Του Γεράσιμου Χαριτόπουλου, από το parallaximag.gr

 

 

 

Πολλοί στην Ελλάδα εκπλήσσονται αυτό τον καιρό με την ακτινοβολία και τη δημοφιλία του Αλέξη Τσίπρα εκτός των ελληνικών συνόρων. Βλέπουν με ανοιχτό στόμα τις συναντήσεις του με τον Oliver Stone και τον Slavoj Žižek, ο οποίος έφθασε μέχρι και να πει, αστειευόμενος, ότι για όποιον δεν του αρέσει ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα εισιτήριο πρώτης θέσης χωρίς επιστροφή για το... Γκουλάγκ. Όμως γιατί ο Stone αποκάλεσε τον Αλέξη Τσίπρα «ελπίδα της Ελλάδας» και υποστήριξε ότι μπορεί να κάνει τη διαφορά όχι μόνον στην Ελλάδα, όχι μόνον στην Ευρώπη, αλλά και στον πλανήτη; Γιατί ο Žižek θεωρεί τον ΣΥΡΙΖA «φωτεινό φάρο» στη σημερινή Ευρώπη;
Απλώς γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έχει διπλή υπόσταση.

 

Υπάρχουν δυο. Υπάρχει ο ΣΥΡΙΖΑ  ο εκτός συνόρων, ένα αριστερό κόμμα που προέρχεται από την ισοπεδωμένη από τα παγκόσμια χρηματοπιστωτικά παιχνίδια Ελλάδα. Ένα μικρό δημοσκοπικά κόμμα που γιγαντώθηκε μέσα από την κρίση και το οποίο μάχεται, ηρωικά, ενάντια στον σημερινό καζινοκαπιταλισμό. Άκρως συμβολικό και «κινηματογραφικό» όλο αυτό, χωρίς αμφιβολία: ένα τέτοιο κόμμα από την εξαθλιωμένη από τα κερδοσκοπικά παιχνίδια των διεθνών «οίκων αξιολόγησης» Ελλάδα να προσπαθεί να τα βάλει, σαν ποντίκι που βρυχάται, με τον σύγχρονο εκτροχιασμένο καπιταλισμό του εύκολου κέρδους, των χρηματιστηρίων-καζίνο, του τοκογλυφικού τζόγου σε βάρος ολόκληρων εθνών-κρατών. Αυτός είναι, μέσες άκρες, ο ένας ΣΥΡΙΖΑ και αυτή η αφήγηση εντός της οποίας αναδεικνύεται σαν κόμμα σε παγκόσμια ελπίδα και ο αρχηγός του, ο Αλέξης Τσίπρας, σε αγαπημένο παιδί διαφόρων «προοδευτικών» διασημοτήτων.
Και υπάρχει και ο άλλος ΣΥΡΙΖΑ, αυτός που ξέρουμε στην Ελλάδα.

 

Ένα βαθιά λαϊκιστικό κόμμα με χίλιες δυο αγκυλώσεις, που μια ωραία πρωία και χωρίς να έχει κάτι άλλο να παρουσιάσει του έπεσε  λόγω συγκυριών το «αντιμνημονιακό» μπαλάκι φουσκώνοντας αναπάντεχα τα εκλογικά ποσοστά του. Και ασκεί αντιπολίτευση με «χαρτί» την προσκόλληση σε ένα παρελθόν το οποίο, εν πολλοίς, έφτασε τη χώρα έως το σημείο να διασύρεται παγκοσμίως σαν χώρα «των τεμπέληδων», της διαφθοράς, της ατελείωτης, εφιαλτικής γραφειοκρατίας, της πελατειακής κομματοκρατίας, της αδυναμίας να προχωρήσει παρακάτω, να ενσωματωθεί στην ευρωπαϊκή νεωτερικότητα βγαίνοντας από το σιδηρούν παραπέτασμα πίσω από το οποίο μέχρι σήμερα κρυβόταν. Ένα κόμμα που - ίσως παρά τη θέλησή του - φαίνεται να παλεύει με νύχια και με δόντια να μην αλλάξει τίποτα, σε μια χώρα που πρέπει να αλλάξουν σχεδόν τα πάντα.


Όλη αυτή η κατάσταση θυμίζει το πώς αντιμετωπίζονταν στην Ευρώπη στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα το κομμουνιστικό κόμμα της πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ και τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών-δορυφόρων της. Για πάρα πολλούς Αριστερούς της Γηραιάς Ηπείρου αντιπροσώπευαν μια κορυφαία εναλλακτική στον καπιταλισμό και ήταν αντικείμενα απύθμενου θαυμασμού, αποκλειστικοί φορείς της ελπίδας για ένα καλύτερο, ανθρωπινότερο μέλλον για την ανθρωπότητα, τόσο τα κόμματα όσο και τα αντίστοιχα καθεστώτα. Μέχρι που άρχισαν, σιγά-σιγά, να γίνονται γνωστές οι θηριωδίες του σταλινισμού, η καταπάτηση και απουσία στοιχειωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων και ελευθεριών εντός αυτών των καθεστώτων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας, όλα όσα γνωρίζουμε σήμερα. Αλλά, παρ' όλα αυτά, πολλοί θαυμαστές τους στη Δύση αρνούνταν πεισματικά να πιστέψουν ότι το όνειρο γινόταν εφιάλτης μέχρι τελευταίας στιγμής, μέχρι που έπεσε το Τείχος του Βερολίνου και αναγκάστηκαν να δουν την αλήθεια που έτρεχε μπροστά στα μάτια τους, με τη μορφή χιλιάδων ανατολικογερμανών που έμπαιναν, λυτρωμένοι, στο δυτικό Βερολίνο.


Δεν θα μπορούσε, βεβαίως, ούτε για μια στιγμή να υποστηριχθεί ότι έχει την παραμικρή σχέση ο ΣΥΡΙΖΑ με όλα αυτά, με τον σταλινισμό, τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και τα δράματά τους. Ασφαλώς και δεν έχει. Ξαναφέρνει όμως στο προσκήνιο την «παραδοσιακή» δυσκολία της Αριστεράς να περάσει από τη μεθυστική θεωρία στην πεζή πράξη, να διανύσει το τεράστιο χάσμα από μια ιδεολογία ισότητας, δικαιοσύνης, ανθρωπιάς που στην «εφαρμογή» της εξέθρεψε χειρότερες ανισότητες, αδικίες, βαναυσότητες απ' αυτές που γεννήθηκε να καταπολεμήσει στην πολυσύνθετη, πολυπρόσωπη, αντιφατική πραγματικότητα του 21ου αιώνα. Και, μέχρι να το καταφέρει, κανείς δεν μπορεί να μεμφθεί αν κρατά τις όποιες επιφυλάξεις του.