Ο Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης (αριστερά), ο Θάνος Σταθόπουλος (δεξιά), μαζί με τον ποιητή Νίκο Καρούζο.
Ο Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης (αριστερά), ο Θάνος Σταθόπουλος (δεξιά), μαζί με τον ποιητή Νίκο Καρούζο.

 

 

 Γεγονότα

Διαβάζοντας κανείς τον Διασυρμό σε πρώτο επίπεδο θα είχε την εντύπωση ότι πρόκειται για ενός είδους αυτοβιογραφία, όπως συμβαίνει, ως επί το πλείστον, στα κείμενα του Γιώργου – Ίκαρου Μπαμπασάκη. Δεν θα είχε ολότελα άδικο, μα θα αδικούσε  κατάφωρα το μυθιστόρημα. Χρησιμοποιώ τη λέξη μυθιστόρημα, όχι μόνο γιατί και ο ίδιος ο συγγραφέας αυτό προτάσσει στο εξώφυλλο του βιβλίου  για να προσδιορίσει το είδος της αφήγησής του, αλλά κυρίως διότι δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι οτιδήποτε μεταφέρεται από την εμπειρία στον χώρο της λογοτεχνίας δεν μπορεί παρά να αποτελεί αυτομάτως αντικείμενο επινόησης, φικσιόν, επομένως μυθιστορηματικό υλικό ή ποιητική σύλληψη των γεγονότων. Με άλλα λόγια, εμπειρία ή βίωμα είναι η ίδια η εμπειρία της γραφής και ο χώρος της λογοτεχνίας. Ο Μπαμπασάκης είναι κατεξοχήν γραφέας γεγονότων, συμβάντων και αναφορών (όπως δηλώνουν ένα προηγούμενο μυθιστόρημά του και δύο ολιγοσέλιδες αφηγήσεις του), ένας μυθοπλάστης ντοκιμαντερίστας, πράγμα που συχνά έχει αδικήσει την πρόσληψη των κειμένων του, εξαιτίας της υποψίας ή ακόμη και βεβαιότητας! ότι γράφει τη ζωή του και τη ζωή των φίλων του. Η αλήθεια φυσικά είναι ότι γράφεται από την ζωή του, τη ζωή των φίλων του και το σώμα του κειμένου. Ως εκ τούτου, η πρώτη ύλη, αυτό που θα ονομάζαμε πρόχειρα αυτοβιογραφικό υλικό, είναι εξόχως μυθιστορηματική και μεταλλάσσεται σε ποιητικό γεγονός. Ο Μπαμπασάκης δεν θυμάται για να θυμηθεί, δεν μεταφέρει για να μεταφέρει, πολύ περισσότερο δεν νοσταλγεί, δεν αυτοβιογραφείται∙ επινοεί, ανασυντάσσει, κατορθώνει εκ νέου ό,τι συνέβη και έλαβε χώρα στο παρελθόν και «ό,τι έφτασε στα γυαλιά του», όπως έλεγε χαρακτηριστικά ένας από τους μέντορές μας, ο ποιητής, flaneur  των Αθηνών, Μιχάλης Κατσαρός, όταν κάτι έπεφτε στην αντίληψή του. Ο Μπαμπασάκης πενθεί. Θα πρέπει να εννοήσουμε ένα πένθος: γεγονότα, αποσπάσματα γεγονότων, καταστάσεις, ίσκιοι και ξέφτια καταστάσεων, σημειώσεις στο περιθώριο όσων ζήσαμε, μισοζήσαμε ή θέλαμε να ζήσουμε ή ευχηθήκαμε να ζήσουμε ή αξιωθήκαμε να ζήσουμε, φίλοι, φίλες, ερωμένες, γνωστοί που αργότερα έγιναν άγνωστοι και άγνωστοι που έγιναν γνωστοί ή παρέμειναν άγνωστοι, πρόσωπα που αγαπήσαμε και χάθηκαν, πρόσωπα που κουβαλάμε μέσα μας σαν προσευχή, πρόσωπα που ζουν ανάμεσά μας, πάντα και παντού, μέρη που διατήρησαν ή «έχασαν τη μαγεία τους», είναι κεφάλαια, συμπαγείς μονάδες, σημεία στίξεως, μεγαλύτερες ή μικρότερες ολότητες, βιογραφίες της ποιητικής του χώρου και του χρόνου. Ο Μπαμπασάκης δεν αυτοβιογραφείται, βιογραφεί τη λάμψη, το λυρισμό και το κλάμα μιας γενιάς, όπως τα βίωσε μέσα από την παρέα του, ενός κόσμου που έχασε τη συνοχή του και το κέντρο του μέσα στις δεκαετίες. Ντοκουμεντάρει «στα ερείπια μιας εποχής», ακούγοντας το θρόισμα των φύλλων και τον κόκκινο άνεμο.

