tο way of thinking είναι αυτομάτως και way of living. Πάντα ήμουν έτσι. Πιο ροκ από αυτό που έβγαινε προς τα έξω. Μιλάμε για το ροκ way of living και όλα όσα σου φέρνει στο μυαλό (sex, drugs and rock ‘n’ roll), ειδικά σε μια περίοδο όπως τα ‘60s. «Ναρκωτικά δεν κάναμε ποτέ», λέει κατηγορηματικά. «Αυτό είναι όμως το μεγάλο παράδοξο. Το έζησα κι εγώ και Βαγγέλης και ο Λουκάς, ζήσαμε μέσα σε αυτή την κατάσταση, το ‘68 που γύρω μας γινόταν χαμός. Ποτέ δεν αγγίξαμε τίποτα, καταλαβαίνω ότι είναι εύλογη η απορία κάποιου που ξέρει την εποχή, αλλά δεν θα είχα πρόβλημα να το πω. Δεν ακούμπησα τίποτα. Μία φορά είχαν ένα τσιγάρο με χασίς μερικοί φίλοι, τράβηξα δύο ρουφηξιές και με πήρε ο ύπνος. Από κει και πέρα δεν ξανάπιασα ποτέ. Ειδικά ο Βαγγέλης. Είναι μια μεγάλη αλήθεια και δεν υπάρχει λόγος να το κρύψουμε».

 

Σχολιάζει το «666», το δίσκο των Aphrodite’s Child που με τα χρόνια απόκτησε cult status και τον τελευταίο καιρό κυκλοφορεί σε ψηφιακή μορφή σε εκατοντάδες χιλιάδες blog. «Το “666” είναι cult άλμπουμ, πιο πολύ από vintage, το είχε ο Andy Warhol στη δισκοθήκη του. Μου είχε κάνει εντύπωση κάποια στιγμή που ο τραγουδιστής των Oasis είπε σε ένα βρετανικό έντυπο ότι το αγαπημένο του single όλων των εποχών είναι το “Four Horsemen” από το “666”. Ο δίσκος ήταν βασικά μια ιδέα του Κώστα του Φέρρη, που έγραψε όλους τους στίχους με βάση την “Αποκάλυψη” του Ιωάννη, η ηχογράφησή του κράτησε πολύ καιρό, και από το στούντιο στο Παρίσι πέρασαν ένα σωρό Έλληνες: ο Τσαρούχης ήρθε και είπε δυο λόγια, η Ειρήνη Παππά. Ήταν χούντα στην Ελλάδα και συνέβαιναν πολλά άγρια πράγματα».

 

«Αν πας το μυαλό σου πίσω και δεις το image των γκρουπ τότε, τα περισσότερα, ειδικά τα εγγλέζικα, ήταν πολύ clean cut. Ξανθά παιδιά με γαλανά μάτια, άσε τι φούμαραν και τι έκαναν. Ακόμα κι οι Rolling Stones ήταν clean cut. Εμείς ήμασταν μελαχρινοί, χοντροί, με μούσια και μαλλιά, δεν μπορείς να φανταστείς τι μας έσερναν. Βρoμιάρηδες Έλληνες, χίπηδες, ακούσαμε πολλά. Ο Βαγγέλης μάλιστα σκέφτηκε κάποια στιγμή να ξυριστεί, αλλά δεν τον άφησα. Αισθανόμασταν περίεργα, μας κυνηγήσανε, οι Έλληνες τότε δεν ήταν όπως σήμερα που είναι Ευρωπαίοι, ήταν όπως βλέπεις τους αραπάδες, τους Αφρικάνους, τους Αφγάνους. Δεν ήταν απλά τα πράγματα. Για να φτάσουμε στο airplay στο αμερικάνικο ραδιόφωνο και να πάει το “666” στη Νέα Υόρκη και να το παίζουν ντισκοτέκ ήταν μεγάλη δουλειά. Δεν ήταν απλό το πράγμα. Πώς το βλέπαμε εμείς; Δεν είχαμε την ευκαιρία να το αναλύσουμε, ίσως επειδή ήμασταν νέοι και είχαμε ενθουσιασμό. Το πραγματικό ροκ το κάναμε με το “666”, τα δύο πρώτα άλμπουμ που πούλησαν και πολύ -γιατί το “666” δεν πούλησε πολύ, απλώς έχει μείνει ως cult- είχαν περισσότερο ψυχεδελική ποπ της εποχής, δεν ήταν τόσο ροκ, αλλά είχαν κάτι το διαφορετικό. Όσο για το “666”, το περίμενα ότι θα είναι διαχρονικό, ο Βαγγέλης όχι. Έχω να τον ζήσω πολλά χρόνια τον Βαγγέλη και δεν ξέρω πώς είναι τώρα, αλλά εκείνη την εποχή ήταν αρκετά πεσιμιστής σε πολλά πράγματα. Ήταν έτσι ο χαρακτήρας του.