 

 Χώρος

Η Αθήνα, φυσικά. Αλλά η Αθήνα που υπήρξε κάποτε. Και όχι «η αιχμάλωτη πόλη μιας καλπάζουσας φθοράς», όπως σημειώνει ο Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης στο οπισθόφυλλο του Διασυρμού για την Αθήνα των ημερών μας. Η Αθήνα της ευγένειας, των ανθρώπων, της χαράς, της συναναστροφής, της φιλίας, των σχέσεων, των εκπλήξεων, της άσκοπης περιπλάνησης, του χαμένου χρόνου, των πολλαπλών αποχρώσεων, των μεταμορφώσεων, του ουρανού και του ανοιχτού ορίζοντα. Η Αθήνα ως φωλεά και ομφαλός της γης. Η δική μας Αθήνα.  Ως προς αυτό, ο Μπαμπασάκης πρέπει να καταχωρισθεί μαζί με τη Μαρία Μήτσορα και τον πεθαμένο φίλο μας Χρήστο Βακαλόπουλο στους συγγραφείς μιας νέας αθηναϊκής μυθολογίας και ευαισθησίας.

 

Χρόνος

Οι τρεις τελευταίες δεκαετίες. Πάντα. Επανέρχονται πεισματικά, παντού και πάντα. 80s, 90s, 00s. Το τραγούδι του χαμένου χρόνου, το τραγούδι που ξεγελάει τον χρόνο.

 

Μουσική

Η μουσική της γλώσσας. Ο Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης δίνει ρεσιτάλ! Η γλώσσα του, πότε σαν το μεθυσμένο πιάνο του Τομ Γουέητς και πότε σαν το καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο του Γκλεν Γκουλντ, διαυγής, απαστράπτουσα, πολυμήχανη, πολυρυθμική, τεθλασμένη, ελεγχόμενα παραληρηματική, ακριβείας, έχοντας καταπιεί τα πάντα, κατάστικτη αναφορών, περιπολεί στις σημασίες. Ο Μπαμπασάκης στον Διασυρμό έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό ωριμότητας που η γλώσσα μοιάζει να είναι η προέκταση των δακτύλων του. Νομίζω ότι γράφει όπως αναπνέει. Και πάντως γράφει από τα καλύτερα ελληνικά της γενιάς μας.

 

Υπάρχει και η άλλη μουσική. Ας την πούμε, πραγματική. Ο Διασυρμός βρίθει από τραγούδια, στίχους τραγουδιών, αποσπάσματα, μελωδίες και δίσκους στο πικάπ. Τζαζ, μπλουζ, ροκ, κλασική, ελληνικά. Εύχομαι κάποιος ευαίσθητος φιλόλογος ή μη (κατά προτίμηση, δεσποινίς), με γυαλιά μυωπίας από σκελετό ταρταρούγας, να καταγράψει κάποια στιγμή τη δισκοθήκη του Μπαμπασάκη, όπως εμφανίζεται, όχι μόνο στον Διασυρμό, αλλά και στα προηγούμενα βιβλία του, μετά μανίας.  