 

 

 

 

Mε μια σφαίρα στο κεφάλι

Έχετε μερικά παιδιά εδώ με πολύ μεγάλο ταλέντο, αλλά δεν μπορούν να ανοίξουν τα φτερά τους, όχι επειδή ζουν στην Ελλάδα και δεν είναι αλλού (ναι μεν είναι μια δικαιολογία, αλλά αυτό υπήρχε πάντα), αλλά επειδή δυστυχώς είναι άτυχα που έπεσαν σε μια εποχή που είναι δύσκολη. Σήμερα οι εταιρείες ανακάλυψαν την ιδέα των reality show, πρώτα στην Αμερική, μετά στην Αγγλία, μετά σε ολόκληρο τον κόσμο. Σε συνεργασία με κανάλια, για να βγαίνουν compilations, για να υπογράφουν τα παιδιά συμβόλαια (στα οποία ούτε ξέρουν τι υπογράφουν), που γίνονται γνωστά πριν αρχίσουν να τραγουδάνε και του χρόνου δεν τα θυμάται κανείς. Για μερικά απ’ αυτά είναι αδικία, είναι κρίμα και στενοχωριέμαι γιατί μερικά απ’ αυτά τα παιδιά έχουν ταλέντο.

 

Ζούμε στην ωραιότερη χώρα του κόσμου με τους χειρότερους ανθρώπους [γελάει]. Δεν έχω ασχοληθεί με την πολιτική, γιατί αν έκανα πολιτική θα με βρίσκανε με καμιά σφαίρα στο κεφάλι. Θα τα έλεγα μπροστά κι έξω απ’ τα δόντια και θα έλεγα κι ονόματα, μ’ αρέσουν τα πράγματα να είναι straight. Η Ελλάδα τρώει τα παιδιά της και κανένας βασιλιάς στην πατρίδα του. Εδώ για να επιζήσεις, επειδή είναι μικρή η χώρα, πρέπει να ανήκεις σε ένα είδος “μαφίας”. Όχι κυριολεκτικά, αλλά πρέπει να ανήκεις σε μία οικογένεια καλλιτεχνών που τους βλέπεις, είναι 5-6-7, και κάθε φορά που γίνεται κάτι εμφανίζονται οι ίδιες μούρες. Εμάς με το Βαγγέλη δεν μας γουστάρουν, όχι ο κόσμος, το επάγγελμα μας πάει κόντρα. Δεν μας πειράζει, πραγματικά. Ούτε τη Νάνα ούτε τον Βαγγέλη ούτε εμένα.

 

Τι όνειρα έχω; Θέλω να πάω στο Nashville να κάνω ένα άλμπουμ, το επόμενο θέλω να είναι με κάντρι και μπλουζ, αλλά χρειάζεται προεργασία. Προς το παρόν ετοιμάζω την περιοδεία, έχω σχέδια και αισθάνομαι καλά. Αρκετά καλά...

 

Παρακολουθώ τηλεόραση. Δεν υπάρχει πιο διασκεδαστική τηλεόραση από την ελληνική. Άμα έχεις στενοχώριες, άμα έχεις νεύρα, είναι πιο διασκεδαστική από τον Γουόλτ Ντίσνεϊ. Δεν είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα στη Γαλλία, αλλά είναι μια μεγάλη χώρα και είναι πιο σκληροί σε μερικά πράγματα. Δεν μ’ αρέσει η Γαλλία. Θα προτιμούσα να ζούσα μόνιμα εδώ, αν τα πράγματα ήταν πιο έντιμα. Ή στην Ιταλία, έστω και με τον Μπερλουσκόνι. Τον αγαπάει ο κόσμος τον Μπερλουσκόνι, μη βλέπεις που έχει τέτοια δύναμη το κομμουνιστικό κόμμα και του κάνουν πόλεμο. Ε, λοιπόν, πηδάει, καλά κάνει!

 

Με το Θεό έχω άριστες σχέσεις και χείριστη με την Εκκλησία. Δεν τσακώνομαι, αλλά ούτε καν τους υπολογίζω. Στο Ευαγγέλιο δεν είδα πουθενά ο Χριστός να πει ποτέ πηγαίνετε και φτιάξτε τρεις εκκλησίες. Αν βλέπεις αυτό και το φανατισμό που υπάρχει - ειδικά η δικιά μας είναι πολύ φανατική εκκλησία, κοροϊδεύουμε τους Εβραίους και τους Άραβες, αλλά δεν πάμε πίσω σε φανατισμό. Εκεί αρχίζει η μπίζνα και με ενοχλεί. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να πας στην εκκλησία για να σε ευλογήσει ο Θεός.

 

Ταξιδεύω τόσο πολύ που δεν μετράω το χρόνο που περνάω πια σε κάθε πόλη. Έχω ένα σπίτι εδώ και κάνω τρία δρομολόγια το χειμώνα για Παρίσι και τέσσερα το καλοκαίρι.

 

Άσε τι λένε, είναι τέσσερις πέντε αυτοί που είναι γνωστοί έξω, παντού στον κόσμο, που έκαναν επιτυχία, η Νάνα, Ο Βαγγέλης, εγώ, ο Μίκης Θεοδωράκης. Και η Βίκυ Λέανδρος στο Βέλγιο, στη Γερμανία και στην Ολλανδία. Μπορεί να προτιμάω τον Χατζιδάκι ως μουσικό, αλλά περισσότερο γνωστός είναι έξω ο Θεοδωράκης. Το να πάει μια τραγουδίστρια σε ένα θέατρο στο Παρίσι να τραγουδήσει και να έρθουν οι Έλληνες με 10 φίλους Γάλλους δεν σημαίνει ότι έγινε σταρ, αυτό είναι ψέμα. Ή να πάει ένα συγκρότημα σαν τους Socrates -φοβερό συγκρότημα, έτερον εκάτερον- να δώσει μια συναυλία και να σκίσει σε ένα φεστιβάλ, δεν έγινε και τίποτα. Σημασία έχει αν σε ξέρει ο κόσμος. Την είδες αυτή που μου ζήτησε πριν από λίγο αυτόγραφο; Αυτή είναι η απόδειξη.

 

Ενθουσιάζομαι ακόμα με τη μουσική, αλλά όχι όσο παλιά, όσο μεγαλώνεις αποκτάς κι άλλα συναισθήματα. Αποκτάς πρώτα απ’ όλα εμπειρία, η οποία έχει κριτήρια α, β, γ, δ, που πάει να πει κριτική, που πάει να πει μπλαζέ, που πάει να πει άκουσα πολλά, όλα αυτά σε κάνουν πιο δύσκολο στις επιλογές σου.

 

Τι όνειρα έχω; Θέλω να πάω στο Nashville να κάνω ένα άλμπουμ, το επόμενο θέλω να είναι με κάντρι και μπλουζ, αλλά χρειάζεται προεργασία. Προς το παρόν ετοιμάζω την περιοδεία, έχω σχέδια και αισθάνομαι καλά. Αρκετά καλά…».