 

Όταν εκδόθηκε ο Διασυρμός, στις 12 Οκτωβρίου 2012, είπα στον  Ίκαρο ότι αυτό είναι, στην ουσία, το πρώτο του βιβλίο. Δεν παρανόησε ως ευφυής που είναι, ούτε παρεξηγήθηκε, ασφαλώς, ως φίλος που είναι. Μάλλον του άρεσε, γιατί πρόσεξα ότι το ανέφερε σε κάποια από τις συνεντεύξεις του. Τι εννοούσα: ότι συγκεντρώνει με το πλέον ώριμο και προσωπικό ύφος τις εμμονές του και ό,τι επεξεργάστηκε και τον απασχόλησε όλα τα προηγούμενα χρόνια, δηλαδή από τις αρχές της δεκαετίας του ’80, στα μυθιστορήματα, στα ποιήματα και τα κείμενά του.

 

Σαρκασμός

Ο απόλυτος αυτοσαρκασμός! Σπάνια δύο μυθιστορηματικοί ήρωες  αυτοσαρκάζονται μέχρι σκασμού! Ένα ανελέητο σφυροκόπημα αυτοσαρκασμού και χιούμορ αναδύοντας το άρωμα των ημερών και την ευαισθησία τους. Όπως ακριβώς ο Νίκος Βελής και ο Μάνος Γιαννόπουλος σφυροκοπούν τα πλήκτρα της γραφομηχανής.

 

Μυθολογία

Ένα δίδυμο, μισοαληθινό, μισοψεύτικο, μυθιστορηματικό, ένα δίδυμο της συμφοράς, δύο φίλοι, ποιητές, ευαίσθητοι, αστραφτεροί, παιγνιώδεις, επινοητικοί, ατσίδες, παράφοροι, αυθαίρετοι, ανυπόφοροι, γλεντοκόποι, ερωτομανείς, σνομπ, ευπρεπείς αλήτες, μποέμ από σπίτι, μπεκρήδες, αναξιοπρεπώς αξιοπρεπείς, επηρμένοι σουλατσαδόροι, αυτοδίδακτοι σε όλα (ο κατάλογος θα μπορούσε να είναι μακρύς), εν πάσει περιπτώσει, ένα δίδυμο, δύο φίλοι, δύο περισπούδαστοι ξινάρχιδοι, ο Νίκος Βελής και ο Μάνος Γιαννόπουλος, και από δίπλα μια πεφωτισμένη παρέα πρεσβυτέρων, παλιές καραβάνες του πνεύματος, της τέχνης και της λογοτεχνίας, βετεράνων της νύχτας, του καπνού, του ουίσκυ και της ευγενούς αλητείας, αλλά και συνομηλίκων, του ιδίου φυράματος («τσακάλια δίχως τύψεις»), πηγαινοέρχονται από το 1993, στο 2002, το 2000, το 1994, το 1998 και κατόπιν πίσω στο 1985, το 1986, το 1988, το 1989 στην Αθήνα, σε μπαρ, καφενεία, καπηλειά, σκληρά ποτάδικα: Λώρας, Aurevoir, Flower, Galaxy, Ορφανίδης, Μπόκολας, Απότσος, Zonar’s, Ράτκα, Dada, Ίντριγκα, Minuit, Every Day, Ένοικος, Καπετάν Μιχάλης, Άμα Λάχει, Περιστέρια), δωμάτια, κουζίνες, πολλές κουζίνες, κρεβάτια, σπίτια, βιβλιοπωλεία, δισκάδικα, σινεμά∙ στους δρόμους: Πατησίων, Καλλιδρομίου, Σταδίου, Πανεπιστημίου, Πλατεία Κολωνακίου ή Πλατεία, όπως λέγαμε, Εξάρχεια, Σύνταγμα, Κυψέλη, Επτανήσου, Κεφαλληνίας, Καλησπέρη, Μαρωνείας, Δεληγιώργη, ζώντας μέσα στην ποίηση, στον έρωτα, στη μουσική, στην αντρική φιλία και στο αλκοόλ νυχθημερόν, μεροκαματιάρηδες του μη – μεροκάματου, Ηλεκτρολεττριστές με άπταιστα ελληνικά, θιασώτες του παιγνιδιού και του χαμένου χρόνου -«σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει», «all the world is like this valley called Jarama»- «πίνοντας ώς το φουκαριάρικο συκώτι τους», απολύτως εμφιαλωμένοι στον ανοιχτό ορίζοντα των δρόμων, «ζώντας μες στη δυστυχή αμεριμνησία, η την αμέριμνη δυστυχία, διαλέξτε», γράφει ο Γιώργος – Ίκαρος, Μπαμπασάκης, «στην οποία ζει κάθε σοβαρός θεωρητικός και ακτιβιστής της οκνηρίας», συνεχίζει, «έστω της όσο γίνεται λελογισμένης, αλλά και, συνάμα, ακτιβιστής υπέρμαχος διάκονος της αιφνιδίως φουριόζικης λαχανιασμένης ασθματικής δημιουργικότητας, σα να λέμε των ακατάπαυστων εναλλαγών μέθης και νηφαλιότητας, δόσιμο στην νηφάλιο μέθη, χώσιμο στη μεθυσμένη νηφαλιότητα, κάνας κουτουρού καβγάς με όποιον εκδότη είχε ακόμη στομάχι και νεύρα να τους ανεχθεί όλους εκείνους τους ρεμπεσκέδες που χαράμιζαν ό,τι ταλέντο τους είχε απομείνει, στο να παίζουν σκάκι, να πίνουν ουίσκυ/ουισκάκι, να εκπονούν μεγαλειώδη έργα που δεν στρώνονταν ποτέ να γράψουν, και να ερωτεύονται κάτω από αλλόκοτες συνθήκες αλλόκοτα πλάσματα, τα οποία (κι εδώ έγκειται το ακόμα πιο αλλόκοτο), ύστερα από μερικούς μήνες, ένιες εβδομάδες, ακόμα και, σε όχι τόσο ακραίες περιπτώσεις, ύστερα από ήκιστα ήπιες ημέρες, μεταμορφώνονταν από εξαισίως αλλόκοτα πλάσματα, από πλάσματα θελκτικά ερωτεύσιμα φλογερά παραβατικά επικίνδυνα γοητευτικά, μεταμορφώνονταν, λέμε, σε νοσοκόμες κλειτορίδες, σε υπαλλήλους μιας μεροκαματιάρας ηδονής, ενός ποταπού, θανάσιμα πληκτικού προσκοπισμού, αναγκάζοντας Βελήδες και Γιαννόπουλους και Ολέθρους και Λιάγκους, να αναχωρούν με λύπη, δε λέω, ταχέως, τάχιστα λησμονημένη λύπη πάντως, να αποχωρούν από τα πρώην αλλόκοτα και εν συνεχεία υπαλληλικά πλάσματα, ναι, με λύπη».

 

Δύο ειδών άνθρωποι υπάρχουν: Εμείς!

Έχω την τύχη να είμαι φίλος με τον Ίκαρο τριάντα χρόνια. Συναντηθήκαμε το 1982 στα γραφεία ενός βραχύβιου μουσικού περιοδικού και στα ερείπια ενός γάμου (δικού του). Εγώ 19, αυτός 22. Έκτοτε η τύχη μας είναι κοινή, παρά το διαφορετικό του χαρακτήρα μας και τις αβυσσαλέες διαφορές μας σε σημεία.  Μάθαμε μαζί γράμματα,  τα ίδια γράμματα, αυτά τα γράμματα που μάθαμε, επηρεάζοντας καθοριστικά και εξακολουθητικά ο ένας τον άλλον μέσα στις δεκαετίες. Τα κάναμε όλα. Τα ήπιαμε όλα. Ζήσαμε όπως θέλαμε. Συνεχίζουμε. Παρότι συνεχίζουμε να ζούμε έτσι, αναρωτιέμαι καμιά φορά γιατί δεν ζούμε ακόμα έτσι. 

 

 

 

______

Ο Θάνος Σταθόπουλος είναι συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο "Ένας σωρός γλώσσα" (2007) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη